Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

ΗΔΥ ΚΑΙ ΑΔΙΑΣΤΑΤΟ ΦΩΣ




ΗΔΥ ΚΑΙ ΑΔΙΑΣΤΑΤΟ ΦΩΣ


            -Η κρυφή εκδίκηση του  γελωτοποιού
            είναι να μένει αυτός που είναι
            και σε καιρούς που μέδουσες
            δανείζονται τη σάρκα των νεφών.

  Η Άνοιξη έμπαινε ως οσμή νεκρών κριτσιναριών. Κι ύστερα ο τσίγγινος πετεινός τρελαίνονταν – το κεφάλι πάντα προς τον Βορρά. Ο ανεμοδείχτης αυτός βρίσκονταν στην πιο ψηλή κορφή της κρεβατιάς με τα χειμερινά σταφύλια. Τον είχε φτιάξει ο θείος ο Δουλάς, δεύτερος γαμπρός της γιαγιάς Χρυσάνθης στην αδελφή της την Ανδρονίκη – ο πρώτος άνδρας της είχε πεταχθεί στην απεραντοσύνη και την αιωνιότητα να πάρει τσιγάρα, ένα ζεστό μεσημέρι του 1936.
 Ολική η έκλειψη του.
 Ο Δουλάς, προϊστάμενος τμήματος της Ηλεκτρικής Εταιρείας, έφθανε στο σπίτι μας στο Καπακλή με ένα υπό μάλης ξύλινο κουτάκι. «Πάμε» μου πετούσε μεταξύ πρότασης κι ανέκκλητης απόφασης. Βαδίζαμε ως τα μπλόκια του Παλαιού Λιμεναρχείου. Αυτές τις  ανοιξιάτικες μέρες πηγαίναμε για ψάρεμα.
 Εκείνος περπατούσε μπροστά με μεγάλο διασκελισμό ψάλλοντας «ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας…» Τον πρώτο σαργό που έπιανε μου τον έδινε να τον κρύψω καλά στο κουτί με τα εργαλεία «για να μη τον ματιάσουν».
 Υπήρχε κάτι σκληρό και σκοτεινό εκείνα τα πρωινά, τα μπλόκια γεμάτα βρύα κι η θάλασσα, περισσότερο εντός μας, να ροχθεί κι οι βάρκες απέναντι μας μπροστά στον ήλιο – μια Αχερουσία.
Κάποιο μεσημέρι, από αυτά που γεμίζουν τα ταβάνια με φευγαλέες σκιές, γυρίζοντας απ’ το ψάρεμα, σταθήκαμε πλάι στην τουλούμπα της παλιάς Αγοράς – υπάρχει ακόμη. Ένα κόκκινο ιδρωμένο άλογο έπινε νερό στην ποδιά με τα πολύχρωμα χαλίκια. Ο ιδιοκτήτης του χτυπούσε την αντλία με δύναμη.
 Πίσω ακριβώς η κυρά Στέλλα, ως ογκώδη μελανίτη τη θυμούμαι, πρόσφερε στον παππού μου, τον πατέρα του πατέρα μου τον καφέ του. Ήταν το διάλειμμα αυτό, αμέσως μετά το κολατσιό. Ο Παππούς είχε στην παλιά Λαχαναγορά την κτισμένη, όπως αργότερα αποδείχθηκε, πάνω σε ιουστινιάνεια τείχη, ένα μικρό, σκοτεινό σαν βόρειο παραμύθι, μαγαζάκι. Είχε και εφτά υπαλλήλους.
 Σπανίως πλέον τον έβλεπα, ο πατέρας μου πειραγμένος επειδή μέσα στα πρώτα εγγόνια του παππού, που τους δωρήθηκε ένα ποδήλατο όταν εκείνος κέρδισε τον πρώτο αριθμό στο λαϊκό, δεν συμπεριλαμβανόμουν εγώ, για κάποιο άγνωστο λόγο. Παλαιότερα που πήγαινα στο μαγαζί έβλεπα τους εργάτες να πλέκουν ξερούς μίσχους σκόρδων, να φτιάχνουν μικρές ή μεγάλες πλεξούδες. Μιλούσαν για τον Ολυμπιακό και την ΕΔΑ που συνέπραξε με τον Παπανδρέου. Ο παππούς έσκυβε στον λογιστή τους «Βουνοτριπίδης, εκ Πτολεμαΐδος, χρέωση τόσο, πίστωση τόσο». Γύρω στις δέκα σταματούσαν για κολατσιό-ψωμί φρέσκο μπαγκέτα, ελιές ζαρωμένες, σκόρδο.
Kι έξω ο τυροπιτάς ανεβοκατέβαινε. «Σε ψάχνει» μου έλεγαν. Ο τυροπιτάς υπήρξε το πρώτο θύμα μου, όταν μάθαινα ποδήλατο, στους στενούς δρόμους του λόφου των Παλαιών. Σκυφτός, δεν είδα το καροτσάκι του, χτύπησα πάνω. Οι τυρόπιτες και τα ζαχαρωτά ψωμιά σκόρπισαν μαζί με τα θρύψαλα την βιτρίνας, μέσα σε ξερά πλατανόφυλλα.
Έκτοτε ο βιοπαλαιστής (που έγραφαν και τα βιβλία) έγινε ο μπαμπούλας μου. «Εδώ είναι» φώναζαν οι υπάλληλοι του παππού και κρυβόμουν μέσα στα σκόρδα, πάνω από τον σολέα, όπως φάνηκε αργότερα, όταν γκρέμισαν την Αγορά, της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας.
 Η ποδιά γέμισε νερό. Στο λαιμό του αλόγου μεγάλοι ανέβαιναν κόμποι. Στο άλλο πεζοδρόμιο πέρασε η κουτσή Λίζα – ένα δεκάχρονο, και βαλέ, σκυλί με μαζεμένο το δεξί του πόδι. Και πίσω του ο ψάλτης των Αγίων Θεοδώρων. Είχε, όπως κάθε πρωί, πιάσει κουβέντα μ’ έναν συνομιλητή, κρυμμένο προφανώς στην υγρή γλυσίνα.
 Στην οδό Λαρίσης σταμάτησε ένα λεωφορείο - ΧΛΟH έγραφε στην παλιά του ταμπέλα. Κατέβηκε ένα κορίτσι μ’ ένα ζουζούνι να πετάει εμπρός του, δεμένο με κλωστίτσα. Το ακολούθησα την ώρα που ο Δουλάς κουβέντιαζε καθισμένος στο ίδιο τραπέζι με τον παππού.
Διασχίσαμε την Στιγμή όπως ο τυφλός ακκορντεοντίστας περπατά ένα δρόμο με ανθισμένες κουτσουπιές. Κόψαμε μια παπαρούνα άδειου τοπίου.
 Διαπιστώσαμε ότι τα όρια της μουσικής είναι φτιαγμένα από μουσική.
Ξάφνου στην άκρη της κλωστής άναψε ο χρυσοζούζουνας. Και το φως μεταδόθηκε ώς το κορίτσι και στη συνέχεια  ώς τα πράγματα και τα φαντάσματα.
Ήταν ένα φως ηδύ και αδιάστατο.
Γιάννης Τσίγκρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου