Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ 2 (3)


2. Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η περίοδος αυτή αρχίζει το 1423 όταν ο Τουραχάμπεης κατακτά την Θετταλομαγνησία.
Οι Τούρκοι αδιαφόρησαν τον πρώτο καιρό για τα ορεινά. Παρέμειναν στις προσοδοφόρες κοιλάδες του Βόλου και των Λεχωνίων αλλά και στις ημιορεινές περιοχές της Αργαλαστής, των Ζερβοχίων και του Στροφύλλου, όπου εγκαταστάθηκαν οικογένειες Κονιάρων.[1]
Αυτό κατέστησε το ορεινό Πήλιο καταφύγιο για ανθρώπους από όλη την Ελλάδα, κυνηγημένους από τους Τούρκους. Κυρίως κατέφυγαν εκεί από την Εύβοια, τη Δυτική Θεσσαλία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου αλλά και τη Ρουμέλη και τον Μοριά.
Έτσι, στο τέλος περίπου του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα πρώτα χωριά, τα οποία πήραν το όνομα του μοναστηριού γύρω από το οποίο χτίσθηκαν : Άγιος Λαυρέντιος, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δημήτριος, Άγιος Ονούφριος, Πορταριά ( από την Παναγία Πορταρέα ) Μακρινίτσα ( από την Παναγία Μακρινίτισσα )κ.α
Από τον 17ο αιώνα όμως, οι Τούρκοι προσπαθούν να ελέγξουν τα χωριά ολοκλήρου του Πηλίου. Με σουλτανικά διατάγματα παραχωρούν τις προσόδους ορισμένων χωριών σε Τούρκους μεγιστάνες. Σε άλλα παραχωρούνται σημαντικές φορολογικές διευκολύνσεις.
Σιγά – σιγά, και ανάλογα με το κατά περίπτωση διοικητικό και φορολογικό καθεστώς τους, τα χωριά χωρίζονται σε χάσια και βακούφια.
Τα βακούφια είναι αφιερωμένα σε ευαγή οθωμανικά ιδρύματα. Το καθεστώς εξάρτησης τους είναι αρκετά ελεύθερο. Αυτοδιοικούνται από τους εκλεγμένους, ανά χρόνο, προεστούς τους.
Τα χάσια ήσαν ιδιόκτητα χωριά. Δεν είχαν διοικητική αυτονομία. Ήσαν εξαρτημένα από, κατά κανόνα, άπληστους τιμαριούχους, στρατιωτικούς κυρίως.
Σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκε, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, και η Πορταριά.
Ο Βαγγέλης Σκουβαράς ανακαλύπτει, όπως είδαμε, την πρώτη αναφορά του σημερινού ονόματος του χωριού που πήρε τη θέση της Άνω Δρυανούβαινας. Γράφει σχετικά στα «Πορταρίτικά» του[2]:
«Πότε η Άνω Δρυανούβαινα των υστεροβυζαντινών χρόνων μετονομάσθηκε σε Πορταριά, δεν μπορούμε, όχι με ακρίβεια, αλλ’ ούτε κατά προσέγγιση να το προσδιορίσουμε.
Σύμφωνα μ’ ένα σημείωμα του ηγούμενου της Μονής του Αγίου Λαυρεντίου Νεόφυτου, το οποίο γύρω στα 1915 βρίσκονταν μ’ άλλα έγγραφα (σιγγίλια, χρυσόβουλλα, συνορλαμάδες) στα χέρια των κληρονόμων του Ν. Τασαίου στον Άη Λαυρέντη, η πρώτη μνεία του σημερινού της ονόματος απαντά στα 1557.
Ήταν Κοινότητα κι είχε την δική της σφραγίδα.

Γύρω απ’ τα μοναστήρια
Πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι κοινότητες το μαθαίνουμε από τον Γιάννη Κορδάτο[3]:
«Τα σημερινά χωριά που είναι χτισμένα σε ύψος ως 800 περίπου μέτρων στη δυτική πλευρά του βουνού (Πήλιο) και ως 600 στην ανατολική που είναι πιο απότομη, είναι νεώτερα χτίσματα. Θετικά ξέρουμε πως κατά την εποχή της φραγκοκρατίας υπήρχαν μερικά χωριά και στην ανατολική και στη δυτική πλευρά του βουνού. Οι ερημικές οικήσεις που αναφέραμε παραπάνω, με σκοπό την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου του βουνού, υπήρχαν βέβαια και πριν από την εποχή αυτή. Οι οικήσεις αυτές δεν χρησίμευαν για μόνιμη εγκατάσταση παρά για προσωρινή στέγαση των ανθρώπων κατά την περίοδο της απουσίας τους από τα κατοικημένα κέντρα, όπως τα σημερινά καλύβια. Την εποχή της φραγκοκρατίας υπήρχαν στα ψηλά μέρη του βουνού και μερικά μοναστήρια. Τα μοναστήρια χτίζονταν φυσικά για μόνιμη εγκατάσταση. Γι αυτό και σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσαν τον πυρήνα των σημερινών χωριών: γύρω στα μοναστήρια αυτά με τον καιρό σχηματίσθηκαν συνοικισμοί.
Άλλων χωριών τον πυρήνα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν οι μονωμένες οικήσεις που αναφέραμε: όταν δηλαδή οι άνθρωποι έμεναν μόνιμα στα παραλιακά κέντρα, χρησιμοποιούσαν τα απομακρυσμένα αυτά σπίτια όσον καιρό διαρκούσε η απασχόληση τους εκεί – όπως σήμερα οι πηλιορείτες χρησιμοποιούν τα «καλύβια» για την εποχή που μαζεύουν τις ελιές και βγάζουν το λάδι ή που περιποιούνται τα χτήματά τους, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μένουν στα χωριά.
Όταν όμως (στο μεσαίωνα) η ζωή στα χαμηλά κατοικημένα κέντρα έγινε επικίνδυνη, για τις βαρβαρικές και πειρατικές επιδρομές, από τις οποίες η κεντρική διοίκηση ήταν ανίκανη να υπερασπίσει τους υπηκόους της, ήταν φυσικό να γίνει σκέψη για μόνιμη εγκατάσταση στις μακρινές και συχνά δυσπρόσιτες εκείνες οικήσεις. Θέσεις με πλούσια βλάστηση και νερά ήταν κατάλληλες για συνοικισμούς.
Το μεγάλωμα των συνοικισμών αυτών το ευνόησαν οι περιστάσεις: Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, πολλοί Έλληνες, όχι μόνο  από τους παραλιακούς συνοικισμούς της περιοχής, παρά και από τον Αλμυρό, από την άλλη Θεσσαλία, από την περιφέρεια της Λαμίας και από την Εύβοια ακόμη, βρήκαν καταφύγιο στα χωριά του Πηλίου, όπου οι όροι της ζωής ήταν καλύτεροι και ο τουρκικός ζυγός όχι πολύ επαχθής…».
Μια απ’ τις Κοινότητες αυτές, λοιπόν, που εποικίζεται και μεγαλώνει τον καιρό της Τουρκοκρατίας είναι και η Πορταριά.

Το θαύμα με την ρόβην
Σε αγιολογικό κείμενο, συγκεκριμένα στο συναξάρι του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω αναφέρεται η Πορταριά:
«Ότε ήτο εις το όρος της Δημητριάδος ο Άγιος, του είπεν ο οικονόμος του Μοναστηρίου εκείνου, ότι δεν είχον ρόβην να φάγουν οι βόες (βόδια), όθεν επήγεν εις ένα χωρίον Πορταρίαν καλούμενον και έμεινεν εις την οικίαν ενός Ιερέως και αφού εσύντυχε ψυχωφελή και χρήσιμα λόγια, είπε και τούτο, ότι εχρειάζετο ρόβην και να του δανείση έως την άνοιξιν. Ο δε Ιερεύς είχεν ένα κάδον γεμάτον, αλλά επροφασίσθη ότι δεν είχε και επήγε να ζητήση εις τους γείτονας και καθώς εβγήκεν από τον οίκον του, έπεσεν ο κάδος όστις είχε την ρόβην εις το μέσα σπίτι και εχύθηκεν. Ο δε Όσιος το εγνώρισεν και εφώναξεν αυτόν, ούτω λέγων : «Πάτερ, Γεώργιε, υπόστρεψε ότι ο κάδος έπεσεν, να συνάξης το σπόριμον» επιστρέψας λοιπόν ο Ιερεύς και ιδών τον κάδον εθαύμασεν και λέγει εις τον Άγιον «Η ευχή σου, Πάτερ, εφανέρωσε την αλήθειαν, επειδή εγώ σου είπα ότι δεν έχω, ως ολιγόπιστος, δια να μην υστερηθώσιν οι βόες μου, αλλ’ επειδή ο Κύριος εφανέρωσεν το κρυπτόμενον, πάρε όσον χρειάζεσαι και ευλόγησον το επίλοιπον να φθάση δια τον οίκον μου». Ούτω λοιπόν επορεύθη ο Άγιος και έφθασε και εις τον Ιερέα όσον απέμεινεν».
Από το παραπάνω κείμενο διαπιστώνουμε ότι η Πορταριά στα μέσα του 16ου αιώνα υπήρξε χωριό με δύο τουλάχιστον ενορίες. Και να γιατί:
-         Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε στα τέλη του ΙΕ’ αιώνα.
-         Το θαύμα που περιγράφεται συμβαίνει λίγο πριν την κοίμησή του, σε μεγάλη ηλικία.
-         Στη σελίδα 610 του ιδίου τόμου του Μεγάλου Συναξαριστή αναφέρονται τα εξής: «Καθώς ευρίσκετο είς το όρος της Δημητριάδος με τον Καθηγούμενον της Μονής εκείνης….»
Άρα ο οικονόμος του μοναστηριού είναι ή ο ηγούμενος ή ο εντεταλμένος μοναχός. Σε καμιά περίπτωση «Ο ιερεύς Γεώργιος». Και σίγουρα δεν μπορεί να αποθηκεύει τις ζωοτροφές ενός, έστω γυναικείου Μοναστηριού, όπως αυτό του Προφήτου Προδρόμου, στο σπίτι του. Κι αν ακόμη ήταν υπεύθυνος ο ιερέας για τις αποθήκες σίγουρα αυτές θα βρίσκονταν στο Μοναστήρι  - όχι στο σπίτι του. 
Επομένως ο «ιερεύς Γεώργιος» είναι ο προεστώς ενοριακού ναού κι όχι ιερομόναχος Μοναστηριού.

Κοινότητα και Ενορία
Τι σήμαινε όμως Ενορία και τι ήταν η κοινότητα στα χρόνια εκείνα;
Πιστεύουμε ότι η λέξη κοινότητα ονόμαζε περισσότερο τον τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης και λιγότερο το διοικητικό μόρφωμα. Οι άνθρωποι ζούσαν από κοινού κάθε έκφανση της ταπεινής ζωής τους. Συλλυπούνταν στο πένθος και μοιράζονταν τη χαρά. Τραγουδούσαν από κοινού τους στίχους που περιέγραφαν θλιμμένες ιστορίες του τόπου – και τις τραγουδούσαν σε εύθυμους σκοπούς. Ένας γάμος, μια κηδεία για όλο το χωριό ήταν κάθε γάμος και κάθε κηδεία. Ολόκληρο το χωριό παρήλαυνε για να ευχηθεί στους γονείς του παιδιού που βαφτίζονταν «να σας ζήσει». Αυτή η κοινότητα, των ελλήνων η κοινότητα, είχε περισωθεί ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1960.
Ενορία είναι η κοινοτική οργάνωση του εκκλησιαστικού χώρου, με κέντρο πάντοτε τον ναό. Γι αυτό και οι παλαιοί, αγνοί ιερωμένοι θεωρούνταν τα πλέον σεβάσμια πρόσωπα του χωριού.
Ο εκκλησιαστικός, πάλι, χρόνος είναι το εορτολόγιο. Οι μεγάλες γιορτές  και τα πανηγύρια – αναφέρουμε αλλού τα σημαντικότερα της Πορταριάς.
Η Αγία Σιαγών
Σε άλλο αγιολογικό κείμενο, τον κατά πλάτος βίο του Αγίου Γεδεών του δια Χριστόν Σαλού, βρίσκουμε όλα σχεδόν τα ονόματα των χωριών του Δυτικού Πηλίου.
Κάπουρνα (πατρίδα του Αγίου) , Μακρινίτσα, Αγριά. Κι ακόμη Βελεστίνο, Κανάλια.
Η Πορταριά δεν αναφέρεται. Σ’ ένα εξωκκλήσι όμως, στην Αγία Κυριακή, μπροστά σε μία μεγάλη φορητή εικόνα του Αγίου, ως μεγαλόσχημου μοναχού εικονιζόμενου, ανακαλύψαμε τεμάχιο του σεπτού του λειψάνου.
Και μια προφορική παράδοση[4] (επειδή πουθενά δεν αναγράφεται στη λάρνακα το όνομα του Αγίου) που φθάνει σε μας από τον σκοτεινό 16ο αιώνα, την εποχή των νεομαρτύρων, περιγράφει το λείψανο ώς τεμάχιο της σιαγόνος του Αγίου.

Περιηγητές και εντόπιοι ιστορικοί για την Πορταριά
Στο οδοιπορικό του στη Θεσσαλία ο άγγλος περιηγητής William Gell, απόφοιτος του Κέιμπριτζ, με αξιόλογη κλασική Παιδεία, αρχαιολόγος και τοπογράφος σημειώνει [5]:
«….Η Μακρινίτσα και η Πορταριά είναι σκαρφαλωμένες πάνω στο όρος Πήλιον ή Ζαγορά, κάτω από τη σκιά των πιο όμορφων δέντρων, τα οποία ποτίζονται από τα πιο δροσερά ρυάκια που μπορείς να φαντασθείς. Τα χωριά έχουν δικό τους όνομα, παρ’ όλο που δεν υπάρχει καθόλου κενό έδαφος ανάμεσα τους. Ολόκληρη η πλαγιά του βουνού καλύπτεται από σπίτια, τα οποία, όλα μαζί, σχηματίζουν μια μεγάλη πόλη, γεμάτη από κόσμο.
            Τα σπίτια της χαμηλότερης περιοχής είναι οι βίλες των Τούρκων, από το Κάστρο του Βόλου, από το οποίο απέχουν μισή ώρα..»
            Αυτά τα τουρκοσπίτια πρέπει να βρίσκονταν στον Άνω Βόλο και την Κουκουράβα.
            Όσο για την μεγάλη πόλη του Gell, μάλλον πρέπει να την μετρήσουμε με μέτρα της εποχής.
            Το πιθανότερο είναι να ονομάζει πόλη ο άγγλος περιηγητής μια μεγάλη αραιοκατοικημένη αγροτική περιοχή. Τα σπίτια των σκλάβων, σε αντιδιαστολή με τις βίλες σίγουρα ήσαν αγροτόσπιτα και καλύβια.


Κατάρρυτος από ύδατα
Ο Νικόλαος Μάγνης μας δίνει μια γλαφυρή περιγραφή της Πορταριάς του 19ου αιώνα (1860)[6]:
«Πορταρία: Κωμόπολις, απέχουσα 2 ½  ώρας του Κάστρου προς βόρειον και μια ώρα της Μακρινίτσας προς Ανατολάς.
Συνεχομένη  με το Κατωχώρι. Χώρα ωραία και εμπορική εις τοποθεσίαν τερπνοτάτην, με εκτεταμένον ορίζοντα, κατάρρυτος από ύδατα και κατάφυτος από κάρπιμα και άκαρπα δένδρα, έχουσα οικίας περί τας 400 και καλώς εκτισμένας.
Η κωμόπολις αυτή έχει πολλά ολίγον τόπον με αμπέλους και ολίγα φυτά ελαιών. Όθεν οι κάτοικοι, άλλοι μεν εμπορεύονται και άλλοι ασκούσιν τέχνας, καθώς και οι γυναίκες αυτών: οίον γαϊτάνια, ιμπρισίμια, σειρήτια, μανδήλια βαμβάκινα και μεταξωτά, ζωνάρια μεταξωτά, ως εκείνα της Μεσσήνης της Σικελίας, κεφαλοδέτας (σερβέτας), κωνωπεία μεταξωτά (κουνουπιέρες), περιπόδια μάλλινα εξαίρετα, ως το λευκό – εριούχον, σανδάλια και υποδήματα παντός είδους της Ευρώπης και Τουρκίας, λαμπάδας και κηρία στεάτινα[7].
Όλων τούτων γίνεται μεγίστη εισαγωγή με πολύ κέρδος.
Ενταύθα έχουσιν καθώς και εις την Μακρηνίτσαν βερσοδεψεία, εις τα οποία εργάζονται και χρωματίζουν καλώς δέρματα, από τα οποία πέμπεται πολλή ποσότης εις Κωνσταντινούπολιν. Όθεν οι πορταρίτες ζώσιν εν αφθονία και τρυφή.
Εις την Πορταριάν κατά πάσαν Πέμπτην της εβδομάδος γίνεται εμπορική πανήγυρις, εις ην συνέρχονται από τα λοιπά χωρία της Μαγνησίας και Θεσσαλίας κομίζοντες τα προϊόντα του τόπου των προς πώλησιν και αγορά ών στερούνται.

Το μοναστήρι του Προδρόμου
Εις το βόρειον της Πορταριάς, σχεδόν 1/3 της ώρα μακράν, είναι εν μοναστήριον, τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου της Πέτρας. (Την επιγραφήν ταύτην ανέγνων εις χειρόγραφον κτιρολόγιον του μοναστηριού). Είναι προικισμένος με αρκετά κτήματα φέροντα σημαντικάς προσόδους. Ο μακαρίτης ο παπα Χατζ’ Αθανάσιος, ηγούμενος της μονής ταύτης, μ’ έλεγεν ότι  το προετοίμαζεν, όταν έκαμνε τινάς επιδιορθώσεις, δια γυμνάσιον, αν η πατρίς μας συμπεριλαμβάνετο εις την ολομέλειαν της ελευθέρας Ελλάδος.
Κάτωθεν του μοναστηρίου είναι πλατανών, εις τον οποίον αναβρύει άφθονον ύδωρ, το οποίον σχηματίζει ποτάμιον, διαμεριζόμενον εις δύο, ών το ήμισυ, ενώ καταβαίνει εις τον Γώλον[8] δια να ποτίσωσι τα περιβόλια, στρέφει και όσους υδρομύλους απαντήση. Το άλλο ήμισυ διέρχεται δια της Πορταρίας και Κατωχωρίου, στρέφει τους υδρομύλους των δύο τούτων χωρίων και ποτίζει τους κήπους και τα λοιπά κτήματα αυτών.
Η θέσις όπου πηγάζει ο ποταμός αυτός ονομάζεται Μάννα».
Όπως βλέπουμε η Πορταρία, προφανώς λόγιος τύπος, όπως και το Κατωχώριον (που όμως αποδεικνύει ότι προέλευση του τοπωνυμίου δεν είναι η ύπαρξη κατή στο χωριό, το κατηλίκι του Κατηχωρίου, όπως ισχυρίζονται πολλοί, δεδομένου ότι το 1842 εγκαθίσταται κατής στο χωριό, που ήδη ονομάζεται Κατωχώρι ή Κατηχώρι) είναι τόπος με λίγα αμπέλια και ελιές. Δεν είναι γεωργική περιοχή. Οι κάτοικοι καταγίνονται με την κατασκευή γαϊτανιών, μπρισιμιών, μανδηλιών, κεφαλομάντηλων, ζωναριών. Μικρή βιοτεχνούπολη δηλαδή. Κατασκευάζουν επίσης μάλλινες κάλτσες, κουνουπιέρες, σανδάλια και υποδήματα, μέχρι και λαμπάδες από λίπος.
Δεδομένης της ανάγκης χρησιμοποίησης πρώτων υλών που έχουν σχέση με την κτηνοτροφία κι εφ’ όσον οι 2 ½ ώρες με το ζώο απόσταση από το Βόλο δεν βοηθούσαν στη μεταφορά τους, μάλλον ο Μάγνης παραλείπει από τις ασχολίες των κατοίκων και την κτηνοτροφία.

Αμπέλια και ελιές
Εντύπωση προκαλεί η έλλειψη το 1860 αμπελιών και ελαίων. Λίγα χρόνια αργότερα, με την ίδρυση του Δήμου Ορμινίου, βλέπουμε ότι μια σημαντική αρμοδιότητα των Κοινοτικών αλλά και του Δημοτικού, ενίοτε, Συμβουλίου είναι ο ορισμός αμπελοφυλάκων, τόσο στην Πορταριά όσο και στο Κατηχώρι. Στον Εμπορικό Οδηγό των αρχών του 20ου αιώνα αναφέρονται ως προϊόντα της περιοχής (Δήμος Ορμινίου) «έλαια και ελαίαι, οίνος και οπώραι…»[9]. Βέβαια ο Δήμος Ορμινίου «σύγκειται και εκ του χωριού Κατηχωρίου όπερ συνέχεται σχεδόν με την Πορταριά…. του οποίου  οι κάτοικοι είναι κτηματίαι, ενώ της Πορταριάς κατά μέγα μέρος, εργάζονται εις το εξωτερικόν και ιδία εις Αιγύπτον».
Μέσα σε 40 χρόνια οι οικοβιοτέχνες μεταμορφώνονται σε εμπόρους και μεγαλογαιοκτήμονες της Αιγύπτου και άφθονο χρήμα εισρέει και πάλι στον τόπο.
Στα μισά του 19ου αιώνα πάντως οι πορταρίτες «ζώσιν εν αφθονία και τρυφή».
Τον ίδιο χαρακτηρισμό για τον χαρακτήρα των πορταριτών (ζούν κομμάτι τρυφηλά) αναφέρουν νωρίτερα, το 1791, οι «Δημητριείς» Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς.

Εξακόσια … επτακόσια … τριακόσια;
Ο Βαγγέλης Σκουβαράς σημειώνει: «Ο αριθμός των εξακοσίων σπιτιών που κατά τους Δημητριείς έχει η Πορταριά, φαίνεται στον μελετητή των πηλιορείτικων πραγμάτων υπερβολικός. Ο Άγγλος συνταγματάρχης Λήκ, που καταγράφει τα βολιωτοχώρια με βάση τους Δημητριείς, καθώς ρητά αναφέρει ο ίδιος, μιλάει για εφτακόσια σπίτια. Ίσως οι πληροφορίες των Δημητριέων να ήσαν λαθεμένες. Στα 1815 ο αδελφός του Δανιήλ, Αργύρης Φιλιππίδης, έγραψε ένα έργο με τίτλο «Μερική Γεωγραφία». Εκεί περιγράφοντας την Πορταριά σημειώνει:
 «Έχει υπέρ τα τριακόσια σπίτια χριστιανών, μεγάλα τα περισσότερα και καλοκτισμένα με κόμοδα πολλά ωραία….»
Η αυξομείωση αυτή των σπιτιών της Πορταριάς που βρίσκουμε σε κείμενα, των οποίων η σύνθεση απέχει χρονικά λίγες δεκαετίες, είναι αδικαιολόγητη για ένα οικισμό και μάλιστα οικονομικά ακμαίο….
Η παρατήρηση αυτή δεν είναι δική μου. Σύμφωνα με ένα σημείωμα που βρίσκεται στα ερανίσματά μου[10], ένας από αυτούς προσπαθεί να εξηγήσει το φαινόμενο:
-         Φρονούμεν λοιπόν η λοιμώδεις ασθένειες θα ημπόδισαν την πρόοδον ή λελανθασμέναι θα είναι οι ειδήσεις των Δημητριέων….»
Για την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου πάντως όλοι όσοι έγραψαν συμφωνούν: Μια φορά την εβδομάδα, κάθε Πέμπτη, τον περισσότερο καιρό, γίνονταν στην Κεντρική Πλατεία,  που από τότε ονομάζονταν Παζάρι, η εμποροπανήγυρη. 
Τα προϊόντα που εκτίθονταν εκεί, εκτός από τα οπωρολαχανικά, τα σταφύλια, το κρασί, τα όσπρια, τις ελιές και το λάδι, ήσαν όσα ήδη αναφέρει ο Μάγνης – κυρίως χάλκινα, χρυσά ή αργυρά σκεύη και χρυσοκέντητα ενδύματα που έντυναν πλούσιες γυναίκες της εποχής.
Στα μισά του 19ου αιώνα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, λειτουργούσαν στην Πορταριά δύο ταράφια, δηλαδή πολιτικά κόμματα. Λεπτομερέστερα, βέβαια, γράφουμε αλλού γι αυτά.
Το ένα ήταν το κόμμα των κοτζαμπάσηδων με αρχηγό τον Κ.Αμπράζη και το λαϊκό (ή της τσούρμας ή της φτώχειας) με αρχηγό τον Κ. Γράμμο.
Αργότερα βέβαια ανακατεύονται κι άλλοι. Έμποροι και μεγαλοκτηματίες στο κόμμα των κοτζαμπάσηδων -  γιατρών στο κόμμα της φτώχειας.

Ιστορία του Αϊταφίτικου
Ένας απ’ τους τελευταίους είναι ο Γιαννάκης Μπάιλας ο πρώτος ιδιοκτήτης του Αϊταφίτικου Κτήματος – του οικοπέδου όπου σήμερα βρίσκεται το κομψό θεατράκι, μπροστά απ’ την Εκκλησία του Άη Νικόλα.
Το οικόπεδο που οι περισσότεροι γνωρίσαμε ως μπαϊρ, δηλαδή οικόπεδο χωρίς δέντρα, κατωφερές, τόπος όπου έπαιζαν τα παιδιά και οι χωρικοί πετούσαν τα σκουπίδια τους για χρόνια, υπήρξε ιδιοκτησία κάποιου Χατζή – Τσούλχα ο οποίος το άφησε με διαθήκη στον Πανάγιο Τάφο.
Ένα μέρος του οικοπέδου οι μοναχοί του Παναγίου Τάφου το διαχειρίζονται για λογαριασμό των φτωχών του χωριού, σύμφωνα με την επιθυμία του διαθέτη. Ένα ελαιοπερίβολο το εκποιεί. Αγοραστής είναι ο Γιάννης ή Γιαννάκης Μπάιλας.
Παραθέτουμε την μεταβιβαστική πράξη[11]
                                    Γρόσια 200
Επίσημος χάρτης ιεροδικαστικών πράξεων περιεχομένου από 1000-2000 γροσίων.
Το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου (χοτζετίου) πωλήσεως και αγοράς ακινήτου γράφτηκε από τον ταπεινό Μουσταφά Ραγκίπ, αντικαθιστώντας τον Μολλά της επαρχίας Βόλου.    
Ας του συγχωρεθεί (ενν.τον Μουσταφά Ραγκίπ)
Ο μοναχός που ονομάζεται παπα – Αυξέντιος, από τους της Εκκλησίας Ιεροσολύμων που βρίσκεται στην Αγία Πόλη και ονομάζεται Καμαμέ, επιφορτισμένος με υψηλό φερμάνι για την δευθέτηση με κάθε τρόπο του θέματος  που αναφέρεται πιο κάτω, προέβη στην εξής πλήρη ομολογία και προφορική δήλωση ενώπιον του σεβαστού και αιτούντος υπακοή ιερού δικαστηρίου, που συγκροτήθηκε στην πόλη του Βόλου (GOLOS) παρουσία και του φέροντος την γραφή αυτή χριστιανού υπηκόου (ZEMI) ιατρού Γιαννάκη Μπάιλα, κατοίκου του χωριού Πορταριάς:
 «Ο υπήκοος που ονομαζόταν Χατζή Τσούλχας κάτοικος του χωριού που αναφέρθηκε και έχει ηδη αποθάνει (murdolan), όντας εν ζωή έκανε διαθήκη αφιερώνοντας για τη συντήρηση των φτωχών της εκκλησίας που αναφέρθηκε τα κτήματα που κατείχε ως απόλυτος κύριος και πραγματικός εξουσιαστής.
Μετά τον θάνατό του τα κτήματα που άφησε με διαθήκη και επιτρέπεται να μεταβιβασθούν είναι ένας ελαιώνας που περιλαμβάνει, ένα ερείπιο σπιτιού, ένα υπόστεγο….
(το κτήμα συνορεύει)…… από την άλλη με σπίτι του Παναγιώτη Διαμασιώτη, από την άλλη με κήπο Βάσου Δαμασιώτη και τέταρτη μεριά με εκκλησία και τοίχους.
Επειδή αυτά βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ και ακόμη δεν έχουν καταγραφεί, κρίθηκε προτιμότερο για το βακούφι να πουληθούν οπωσδήποτε και το τίμημά τους να εκτοκισθεί.
Έτσι ο κήπος αυτός με όλα τα εξαρτήματα του και τα εις αυτόν περιεχόμενα, απηλλαγμένος από κάθε πλημμελή όρο και βάρος ακυρότητος, πωλήθηκε με οριστική πώληση, σύμφωνα με το ιερό δίκαιο και το περιεχόμενο του υψηλού φερμανίου που έχω στα χέρια μου  έναντι τιμήματος 4.200 γροσίων στον αναφερθέντα ΓΙΑΝΝΑΚΗ και παραδώθηκε σ’ αυτόν ως κτήμα τελείας κυριότητας. Κι αυτός δέχθηκε την πώληση και την παράδωση του κτήματος και παρέλαβε και δέχθηκε αυτό και εγώ κατόπιν έλαβα και εισέπραξα από τον αγοραστή Γιαννάκη το 4.200 γρόσια του τμήματος ακεραίως. Τουντεύθεν το σπίτι, το υπόστεγο και ο ελαιώνας με τα σύνορα που αναφέρθηκαν αποτελούν πραγματικό κτήμα και αναμφισβήτητο δικαίωμα του αναφερθέντος αγοραστού ιατρού Γιαννάκη.
Ας είναι ιδιοκτήτης τους και ας τα διαθέτει όπως θέλει και κατά την εκλογή του….
Οι μάρτυρες.
Muraffer Mehmet Ali, Seyh Omer Fendi, Arap Ali υπηρέτης του Δικαστηρίου και οι Νικολός Γράμμος, Νικολής Ρέτζος, Γιαννάκης Βαϊτζής, Νικολής Παπα- Ρήγα, Δημήτρης Μέρμου, Γιάννης Σαπουνάς και οι λοιποί.
Το έγγραφο έχει συνταχθεί το 1855.
Πιστεύουμε ότι πρέπει να παρουσιασθεί και το έγγραφο κυριότητας του Παναγίου Τάφου το οποίο έφερε ο μοναχός Αυξέντιος:
«Η Μετριότης ημών διά του παρόντος Αυτής Πατριαρχικού ενδεικτικού γράμματος δηλοποιεί, ότι επιτρέπομεν και χορηγούμεν πληρεξούσιον άδεια τω εν Λαρίσση Οσιωτάτω Πρωτοσυγγέλω του Παναγίου Τάφου κυρ Αυξεντίω, όπως εκποιήση δια δημοπρασίας το εν Πορταριά του Βόλου σωζόμενον και ανήκον τη κτηματοδεσποτίαν του Ζωοδόχου Τάφου οικόπεδον, όπερ κτάται παράτινι εκείσε Ιερά Εκκλησία και παραλαβών σώαν την τιμήν αυτού, εμβάση ταύτην προς ημάς. Επειδή δε η ευεργεθησομένη παρά της οσιότητος του δημοπρατική πώλησις του ρηθέντος οικοπέδου, ως γιγνομένη δια πατριαρχικής ημών εγκρίσεως και κατά πράσιν τελείαν, έξη παν το απαιτούμενον κύρος, ως ο μέλλων αγοράσας δια πλειοδοτήσεως το οικόπεδον εξής έσεται τέλειος και νόμιμος εξουσιαστής και ιδιοκτήτης αυτού. Όθεν εις ένδειξιν τούτων εγένετο και το παρόν ημών Πατριαρχικόν Γράμμα και αποστέλλεται τω ειρημένω πρωτοσύγκελω κυρ Αυξεντίω.
Κύριλλος Πατριάρχης Ιεροσολύμων αποφαίνεται
            Εν Κωνσταντινουπόλει αωνα Οκτωβ ιβ
                                    1851.

Ένα κοντινό – μακρινό έγγραφο
Ο Ιωάννης Μπάιλας υπήρξε όπως είδαμε επικεφαλής του κόμματος της φτωχολογιάς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δράση των κοτζαμπάσηδων δεν υπήρξε πολλές φορές ευεργετική για τους χωρικούς.
Όπως βρίσκει ο Σκουβαράς μερικοί από αυτούς πολιτεύθηκαν με σπάνια διπλωματικότητα σε θέματα σχέσεων Τούρκων και Ραγιάδων και «πολλάκις ανεχαίτισαν δια του πολιτικού θάρρους των τας βαρβάρους και κακοήθεις ορμάς των Τούρκων διοικητών και αυθαιρέτων στραταρχών.»
Εντούτοις, κατά τον ίδιο ερευνητή, στις 11 Ιουνίου του 1846, οι προεστοί (κυρίως κοτζαμπάσηδες) όλων των χωριών του Πηλίου, μαζί κι ο δεσπότης Μελέτιος συγκεντρώθηκαν στην Πορταριά και αποφάσισαν όσα πρωτότυπα (κι απαράδεκτα) αναφέρονται σε Λυτό Εγγραφο της Βιβλιοθήκης των Μηλεών[12].
«Σήμερον την ενδεκάτην του Μηνός Ιουνίου του χιλιοστού τεσσαρακοστού έκτου έτους εν Πορταριά, επί συνελεύσεως των αντιπροσώπων όλων των χωρίων του Καζά Βώλου, συγκαταθέσει όλων  και του Σεβαστού Αρχιερέως Δημητριάδος Κυρίου Μελετίου,
εγένετο η παρούσα διατίμησις των Αρχιερατικών του δικαιωμάτων, συμφώνως με τα ανεγνωρισμένα έκπαλαι Αρχιερατικά δικαιώματα και εισπραττόμενα παρ’ όλων των Αρχιερέων προκατόχων του. Αυτή μόνη θέλει έχει του λοιπού ισχύν απαραβίαστον, ως γινομένη εγκρίσει αμφοτέρων των μερών και τείνουσα προς κατάπαυσιν όλων των μέχρι τούδε κατά της Αυτού Πανιερότητος παραπόνων της επαρχίας.
Α’: Η ιερολογία των ιερέων γρόσια δώδεκα χωρίς άλλο τι.
Β’ : Ετήσια κανονικά των Μοναστηριών, των μεν ιδιορρύθμων γρόσια σαράντα, των της δευτέρας τάξεως είκοσι και της τρίτης γρόσια δέκα[13]. Εννοείται ότι από τα μη έχοντα καλογήρους Μοναστήρια δεν έχει να ζητήση τίποτε.
Γ’: Τα ετήσια κανονικά εκάστου χωρίου, ως επί του αρχιερέως Νεοφύτου.
Δ’: Χειροτονίαι ιερέων γρόσια τριακόσια, γινομένη με την συναίνεσιν την χώρας, εις την οποίαν κατοικεί, και δι’ επισήμου αναφοράς της ιδίας χώρας.
Ε’: Τα δικαιώματα του πρώτου γάμου γρόσια εξ και μισό, του δευτέρου γρόσια δεκατρία, και του τρίτου γρόσια πεντήκοντα.
ΣΤ’: Εις διάλυσιν ψιλών συμφώνων δεν θέλει λαμβάνει ουδέν δικαίωμα.
Ζ’: Εις διάλυσιν ανδρογύνων γινομένων μετά την νόμιμον διάστασιν γρόσια εκατόν διδόμενα από τον ζητούντα την διάλυσιν.
Η’: Εις διάλυσιν αρραβώνος γρόσια εικοσιπέντε διδόμενα από τον αίτιον της διαλύσεως.
Θ’: Εις εγκαίνια τρισυποστάτων εκκλησιών γρόσια τριακόσια, εις όμοια μικροτέρων εκκλησιών γρόσια εκατόν.
Ι’: Εις προθέσεις πρώτης τάξεως ανδρών γρόσια πενήντα πέντε, δευτέρας γρόσια είκοσι πέντε, τρίτης γρόσια δέκα. Αί προθέσεις των γυναικών αναλόγως τα ημίσυ.
ΙΑ’: Επίσημοι διαβεβαιώσεις γρόσια τριάκοντα, τα ημίσυ τούτων εις υποθέσεις μικράς.
ΙΒ’: Αφορισμός γρόσια εξ
ΙΓ’: Λειτουργική γρόσια είκοσι πέντε.
ΙΔ’: Από πνευματικούς, εις τους οποίους δίδει ενταλτήρια, δεν θέλει λαμβάνει τίποτε.
ΙΕ’: Όταν τις αποθάνη, οι ιερείς θέλουν έχει την άδειαν να τον θάπτουν, χωρίς να απαιτήται προς τούτο η άδεια των επιτρόπων.
ΙΣΤ’: Όταν δι εύλογον αιτίαν ήθελεν εξωκκλησιάσει τινά, δεν θέλει του ζητεί τίποτε, όταν τω δώση την άδειαν της εισόδου.
ΙΖ’: Όταν ιερέα παιδεύση Εκκλησιαστικώς δι αποδεδειγμένα σφάλματα του δίδων αυτώ ακολούθως την άδειαν του ιερουργείν, δεν θέλει λαμβάνει τίποτε.
ΙΗ’: Αφορισμός δεν θέλει δίδεται επί απλή αιτήσει  του ενός μέρους των διαφερομένων, αλλ’ αφ’ ού, προσκαλεσθέντων αμφοτέρων των διαφερομένων, ανακαλύφθη το δίκαιον εις τίνα ανήκει.
ΙΘ’: Όταν κατά πρόσκλησιν μιάς χώρας της επαρχίας, οι καλόγηροι των εντοπίων μοναστηρίων με τους θησαυρούς ζητηθώσιν δι αγιασμούς, να μη λαμβάνη τίποτε. Χωρίς να δύνανται να περιέρχωνται οι εντόπιοι καλόγηροι άνευ τινός προσκλήσεως.
Κ’: Σύμφωνα με τους Εκκλησιαστικούς Κανόνας εις καλογήρους Ιερομονάχους ενορίας εντός των χωρίων της Επαρχίας να μη δίδη, αλλά και τους υπάρχοντας και τους ακολούθους να τους περιορίζη εις τα εντός της Επαρχίας μονύδριά των.
Όμοια του παρόντος εγένοντο διάφορα, εκ των οποίων έν υπογράφεται παρά της Επαρχίας δια την Σεβασμιότητά του, τα δε λοιπά υπογράφονται παρά της Σεβασμιότητος του διά τα χωρία.
Προσθήκη.
Κατά την περιοδείαν της Αυτού Πανιερότητος την τακτικήν, έκαστον χωρίον θέλει τω δίδει γεμελίκι ( έξοδα διατροφής) δια δύω ημέρας. Οι μαχαλάδες δια μίαν μόνον ημέραν.
+ Ο Δημητριάδος βεβαιοί».


Ταράφια στην Πορταριά
Όπως ήδη αναφέρουμε στην Πορταριά, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, υπήρχαν δύο κόμματα: Των κοτζαμπάσηδων που είχε αρχηγό τον Κ. Αμπράζη και το λαϊκό, που ονομάζονταν και «της τσούρμας» ή «της φτώχειας» με αρχηγό τον Κ. Γράμμο.
Μετά το 1850 όμως άρχισαν ν’ ανακατεύονται στην πολιτική οι αδελφοί Γεωργιάδη (Φίλιππος και Αναστάσιος) και ο Αλέξανδρος Κουκουσλής.
Το 1866 τους διαδέχθηκαν στην αρχηγία του κόμματος των κοτζαμπάσηδων οι αδελφοί Νικόλαος και Κωνσταντίνος Τσοποτός, ο Αθανάσιος Δημητρίου ή Αθανασάκης και ο Αργύρης Κανταρτζής.
Στο κόμμα της τσούρμας αρχηγοί ήσαν επί το πλείστον γιατροί – ανάργυροι γιατροί εκείνα τα χρόνια : Ο κόσμος τους ξεπλήρωνε την καλοσύνη τοποθετώντας τους σε θέσεις διοικητικές.
Τέτοιοι γιατροί λοιπόν ήσαν οι Ιωάννης Μπάιλας, Κώστας Ζησάκης ή Μαστρογιάννης και Κωνσταντίνος Χατζηαργύρης.
Στα κόμματα, τα οποία ονομάζονταν τότε  ταράφια, υπήρχε ο φανατισμός που υπάρχει ως και σήμερα. Ο Σκουβαράς προτείνει στους ειδικούς ν’ ασχοληθούν μ’ αυτό εμπεριστατωμένα. Με την εξέταση αυτή πρόκειται να φωτισθούν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα που σχετίζονται άμεσα με την εκκλησιαστική, την εθνική, την πολιτική, την εκπαιδευτική, την οικονομική ζωή της περιοχής στους τελευταίους αιώνες.
Και συμπληρώνει: «Η αλήθεια είναι ότι η δράση των κοτζαμπάσηδων φάνηκε, πολλές φορές ευεργετική. Πέρα από την οικονομική τους δύναμη και την νοικοκυροσύνη τους, μερικοί από αυτούς πολιτεύθηκαν και με σπάνια διπλωματικότητα σε θέματα σχέσης Τούρκων και ραγιάδων «οίτινες – καθώς αναφέρουν τα γραφτά σημειώματα- αναχαίτισαν διά του πολιτικού θάρρους των τας βαρβάρους και κακοήθεις  ορμάς των Τούρκων διοικητών και αυθαιρέτων στραταρχών».

Επαγγέλματα Πορταριτών στον 18ο και 19ο αιώνα . 
Σ’ ένα σημείωμα του στην εφημερίδα Πορταριά ο ερευνητής Γιάννης Γιακουμάκης αναφέρεται στα επαγγέλματα των πορταριτών στον 18ο και 19ο αιώνα. Γράφει μεταξύ άλλων:
«…..Οι χαλκιάδες της Πορταριάς λοιπόν, οι τεχνίτες σιδήρου χαλκού αλλά και ευγενεστέρων μετάλλων είχαν τα εργαστήριά τους στην Πορταριά γύρω στα 1762 – 1791….
…Από τότε και μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το 1881, υπήρχαν στην Πορταριά μικρές βιοτεχνίες στις οποίες απασχολούνταν αρκετοί κάτοικοι και προσπορίζονταν τα αναγκαία για να ζήσουν τις πολυπληθείς φαμίλιες τους. Πέρα απ’τα χαλκάδικα, αργυροχρυσοχοεία και βυρσοδεψεία υπήρχαν οικιακές επιχειρήσεις σηροτροφίας (καλλιέργειας μεταξοσκώληκα) και επεξεργασίας μεταξιού. Έφτιαχναν εδώ τα περίφημα μπρισίμια και γαϊτάνια, τα οποία μοσχοπουλούσαν, όχι μόνο στις ντόπιες αγορές, της Σμύρνης και της Πόλης, αλλα εξήγαγαν και στην Γαλλία. Δεν είναι τυχαίο ότι στα 1840 υπήρχε Γάλλος Υποπρόξενος με έδρα την Πορταριά (ονόματι Barthelemy). Αυτός πρακτόρευε για λογαριασμό των Γάλλων τα εξαιρετικά προϊόντα του μεταξιού. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι την περίοδο εκείνη σε ολόκληρο το Πήλιο γίνονταν συστηματική καλλιέργεια της μετάξης  και τα χωριά ήταν σε ανθηρή οικονομική κατάσταση. Η ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων πηγαίου νερού βοήθησε στην υδροκίνηση αλευρομύλων, λιοτριβίων και ντριστελλών……
……..Μια αναδίφηση στο Δημοτολόγιο του Δήμου Ορμινίου αλλα και στο μαθητολόγιο της πρώτης μετά την απελευθέρωση (1881) εποχής, μας φανερώνουν τις ασχολίες των κατοίκων και την οικονομική ζωή του τόπου, που τότε αριθμούσε πάνω από 4000 ψυχές. Αρκετοί ήσαν κτηματίες, επίσης κάποιοι κτηνοτρόφοι.
Παρήγαγαν φρούτα, κηπευτικά, πατάτες, κάστανα, κρασί, τσίπουρο, κρέατα και τυροκομικά. Αρκετοί ξυλοκόποι, ξυλοκαρβουνιάρηδες και οι κυρατζήδες που μετέφεραν τα προϊόντα από και προς την Πορταριά. Μετέφεραν με τα ζώα τους τα προϊόντα του μόχθου μέσω λιθόκτιστων δρόμων  που συνέδεαν τα χωριά…..
…….Ανάμεσα στα επαγγέλματα αναφέρονται αρκετοί λεπτουργοί (επιπλοποιοί – μαραγκοί), πεταλωτήδες, σιδεράδες, κουρείς, τσαγγάρηδες, οι οποίοι τότε έφτιαχναν παπούτσια από την αρχή (καινούργια)  μπακάληδες και ξενοδόχοι. Λίγοι ραφτάδες, ένας κοσμηματοπώλης, ο Κωνσταντίνος Παγωνάρης του Δημητρίου, δυό μουσικοί, ο Γιώργος Γουρλάπας, βιολιστής και ο Γιώργος Πανταζής ή Γκουρής.
Ένας αργυραμοιβός έπαιζε τον ρόλο του Τραπεζίτη. Ακόμη μετριούνται 7 ή 8 Ιερείς. Προφανώς πέρα από τους Ιερείς των Ενοριών υπήρχαν και οι καλόγηροι του Άη – Γιάννη και του Αγίου Κωνσταντίνου.
Αρκετοί δάσκαλοι.
-         Χατζηδήμου, Σχολάρχης ετών 51
-         Ιωάννης Αλβανός, Δημοδιαδάσκαλος
-         Κωλλάς Δημ. του Νικ., Δημοδιδάσκαλος. Είναι αυτός που κατέγραψε 10 παραμύθια της Πορταριάς και τα απέστειλε στον τότε Επιθεωρητή της Εκπαίδευσης Νικόλαο Πολίτη.
Σκλαβούνος Νικόλαος  του Ιωάννου, Διδάσκαλος
Αντωνίου Ιωάννης του Ρήγα, Διδάσκαλος
Δημήτριος Καρέλλος του Νικολάου

Η απορία του φιλτάτου Δημητρίου
Ο προαναφερθής Δημήτριος Κωλλάς στα 1892 αποστέλλει επιστολή στον Ζωσιμά Εσφιγμενίτη.
« Παρακαλώ υμάς, κ. Διευθυντά, όπως ει δυνατόν προμηθεύσητε υμάς την ορθήν γραφήν των λέξεων Ορμινίου (της λέξεως «Ορμίνιον»), διότι ο δήμος μας καλείται ‘Δήμος Ορμινίου’και τοιούτον όνομα φέρει και εν τη σφραγίδι.
Εγώ φρονώ ότι πρέπει να λέγηται και να γράφηται «Δήμος Ορμενίου», διότι μεθ’όσους αρχαιολόγους Γάλλους είχον πολλάκις την τιμήν να συνομιλήσω και συζητήσω περι του δήμου μας και αυτοί μ’ είπον ότι πρέπει να λέγηται και να γράφηται Ορμένιον, ως εκ του Λατινικού Ormenium ή Γαλλικού Ormenion. Προσέτι εν τω Αρχαιολογικώ Λεξικώ του Ν. Λαυρέντη του εκδοθέντος εν Βιέννη τω 1837, εν σελίδα 410, εύρηται ούτως :
Ορμένιον, το : Πόλις της Μαγνησίας χώρας εν Θεσσαλία, κειμένη επι του Παγασαίου Κόλπου, το παλαι καθέδρα (έδρα) ενός μικρού βασιλείου των Αιόλων, κτισθείσα ως λέγεται υφ’ ενός των εγγονών Αιόλου του δευτέρου Ορμένου, της οποίας οι κάτοικοι μετ’ άλλων Θεσσαλών  ήλθον μετα τούτου και κατώκησαν την πόλιν Δημητριάδα,  επί δε των χρόνων του Στράβωνος υπήρχε το Ορμένιον κώμη.( Ομ. Ιλ. 738 Κατ. Ευσταθ. ψιλούμενον.) Εισέτι ηγεμών του Ορμενίου εν Θεσσαλία υπήρξε και ο Ευρύπολος, υιός του Ευαίμονος και Ώπος, είς των μνηστήρων της Ελένης...Διατί μετά ταύτα ονομάσθη Πορταριά, εν τω προσεχεί φύλλω θα γράψω τα εικότα , εξ’ όσων θετικών πηγών ηδυνήθην να αρυσθώ (να δανεισθώ).

                                    Πορταριά τη 14 Ιανουαρίου 1892
                                             Δεξασθε κτλ
                                           Όλων υμέτερος
                                            Δ. Ν. Κωλλάς  

Η απάντηση του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη στο ίδιο περιοδικό [14]:
« Φίλτατε κ. Δημήτριε,
            Υποθέτω ότι είναι περιττόν να ερωτά τις τους αρχαιολόγους και να καταφεύγει εις τας ευρωπαϊκάς γλώσσας δια γνωστάς ομηρικάς λέξεις, διότι άπαντες οι γράφοντες το ομηρικόν Ορμένιον έγραψαν αυτό Ορμένιον και ουχί Ορμίνιον, μόνο ο Στράβων λέγει ( Θ 438) ‘ το μεν ουν Ορμένιον νυν Ορμίνιον καλείται, και ίσως οι δόσαντες τον λόγον τη κυβερνήσει περι των δήμων της επαρχίας ημων είχον υποψιν το του Στράβωνος χωρίον Ορμίνιον και δια τούτο ήδη και ο δήμος καλείται δήμος Ορμινίου και η σφραγίς το αυτό έδει και φέρη  όνομα ( έπρεπε να φέρει), η ισως παράγουσι την λεξιν απο το.. ‘Ορμίνος’, ήτις ( η οποία λέξη ) σημαίνει είδος λάχανου ή βλαστόν κράμβης (καρπολάχανου) διο ο Αθήναιος γράφει «Ορμίνος», ‘ ένθα πρότερον όρμενοι εγέγραπτο,...Οι θέτοντες το Ομηρικόν Ορμένιον εν τη Μαγνησία προφανώς σφάλουσι, διότι αυτό εκειτο πέραν του Πηνειού ποταμού, ένθα και η Υπέρεια κρήνη»[15].

Ορμίνιον - και με σφραγίδα
Ο Δήμος Ορμινίου ο οποίος αναφέρεται στην επιστολή του Δημητρίου Κωλλά, του ‘φιλτάτου Δημητρίου’ κατά τον Ζωσιμά Εσφιγμενίτη, αποκτάει τη σφραγίδα του στις 13  Ιουλίου του 1883.
Η σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου «εις πλήρην συνεδρίασιν, παρουσία του Δημάρχου Σπυρίδωνος Νικολαίδου» και με πρόεδρο τον Αθανάσιο Βλαχλή ήταν να καθιερωθεί, ως προσωρινή πρώτη σφραγίδα ο Ιπποκένταυρος, ο οποίος ‘έθρεψε τον Αχιλλέα’ – εννοεί προφανώς τον  Χείρωνα – και γύρω οι λέξεις ΔΗΜΟΣ ΟΡΜΙΝΙΟΥ» Η καθιέρωση της σφραγίδας έγινε ύστερα απ’ την υπ’ αριθμόν 2084 διαταγή του επάρχου Βόλου. Ας μην ξεχνούμε ότι δεν υφίστατο την εποχή εκείνη Νομός Μαγνησίας, αλλά επαρχία  Βόλου, με πρωτεύουσα τον, νεότευκτο τότε, Βόλον ή Βώλον ή Γώλον. Για την κατασκευή της σφραγίδας διετέθη απο το αποθεματικό του Δήμου Ορμινίου πίστωση 25 δρχ. Στην ίδια συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου διατίθενται τα ‘εισερχόμενα και τα ανερχόμενα ώνια  (αγαθά). Ο δημοτικός φόρος φθάνει στο 2% επι των τιμών.
            Εκείνα τα χρόνια, την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα, η Πορταριά και το Κατηχώρι ήσαν κατάφυτα από αμπέλια. Στο Δημοτικό Συμβούλιο της 24ης Ιουλίου 1883 διορίζονται αμπελοφύλακες ο Γεώργιος Ανδρίτσος στη θέση Βίγλα, Χαράλαμπος Κοντορίζος στη θέση Άγιος Γεώργιος, Δημήτριος Θέος στη θέση Γκρίλιανη, Τάτσης Θέος στη θέση Γκολίνα, Ιωάννης Σκοραγιάννης στη θέση Βλάσσου, Ζήσης Σταματάκης στη θέση Βαμβακιά, Ιωάννης Μελιτζανάς στη θέση Ταξιάρχη, Παναγιώτης Κολοβρέχτης  στη θέση Αγία Τριάδα. Η αντιμισθία του καθενός ορίσθηκε σε 61 δρχ. για όλη την περίοδο.
            Στην ίδια συνεδρίαση αντικαθίσταται ο δημοτικός εισπράκτορας Ιωάννης Αστεριάδης επειδή ‘δεν τηρεί τακτικά και ενήμερα τα απαιτούμενα λογιστικά βιβλία, ούτε φροντίζει για την είσπραξη των φόρων, αλλ’ ουδ’ ελπίζεται η διόρθωσις του’. Ως αντικαταστάτης προτείνεται ένας εκ των: Νίκου Ντίνα, Παναγιώτη Ανιτσά, Νικολάου Καρέλου. Δεν δέχεται κανέναν εξ’ αυτών και τελικά το Δημοτικό Συμβούλιο προτείνει τους Νικόλαο Βλαχλή και Παρίση Ανδρινό. Η ενοικίαση του φόρου εγκρίνεται εν ονόματι Νικολάου Ντίνα.
Να δούμε όμως και τους δημοτικούς άρχοντες της εποχής :
Δήμαρχος : Σπυρίδων Νικολαίδης
Πρόεδρος : Αθανάσιος Βλαχλής
Μέλη Δημοτικού Συμβουλίου : Σπύρος Ριζοδήμος
                                                   Βαρθολομαίος Ματσάγγος
                                                   Αντώνης Τριβελλάς
                                                   Ν. Γαλάνης
                                                   Ι.Δ. Πολυζόπουλος
                                                   Ζαφείρης Βικιώτης ( Βυκιώτης)
                                                   Τριαντάφυλλος Ανδρεάδης
                                                   Ν. Καπετανιάς.
Ακολουθούν, στη γλώσσα της εποχής, κάποια ψηφίσματα του Δημοτικού Συμβουλίου Ορμινίου.
                                                Ψήφισμα  ΡΗ
                                                        Το
                      Δημοτικόν Συμβούλιον Ορμινίου[16]

Συγκείμενον απο τον πρόεδρον Αθ. Βλαχλήν και τους προσυπογραφομένους Συμβούλους. Συνελθών εν τω Δημαρχείω εις πλήρη συνεδρίασιν,παρουσία και του Δημάρχου Σπυρίδωνος Νικολαίδου, όπως ορίση τα επι του στατήρος και κοιλού ( μέτρο
όγκου) δικαιώματα του Δήμου δια το έτος 1887. Λαβόν υπ’όψιν την υπ’αριθ. 25 εγκ. της 20ης Απριλίου ε.ε ( ενεστώτος έτους) του Υπουργείου Εσωτερικών.
                                                            Ψηφίζει
Τα δικαιώματα του στατήρος ορίζονται ανα παν ζύγισμα μέχρι μεν50 οκάδων λεπτά 5, 5 -100 λεπτά 10, απο 100 και επέκεινα ( και πάνω) λεπτά 15,τα δε του κοιλού δι’ έκαστον στατήρα 44 οκάδων λεπτά 10. Η χρήσις των μέτρων και των σταθμών είναι ουχί υποχρεωτική αλλά προαιρετική.
Αυτόγραφον και αντίγραφον υποβληθήτω (πρέπει να υποβληθεί) προς έγκρισιν.     
                               Πορταριά τη 14 7βρίου (Σεπτεμβρίου) 1886.

Κρήναι και φρέατα
Από τον προϋπολογισμό του 1886 κάποια στοιχεία :
                                                Έξοδα
- Αντιμισθία Δημάρχου    600 δρχ.
-Μισθός γραμματέως   1800
-Μισθός Κλητήρων δημοτικών και αστυνομικών 2 δύω [17]  1440
-Έξοδα δημαιρεσιών 150
Δημοτικά έργα
-Οδοί και Γέφυραι   500
-Κρήναι, Υδραγωγεία και φρέατα   100
Αγαθοεργίαι
-Συνδρομή του Δήμου εις μισθούς δημοδιδασκάλων  3000

Μετανάστευση – διαχρονικό Ελληνικό δαιμόνιο
Στο τέλος του 18ου αιώνα οι Πηλιορείτες, παρ’ όλο που και το εμπόριο και η βιομηχανία και η ναυτιλία τους ανθούν, αρχίζουν να μεταναστεύουν σε πόλεις της Ευρώπης, της Μικρασίας και της Αιγύπτου.
«Το φαινόμενο τούτο» σημειώνει ο Άθως Τριγκώνης[18] «μίαν εξήγηση μπορεί να ΄χει : Τον υπερπληθυσμό. Ο Beaujour, που επισκεύθηκε, όπως είπαμε, το Πήλιο κατά το 1790, παραδέχεται πως είναι το πιο πυκνοκατοικημένο μέρος της Ελλάδας και  υπολογίζει ότι κατοικούσανε 613 άνθρωποι σε κάθε τετραγωνική λεύγα του, ενώ στην Πελοπόννησο ήταν μόνον 300. Βρισκότανε, έτσι, στην ανάγκη οι Πηλιορείτες και μια που ο πλούσιος τόπος τους δεν τους χωρούσε και δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την μανία του πλουτισμού, που όλοι τους νιώθανε, να μεταναστεύουν σε ξένες χώρες, όπου, με την ενεργητικότητα τους, και την εξυπνάδα τους και την επιμονή τους κατορθώνανε να πλουτίσουν-ή τουλάχιστον – να ευπορήσουν».
 Αυτοί είναι οι λεγόμενοι Αιγυπτιώτες. Οι περισσότεροι αφού πλουτίσουν έρχονται και εγκαθίστανται στην πατρίδα τους. Χτίζουν όμορφα σπίτια, τα αρχοντικά, κάνουν δωρεές στους φτωχούς συμπατριώτες τους.
Μια περιγραφή του αρχοντόσπιτου του παππού του Νικολάου Ζούλια κάνει ο Νικόλαος Τσιρογιάννης στο βιβλίο του ‘Απομνημονεύματα ενός παππού’ :

Ένα αρχοντικό
« Το σπίτι, που είχε κτισθεί με όψη πύργου, αποτελούνταν από ισόγειο με δυο δωμάτια και κουζίνα και κυρίως ημιυπόγεια, όπου φυλάσσονταν το λάδι και το κρασί της χρονιάς, καθώς και άλλες προμήθειες, το μεσαίο πάτωμα, όπου η τραπεζαρία, το σαλόνι και η κυρίως κουζίνα καθώς και το χειμωνιάτικο και τέλος το δεύτερο πάτωμα, του οποίου η προς την αυλήν πρόσοψις προεξείχε από την υπόλοιπη οικοδομή και όπου ήσαν πέντε υπνοδωμάτια. Το παράσπιτο που αποτελούνταν από το πλυσταριό και μια διώροφη προέκταση από δυο δωμάτια στο επάνω πάτωμα με δυο αποθήκες στο κάτω, είχε γίνει μη κατοικήσιμο.
 Εδώ πρέπει να πω ότι όλα τα σπίτια στο Πήλιο έχουν δωμάτιο που λέγεται χειμωνιάτικο. Είναι το πιο ζεστό με χαμηλού φάρδους καναπέδες (μιντέρια) και από τις δυο πλευρές του τζακιού και όπου κοιμόνταν όλη η οικογένεια όταν έκανε πολύ κρύο. Επίσης χαρακτηριστικό των σπιτιών του Πηλίου, των μεγάλων τουλάχιστον, είναι το παράσπιτο, που το λένε χαμηλό και χρησίμευε ως κατοικία του υπηρετικού προσωπικού. Σημειώνω ότι, τον καιρό που κτίσθηκε το σπίτι, Βόλος δεν υπήρχε σαν πόλη, αλλά αποτελούνταν απο το Τελωνείο και κάτι λίγα σπίτια Τουρκικά    (Ελληνική η Θεσσαλία έγινε μόνο το 1882 ενν. 1881).
Αμέσως αντιμετώπισα το που θα ξανάχτιζα και θα στερέωνα ό,τι μπορούσε να διατηρηθεί από το αγαπημένο αυτό σπίτι...» [19].

Εγκεντρισμοί οικογενειακών δέντρων
Ο Νικόλαος Τσιρογιάννης ζωντανεύει την ιστορία του ‘αγαπημένου αυτού σπιτιού’ που έριξαν οι σεισμοί και το οποίο υπήρξε ο συνδετικός κρίκος τριών ή τεσσάρων γενεών.
 « Χτίσθηκε απο τον Αθανάσιο Κουκουσλή (ή Κοκωσλή), αδελφόν του απο τη γιαγιά μου προπάππου μου, το 1833, ταυτοχρόνως με δυο άλλα όμοια, με κοινή και τα τρία πρόσβαση, το ένα των οποίων ήταν του προπάππου Δημ. Κουκουσλή και το άλλο του μεγάλου θείου Κουκουσλή που και τα δυο έχουν περιέλθει τώρα σε απογόνους ή άλλους. Το 1870, προκειμένου να παντρευτεί ο παππούς μου ( πατέρας της μητέρας μου) Νικόλαος Ζούλιας, τη γιαγιά μου, κόρη του προπάππου Δ. Κουκουσλή, που ανέφερα παραπάνω, επεδίωξε να αγοράσει και αγόρασε τελικά το σπίτι του θείου της μνηστής του ο οποίος εσχεδίαζε να εγκαταλείψει την Πορταριά και να εγκατασταθεί στα Λεχώνια όπου είχε κτήματα και είχεν ήδη αποκτήσει άλλο σπίτι, τον σωζόμενο και γνωστό ως ‘Πύργον Κουκουσλή’.
 Ο παππούς μου Ν. Ζούλιας έλαβε κατοχήν του σπιτιού, ετέλεσε τους γάμους του με την γιαγιά μου Ευανθία Κουκουσλή, αρκετά δε απο τα έπιπλα που βλέπετε ακόμη ( απευθύνεται στα εγγόνια του)είναι της εποχής εκείνης. Μεταξύ των άλλων αγοράσθηκε μια ραπτομηχανή γερμανική Νάουμαν, μοντέλο 1870, απο τις πρώτες που κατασκευάσθηκαν, και που την βλέπετε τώρα μέσα σε γυάλα απο πλαστικό. Η γιαγιά πέθανε το 1913....
Ο δρόμος όπου ευρίσκεται το σπίτι λέγεται ‘οδός Δήμου Ζούλια’ προς τιμήν του μεγάλου θείου, αδελφού του παππού μου, που πέθανε αφήνοντας μια διαθήκη 14.000 χρυσές λίρες, το 1914, στην κοινότητα Πορταριάς. Άγαλμα του θείου υπάρχει στην είσοδο του χωριού. Εκεί κοντά είναι και το μνήμα της προμάμμης μου. Του προπάππου Πανταζή Ζούλια ευρίσκεται μπροστά στην εκκλησία του Αγ. Νικολάου...».

Αποικιακό στύλ
Για τον αρχιτεκτονικό ρυθμό του σπιτιού που πριν λίγο μας περιέγραψε ο Νικόλαος Τσιρογιάννης, ο Κίτσος Μακρής εισάγει τον όρο «αποικιακό στυλ». Ο ρομαντισμός που διακρίνει την αρχιτεκτονική των σπιτιών αυτών και ο ακαδημαϊσμός τους δεν σχετίζονται με τον νεοκλασικισμό, όπως αυτός τουλάχιστον εφαρμόσθηκε και αναπτύχθηκε στο ελεύθερο Βασίλειο της Ελλάδας στα μέσα του 19ου αιώνα[20].

Παγγύρια (πανηγύρια)
Στα σπίτια αυτά, που δεν μπορείς να τα  βάλεις κάτω απο το φανό ούτε ψυχρά να τα περιγράψεις, ζουν, κοινοτικά όπως το ξανάπαμε, οι άνθρωποι της Πορταριάς. Βιώνουν τα γλέντια, τις χαρές και τα πένθη τους. Καλωσορίζουν και αποχαιρετούν. 
Εκτός απο τους Γάμους και τα Νυχτέρια (εκδηλώσεις που περιγράφονται αλλού) οι ταπεινοί χωριάτες χαίρονται και στις μεγάλες Δεσποτικές, τις Θεομητορικές και τις γιορτές των Αγίων τους. Χαίρονται κι έξω απο τα σπίτια τους, στα εξωκλήσια του χωριού, τις μέρες των πανηγυριών. Τα πανηγύρια αυτά, εκτός του μεγάλου των Αγίων Αναργύρων, την 1η Ιουλίου, για το οποίο θα μας μιλήσει σε άλλο κεφάλαιο  ο Γιώργος Τσιμπανούλης, είναι εκείνη την εποχή : 
-         Το Πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής – 26 Ιουλίου
-         Το Πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα – 27 Ιουλίου
-         Του Αγ. Ιωάννου Προδρόμου -  29 Αυγούστου
-         Του Προφήτη Ηλία – 20 Ιουλίου
-         Των Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης – 21 Μαίου
-         Της Αγ. Άννης – Κυριακή του Θωμά
Σ’ όλα τα εξωκκλήσια δηλαδή, εκτός από την Αγία Κυριακή, όπου δεν υπάρχει χώρος στο προαύλιο και την Αγία Μαρίνα (για τον ίδιο λόγο) πραγματοποιούνται πανηγύρια.
 Πέρα από τα γλέντια, πολλές φορές, στα πανηγύρια αυτά, υπήρχαν και παρατράγουδα με καβγάδες και μαχαιρώματα.
Ο κόσμος πάντως δεν πήγαινε μόνο για το φαγοπότι και τον χορό.  Εκκλησιάζονταν και μεταλάβαινε πρώτα στα μικρά εξωκκλήσια τα οποία έμεναν αλειτούργητα όλο τον χρόνο κι άνοιγαν τις πόρτες τους στους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες. Η Αγία Άννα, κανονικά θα ‘πρεπε να πανηγυρίζει τον χειμώνα, όμως οι Πορταρίτες έκαναν κινητή τη γιορτή της και την μετέφεραν στην Άνοιξη – η πανήγυρη τελείται την Κυριακή του Θωμά, ακόμη και στις μέρες μας.
 Ήταν πολύ κατανυκτικές για κάποιους αυτές οι λειτουργίες. Με την απλότητα, τον ‘παλιό’ παπά μέσα σχεδόν στο εκκλησίασμα, όπως γίνονταν στους αρχαίους χρόνους, τους ψάλτες χωρίς σπουδαία προσόντα, αγράμματους πολλές φορές, μα καθαρούς ανθρώπους.
Οι φωνές τους την Άνοιξη σκεπάζονταν απ’ τις τρίλιες των αηδονιών ή των χελιδονιών που έκτιζαν τις φωλιές τους στην σκεπή του ναίσκου.
Αυτές τις λειτουργίες που ήταν ολόιδιες στα εξωκκλήσια όλης της Ελλάδας περιγράφει με δύναμη κι ενάργεια ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Ο τελευταίος είχε επισκεφθεί την Πορταριά και ορισμένοι ισχυρίζονται πως έχουν αναγνωρίσει τις περιγραφές του χωριού τους στα διηγήματά του – κυρίως την περιγραφή της βρύσης μπροστά στο Δεσποτικό. Η βρύση αυτή βρίσκεται απέναντι απο το σπίτι που έμεναν οι δυο αδελφές του. Η μία ήταν καλόγρια, καλογέρευε στο σπίτι της. Απο διπλανή πόρτα έμπαινε στο σπίτι η άλλη αδελφή, η παντρεμένη με τον Ταλιαδούρο.
Υπήρχε και τρίτη αδελφή – έμενε κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και είχε παντρευτεί τον Μελαχροινό.
Στην Πορταριά επίσης, στις αρχές του 20ου αιώνα, ως γραμματέας της Κοινότητας εργάζονταν ο αδελφός του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη. Ο γιος του, Διαμαντής Παπαδιαμάντης, είναι εγγεγραμμένος στο μαθητολόγιο του Δημοτικού Σχολείου Πορταριάς.


Τα Καρκατζέλια και του Χιρουπλί
Στην Πορταριά δεν υπάρχουν έθιμα διαφορετικά από την ευρύτερη περιοχή. Το μέρος δεν είναι απομονωμένο και η επικοινωνία με τον κόσμο άμβλυνε το ξεχωριστό.
Υπήρχαν βέβαια  και τα έθιμα του δωδεκαήμερου: Η καύση στο τζάκι του κούτσουρου που συμβόλιζε το αντρόγυνο και που έδιωχνε μακριά τους καλικάτζαρους, τα διαβολάκια που πείραζαν τις άγιες μέρες τον κόσμο. Μια απ’ αυτές δημοσιευμένη στην Εφημερίδα ‘Θεσσαλία’, στις 25 Δεκεμβρίου 1976, έχει αποθησαυρίσει ο Κώστας Λιάπης στο περιοδικό ΒΙΓΛΑ. Ας την απολαύσουμε καταγραμμένη σε εντόπια προφορά :
« ...οι Πορταρίτις πίστιβαν τα καρκατζέλια κι λέγανι πως αυτά έρθουνταν τ’ μπαραμουνή απ’ τα Φώτα, άμα αρχίζανι να φουτίζνι οι παπάδες. Τ’ μπαραμουνή τα Χριστούγεννα θυμιάτζαν ουλ’ τ’ς αναγκών ( τα τζάκια) τ’ σπιτιού. Του ίδιου κάναν κι όντας φεύγαν. Κοίταζαν καλά, όντας φεύγαν τα καρκατζέλια, ουλ’ τ’ς αναγκών, μη τυχ’ κι απομεν’ κανένα κ’τσό καρκατζελ’ κι παρουσιάζιτι του βράδ’ κι τ’ς πράξ’. Κάθι βράδ’ μπλώναν (βούλωναν) τ’ς στάμνις, για να μη πάνε τα καρκατζέλια να κατρήσνι (κατουρήσουν) μέσα. Κι όσου νιρό απομ’νι του βράδ’, τ’ν άλλη μέρα έπρεπε να του χύσ’νι ούλου,να τ’ς πλύν΄νε τρεις κι τέσσερις φουρές τ’ς στάμνις, κι ύστερα να τ’ς γιουμώσ’νι νιρό για να πιούνι.
Λένι πως τα καρκατζέλια γένουνταν οτ’ θέλανι κι παρουσιάζονταν στ’ς ανθρώπ’ κι τα γλέπαν μι τα μάτια τ’ς. Βάναν άσπρα στάπια (ρούχα),σαρίκια άσπρα, κόκκινα, γαλάζια κι πράσινα στου κιφαλ’τ’ς. Είχαν νταούλια στα χέρια τ’ς κι απ’του στόμα τ’ς έβγαζαν φουτιές. Άλλα γένουνταν τραϊά, άλλα σα γ’ναικις κι άλλα σα δισπουτάδις μι γένια. Μαζώνουνταν τ’ς πιρισσότιρις φουρές στα ρέματα κι στ’ς μούσγις κι χόριβαν ουλουτρό’υρα (τριγύρω) λουγιού-ντου-λουγιού (λογιών – λογιών) χουροί».
Την ίδια εποχή ψάλλονται τα κάλαντα. Εκτός απο τα κλασικά ( Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων και Λαζάρου) σώζονται ώς και το 1940 τα κάλαντα του Μεσοσαράκοστου – του Σταυρού. Είναι τα εξής σουρρεαλιστικά :

 Χιρουπλί – χιρουπλί
 Χιριτίσματα Σταυρέ
Ψάλλω ιδώ, ψάλλου ικεί
Κι χαρά στουν Απουστόλ’
Χιλιδόνα Πέρασι
Απ’ τη Μαύρη Θάλασσα
Έκατσι κι λαλισι
Κι πιρδικουλάλισι
Πέντι αυγά σαρακουστά
Να σαρακουστέψουμε
Πέντι ιγώ – πεντι ισύ
Κι άλλα πέντι του παπί.
            Tα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα τα έλεγαν και οι μεγάλοι αποβραδίς και τα χρήματα που συγκέντρωναν τα έδιναν στην εκκλησία.

Ο Πηλιορείτικος Γάμος

Ο Γάμος ήταν το σημαντικότερο γεγονός της κοινωνικής ζωής των Πορταριτών. Οι φτωχοί και καταπονημένοι απ’ τη σκληρή δουλειά χωρικοί τον έβλεπαν σαν τη μοναδική ευκαιρία γλεντιού.
Άρχιζε οκτώ ημέρες πριν τα στέφανα με το κόψιμο του νυφικού που γίνονταν στο σπίτι της νύφης. Το νυφικό αποτελούνταν από τη φούστα, την τραχηλιά, το κοντογούνι και τη ζώνη. Στο κεφάλι φορούσαν το μαφέσι, ήταν δηλαδή η ίδια η παραδοσιακή φορεσιά. Την ευθύνη της οργάνωσης στην τελετή είχαν τα μπρατίμια, οι φίλοι του γαμπρού. Τα μπρατίμια αναλάμβαναν την οργάνωση όλου του γάμου.
Την επόμενη μέρα, τη Δευτέρα, συγγενείς και φίλοι της νύφης μαζεύονταν στα σπίτια και έπλεναν τα προικιά. Την Τρίτη γίνονταν το σιδέρωμα και την Τετάρτη το στήσιμο της θηκιαστής, το στοίβασμα δηλαδή των προικιών. Πλάι στη θηκιαστή τοποθετούσαν τα χαλκώματα.
Την Πέμπτη γίνονταν τα αλευρώματα. Ο γαμπρός και τα μπρατίμια επισκέπτονταν το σπίτι της νύφης. Εκεί υπήρχε μια σκάφη με αλεύρι με το οποίο θ’ ανάπιαναν το προζύμι, για τις κουλούρες. Το αλεύρι όμως δεν έπεφτε πριν ασημωθεί. Μετά το ασήμωμα οι καλεσμένοι άρχιζαν ν’ ασπρίζουν το γαμπρό και τη νύφη « για να ασπρίσουν και να γεράσουν μαζί ». Το αλεύρωμα γενικεύονταν σ’ όλους τους καλεσμένους.
Από την Πέμπτη το βράδυ ο γαμπρός σταματούσε τις επισκέψεις στο σπίτι της νύφης. Την Παρασκευή το πρωί έφτιαχναν τον μπακλαβά και τον έκοβαν σε σχήμα αστεριού. Το απόγευμα της Παρασκευής γίνονταν η μεταφορά των προικιών στο σπίτι που θα έμεναν οι νιόπαντροι. Μπροστά απ’ τ’ άλογα πήγαινε ένας μπράτιμος που κρατούσε στο κεφάλι του το ταψί με τον μπακλαβά. Οι υπόλοιποι κερνούσαν τους περαστικούς μπακλαβά και τσίπουρο απ’ τις φτσέλες. Την Παρασκευή επίσης τα μπρατίμια έκαναν τα καλέσματα, περνώντας από σπίτι σε σπίτι μ’ ένα καλάμι ψηλό μπροστά-μπροστά στην πομπή, το φλάμπρο. Το φλάμπρο είχε στην κορυφή σταυρό και ήταν στολισμένο με λουλούδια και πολύχρωμα μαντήλια.
Το Σάββατο βράδυ γίνονταν τα σταυρόδειπνα. Οι μελλόνυμφοι έτρωγαν χωριστά, συντροφιά με τους συγγενείς τους, για τελευταία φορά.
Τα στεφανώματα γίνονταν την Κυριακή, πολύ παλιά στο σπίτι όπου θα έμενε το ζευγάρι, αργότερα στην εκκλησία. Η νύφη φορούσε το νυφικό και ογαμπρός τη στολή του η οποία αποτελούνταν από βράκα, άσπρη πουκαμίσα, γιακαλί (είδος γιλέκου), τσάκα (είδος σακακιού), ζωνάρι μαύρο και καλπάκι (σκούφο). Πριν φθάσει στην εκκλησία ή στο σπίτι είχε ξυριστεί από ένα μπαρμπέρη που δεν δούλευε, τα ξυράφια του δεν έκοβαν αν δεν ασημώνονταν. Μετά τα στεφανώματα όλη η πομπή των μπρατίμων συνόδευε το γαμπρό και τη νύφη στο νέο τους σπίτι με γλέντι και τραγούδι. Τραγουδούσαν  τραγούδια του γάμου. Το φαγητό για τους νεόνυμφους ήταν κοτόπουλο, ενώ για τους υπόλοιπους κρέας-πιλάφι. Την ώρα του γλεντιού κρεμούσαν τον γαμπρό απ’ τους περάτες της κορυφής, δεν τον κατέβαζαν αν η νύφη δεν έταζε τραπέζι στα μπρατίμια. Στις 15 μέρες  γίνονταν τα π’ στρόφια, το ζευγάρι δηλαδή πήγαινε με γλυκά στο σπίτι του γαμπρού, όπου οι γονείς του τους έκαναν τραπέζι.         

Οι Εκκλησίες της Πορταριάς

Αναφερθήκαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο στο μονύδριο της Παναγίας της Πορταρέας (13ος αιώνας) που σώζεται ως τις μέρες μας, αναστηλωμένο κατά τον 16ο αιώνα.
Άλλες παλαιές εκκλησίες στην Πορταριά είναι :

-         Άγιος Νικόλαος :
Ο ναός του Αγίου Νικολάου χτίσθηκε το 1855. Πιθανότατα αναγέρθηκε εκ βάθρων το καθολικό της μονής Αγίου Νικολάου του Παλιροπάτου, ένα κτίσμα αρχαίο – ίσως του 12ου αιώνα. Στο εξωτερικό της κόγχης του ιερού υπάρχουν αρχαίες διακοσμήσεις από λίθους που μεταφέρθηκαν από τα μεγάλα μοναστήρια της Οξείας Επισκέψεως, της Παναγίας της Πορταρέας και του Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας. Υπάρχει ο γρύπας, το φτερωτό λιοντάρι και, μεταγενέστερος, ο Άγιος Νικόλαος.
Το κωδωνοστάσιο του ναού χτίσθηκε το 1877. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο, ο άμβωνας, ο επισκοπικός θρόνος και τα προσκυνητάρια είναι του 1884.
«Ο ναός σώθηκε από θαύμα όταν το 1944 η φωτιά των Γερμανών έσβησε». Αυτό είναι το μόνο που αναφέρεται (χρον. 1950) σε βιβλίο πρακτικών που υπάρχει στην Εκκλησία.
-         Άγιος Γεώργιος
Κατασκευάστηκε το 1765. Μάλλον από μάστορα που προέρχεται από την Καστάνιανη της Κόνιτσας
-         Αγία Άννα
Εκκλησία του 1843. Την έκτισαν μάστορες από τα Βράχια και το Νεοχώρι Αγράφων.
-         Αγία Μαρίνα :
Ναΐσκος με τρούλο στην είσοδο του χωριού. Σε πέτρα, στο έξω μέρος της κόγχης, υπάρχει η χρονολογία 1891. Στο τέμπλο υπάρχει η εξής επιγραφή: ΤΟ ΘΥΣΙΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΓΕΝΕΤΟ ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΡΗΓΑ Τ. ΠΟΡΛΙΓΓΗ ΤΟΥ 1900 ΙΟΥΛΙΟΥ 15.
-         Ιερός Ναός Παναγίτσας και Αγίου Συμεών :
Τρίκογχος ναός, σπάνιο δείγμα αθωνικής αρχιτεκτονικής, με κάλυψη από σχιστολιθικές πλάκες και δάπεδο, θαυμαστό δείγμα λαϊκής πηλιορείτικης τέχνης του 18ου αιώνα.
Δυστυχώς ο ναός κάηκε στην πυρκαγιά του ’93 και ξαναχτίσθηκε από τον Δήμο Πορταριάς με πιστότητα ως την πιο μικρή του λεπτομέρεια.
Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και παρεκκλήσιο Αγίου Μηνά και Αντωνίου:
Λιθόκτιστη βασιλική του 19ου αιώνα με υπερώο, περίστο και δύο παρεκκλήσια, το ερειπωμένο κτίριο των κελιών και λιθόκτιστη κρήνη.
Υπήρξε καθολικό ομώνυμης μονής και φέρει εντοιχισμένα γλυπτά λαϊκής τέχνης και τα παρεκκλήσια ενδιαφέροντα ξυλόγλυπτα τέμπλα του 18ου αιώνα.
Στον Ι. Ν. Αγίων Αναργύρων (μέσα του 19ου αιώνα) φυλάσσονται ιερά λείψανα. Η παράδοση τα αναφέρει ως λείψανα των Αγίων Αναργύρων. Δεν συνοδεύονται πάντως από πιστοποιητικό γνησιότητας. Από την παράδοση επίσης μας είναι γνωστό ότι το τεμάχιο Ιερού Λειψάνου που υπάρχει στον ναΐσκο της Αγίας Κυριακής είναι η κατω γνάθος του Αγίου Γεδεών του εκ Καπούρνης δια Χριστόν Σαλού.
 
Όλα μυρίζουν μπαρούτι
Η Πορταριά παίρνει μέρος  στο κίνημα του 1854 (εκεί πολέμησε ο Π. Ζησάκης) αλλά και στην Επανάσταση του 1878 μαζί με τ’ άλλα χωριά του Πηλίου.
Ορίζεται έδρα της προσωρινής Κυβέρνησης Πηλίου την Πρωτοχρονιά του 1878. Η κυβέρνηση αυτή αποτελείται απο τους Ζ. Μπασδέκη, Ζ. Φυτούλη, Α. Βογιατζή, Γ. Νικολάου, Κ. Γαρέφη, Κ. Σακελλαρίδη, Ε.Σταμούλη, Κ. Κοτσαμάνη.
Πρόεδρος εκλέγεται ο Ιερώνυμος Κασσαβέτης και αντιπρόεδροι ο Ζήσιμος Μπαστέκης  και Ε. Σταμούλης. Η προσωρινή Κυβέρνηση εκλέχθηκε από 60 πληρεξουσίους των επαναστατημένων πηλιορείτικων χωριών. Οι πληρεξούσιοι συνέταξαν και επαναστατική «Διακήρυξη» που ενημέρωνε τους προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων για το δίκαιο του αγώνα τους.
Οι Τούρκοι οργάνωσαν στρατό και ενάμισι μήνα αργότερα, με επικεφαλής τον Ισκεντέρ  Πασά ανέβηκαν στην Πορταριά, όπου έπιασαν οχυρές θέσεις. Το άλλο πρωί άλλο ισχυρό απόσπασμα οχυρώθηκε στον Σαρακηνό. Στην μάχη του Σαρακηνού σκοτώθηκαν περισσότεροι απο 500 Τούρκοι και μόνον τρείς αντάρτες. Θρύλοι έγιναν οι γυναίκες της Μακρυνίτσας που πήραν μέρος στη μάχη. Η Μαργαρίτα Μπασδέκη ( Μαλιούφα), η Σουίπενα  και η Παπαθανάσενα Μητριάνα. Στη μάχη της Μακρινίτσας σκοτώθηκε και ο άγγλος ρεπόρτερ των Times Κάρολος Όγλ, μέγας φιλέλλην, ο οποίος προσπάθησε να υπερασπιθεί γυναικόπεδα της Μακρινίτσας που έφευγαν προς την Πορταριά.
Στη μάχη της Μακρινίτσας συμμετείχε πολεμώντας με ανδρεία ο πορταρίτης Αξελός  με δέκα εθελοντές.

Τι Πατσιός τι Τσοποτός
Τις πληροφορίες τις έχουμε απο τον Γιάννη Κορδάτο. Ο ίδιος συγγραφέας μας μιλάει για τον τρόπο που γιόρτασαν οι Πορταρίτες την απελευθέρωση της Θεσσαλίας στις 2/14 Νοέμβρη του 1881 :
«Στην Πορταριά ύστερα απο την δοξολογία, άμα στήθηκε ο χορός, ο κοτζαμπάσης Τσοποτός, που ήταν ο πιο άπονος τοκογλύφος και γδύστης του χωριού, μπήκε μπροστά κι έσυρε το χορό. Στη σειρά, κατα βάθρο, μπήκανε και οι άλλοι προεστοί,κρατώντας το ‘πρωτόκολλο’ της κοτζαμπάδικης εθιμοτυπίας.
Ο λαός ήταν μουδιασμένος, οι τρανοί δεν τον καταδέχονταν. Μερικοί όμως δεν βάσταξαν και είπαν: ‘Πάλι τα ίδια θα ‘χουμε; Μα θα τους πάρει ο διάβολος, τώρα έχουμε Ρωμέικο και ισότη’. Κι αμέσως έσπρωξαν τον Πατσιό να μπει μπροστά και να κόψει τον Τσοποτό που έσερνε το χορό. Ήταν δε ο Πατσιός ο πιο φτωχός του χωριού.
Στην αρχή δίστασε ο κακομοίρης και τραβήχτηκε. Πως να πιάσει το χέρι του τρανού κοτζαμπάση που οι Τούρκοι τον έτρεφαν κι όλοι οι Πορταρίτες ξεμεσιάζονταν, σκύβοντας ως το χώμα, για να του κάνουν τεμενά στην πλατεία ή στον δρόμο;
- Βρε Πατσιέ, φωνάζουν μερικοί, οι πιο θαρραλέοι, μπε μπροστά. Τι Πατσιός, τι Τσοποτός’.
Αυτό ήταν. Όλοι φώναζαν τότε: ‘ Τι Πατσιός, τι Τσοποτός’. Η φράση αυτή είχε γίνει λαικό σύνθημα. Άμα θέλανε να πουν πως δεν υπάρχουν πια κοινωνικές διακρίσεις αυτό λέγανε. Ο Πατσιός είχε γίνει σ’ όλο το Πήλιο το σύμβολο της λαϊκής χειραφέτησης...».


[1] Εισήγηση Κώστα Λιάπη στην Ημερίδα με θέμα «Από το όρος των Κελλιών και την κοινοβιακή ζωή στα οργανωμένα χάσια και βακούφια. Εφτά αιώνες πηλιορείτικης Ιστορίας».

[2] «Από τον Λειμώνα της Παράδοσης»
[3] «Ιστορία Βόλου και Αγιάς»
[4] Ως γνωστό η προφορική παράδοση θεωρείται απ’ τις σηματνικότερες για τους ιστορικούς πηγές.
[5] Θεσσαλικό ημερολόγιο – τόμος 46
[6] ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ Ή ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ της Θεσσαλίας και της Θεσσαλικής Μαγνησίας
[7] Φτιαγμένα από λίπος
[8] Άλλη γραφή του Βόλου
[9] «Εμπορικός οδηγός του Βόλου» του 1901
[10] ενν. του Βαγγέλη Σκουβαρά
[11] Το σπάνιο αυτό έγγραφο είναι γραμμένο ελληνικά και τούρκικα. Φωτοτυπία του μας παραχώρησε ο κ. Δημήτριος Καλφόπουλος.
[12] Αναφορά στα Πορταρίτικα του Βαγγέλη Σκουβαρά από το βιβλίο του «Από τον Λειμώνα της Παράδοσης»
[13] Κάθε ομοιότητα με ξενοδοχείο είναι απολύτως συμπτωματική.
[14] «Προμηθέας»
[15] Με τη γεωγραφία του Ζωσιμά περίπου στο Βελεστίνο
[16] Βιβλίο πρακτικών του Δήμου
[17] Ορθογραφία εποχής
[18] «Χρονικά του Βόλου»
[19] ενν. μετά τους σεισμούς του ‘55
[20] Εισήγηση Κίτσου Μακρή σε ενημερωτικό διήμερο για την Πηλιορείτικη Αρχιτεκτονική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου