Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ 6 (7)


6. ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ : Επί τας πηγάς[1]

          
Μάχη στην Αλυκόπετρα  9/9/1943
Το απόσπασμα Μενεέμη-Πολίτη από τον 9ο λόχο και την πυροβολαρχία του τάγματος, συγκροτήθηκε στις 3/9/1943 για να αντιμετωπισθούν οι τακτικές ανάγκες στον τομέα ΖΑΓΟΡΑΣ-ΧΑΝΙΩΝ.
Στις 8/9/1943 το απόσπασμα, που στο μεταξύ ενισχύθηκε και από την ανεξάρτητη διμοιρία Θωμά Καψάλη, πήρε εντολή να κινηθεί προς ΔΡΑΚΕΙΑ-ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ. Αποστολή η παρεμπόδιση της Ιταλικής φρουράς ΧΑΝΙΩΝ να κατέβει στο ΒΟΛΟ, αφού προηγουμένως η διοίκηση του αποσπάσματος θα έκανε προσπάθεια για την παράδοση των Ιταλών με διαπραγματεύσεις.
Η διοίκηση του τάγματος ήταν ενήμερη για τις προθέσεις της Ιταλικής φρουράς ΧΑΝΙΩΝ από τηλεφωνικές υποκλοπές που είχε κάνει από τις προηγούμενες μέρες η διοίκηση του 9ου λόχου, με τον ιταλομαθή Νίκο Αγγελόπουλο.
Συγκροτείται επιτροπή από κατοίκους της ΔΡΑΚΕΙΑΣ και του ΑΓΙΟΥ ΛΑΥΡΕΝΤΗ και με επικεφαλή την διοίκηση του αποσπάσματος έρχεται σε επαφή με τον διοικητή της φρουράς ΧΑΝΙΩΝ, στο κτήμα Μαραγκού. Κατά τις συζητήσεις, οι αντάρτες μαζί με τις δικές τους εγγυήσεις για την ασφάλεια των ανδρών της φρουράς, γνώρισαν στον Ιταλό διοικητή ότι και η Αγγλική αποστολή στο ΠΗΛΙΟ μπορούσε επίσης να εγγυηθεί από την πλευρά της.
Ο Ιταλός διοικητής απέρριψε τις προτάσεις των ανταρτών και οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν.
Την άλλη μέρα 9/9/1943, το μεσημέρι, η φρουρά ΧΑΝΙΩΝ, 300 αντάρτες με βαρύ οπλισμό, κινούνται από τα ΧΑΝΙΑ προς το ΒΟΛΟ.
Όταν έφτασαν στο ύψος της ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ, ο Θωμάς Καψάλης τους κάλεσε να σταθούν. Η απάντηση των Ιταλών ήταν πυκνό πυρ. Τότε τα αυτόματα της διμοιρίας, άνοιξαν φονικό πυρ πάνω στους Ιταλούς. Σε λίγο στο πανηγύρι πήραν μέρος και τα αυτόματα του 9ου λόχου, που είχε πιάσει θέσεις δεξιά και αριστερά από το δρόμο.
Το Ιταλικό τάγμα διαλύθηκε και οι άντρες του πανικόβλητοι, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης τα όπλα τους και τα ατομικά τους είδη, προσπάθησαν να σωθούν κατρακυλώντας από τη δημοσιά και τις γύρω χαράδρες.
Η μάχη μετατράπηκε σε ανθρωποκυνηγητό. Ο διοικητής του λόχου Γιάννης Μενεέμης με μια ομάδα κυνήγησε μέχρι την ΠΟΡΤΑΡΙΑ τους Ιταλούς και έπιασε 20 αιχμαλώτους. Ο ομαδάρχης της ομάδας δ/σης του λόχου, Γιώργος Παρίσης (Κανάρης) με 3 άντρες της ομάδας του, κυνήγησε τους Ιταλούς μέχρι τον ΑΝΩ ΒΟΛΟ και έπιασε αρκετούς αιχμαλώτους και δυο μουλάρια φορτωμένα με οπλισμό. Ο Αλέκος Πολίτης ασχολήθηκε με τα αντιαρματικά που τα έσερναν μουλάρια και τελικά κατάφερε να τα μεταφέρει μέχρι τις αντάρτικες γραμμές.
Τα αποτελέσματα της μάχης, ήταν εντυπωσιακά.
Οι Ιταλοί, είχαν 10 νεκρούς, 25 τραυματίες. Πιάστηκαν 45 αιχμάλωτοι.
Λάφυρα, 2 αντιαρματικά πυροβόλα, 2 ατομικοί ολμίσκοι, 3 βαριά πολυβόλα, πολλά ατομικά αυτόματα, 130 αραβίδες, 44 μουλάρια, άφθονα πυρομαχικά και γενικά πολεμικό υλικό.
Οι αντάρτες είχαν ένα νεκρό, τον αντάρτη Ψηλιώτη, και ένα τραυματία, τον Πανταζή Κόκκινο.
Το απόσπασμα, μετά τη μάχη κάλυψε τη δημοσιά με δυο διμοιρίες, για ενδεχόμενη εμφάνιση του εχθρού από την κατεύθυνση ΒΟΛΟΥ και η υπόλοιπη δύναμη διανυκτέρευσε στη ΔΡΑΚΕΙΑ.
Την άλλη μέρα το απόσπασμα, ύστερα από διαταγή του τάγματος, κινήθηκε προς ΧΑΝΙΑ με αποστολή την εκκαθάριση του οχυρού και την προώθηση του υλικού προς ΖΑΓΟΡΑ. Το ίδιο βράδυ, το απόσπασμα κινήθηκε προς τα υψώματα της ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ, με αποστολή την εγκατάσταση για την παρεμπόδιση εχθρικής κίνησης προς ΠΟΡΤΑΡΙΑ-ΧΑΝΙΑ[2].    






Πρώτη μάχη στην Αλυκόπετρα : 14 Σεπτεμβρίου 1943

Από την νύχτα της 10/9/1943 το απόσπασμα Μενεέμη-Πολίτη έφτασε στα υψώματα της ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ, με αποστολή να εγκατασταθεί αμυντικά και να εμποδίσει κίνηση των Γερμανών από το ΒΟΛΟ προς ΧΑΝΙΑ-ΠΛΙΑΣΙΔΙ.
Την άλλη μέρα, με τη βοήθεια των αξιωματικών Κώστα Μαλλιαρού και Κώστα Μεταξογιάννη που βρίσκονταν στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ, έγινε αναγνώριση του χώρου και επιλογή των κατάλληλων θέσεων για τα τμήματα και τα αυτόματα όπλα του αποσπάσματος. Στην επιλογή αυτή συμπεριλήφθηκε και εγκατάσταση των 2 αντιαρματικών πυροβόλων, που είχαν παρθεί λάφυρα στη μάχη της ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ την 9/9/1943. Τη διεύθυνση του πυροβολικού έχει ο εφ. ανθυπολοχαγός Αναστάσης Φράγγος.
Ύστερα από τη λεπτομερή αναγνώριση, έγινε η εγκατάσταση των τμημάτων από την Αγία Τριάδα μέχρι τα αντερείσματα της ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ, ιππαστί[3] πάνω στην οδική αρτηρία ΠΟΡΤΑΡΙΑ-ΧΑΝΙΑ και άρχισε η οργάνωση των θέσεων.
Από το παρατηρητήριο που βρίσκονταν κοντά στον σταθμό διεύθυνσης του αποσπάσματος στις 12 και 13/9/1943, έγινε επισήμανση της κίνησης εχθρικών μηχανοκινήτων φαλαγγών που έφταναν από τη ΛΑΡΙΣΑ στο ΒΟΛΟ. Όλα έδειχναν ότι ο εχθρός θα επιχειρούσε προς ΠΟΡΤΑΡΙΑ. Τον ενδιέφερε απόλυτα η ελεύθερη επικοινωνία με τη φρουρά ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ.
Στις 14/9/1943, στις 8 το πρωί, γερμανική φάλαγγα από 18 αυτοκίνητα γεμάτα στρατό και μια μοτοσικλέτα, φάνηκαν πάνω στο ωφέλιμο βεληνεκές των αντάρτικων αυτομάτων όπλων, ο διοικητής Γιάννης Μενεέμης με μια πιστολιά, έδωσε το σύνθημα για να αρχίσουν τα αντάρτικα αυτόματα ένα φονικό πυρ πάνω στους Γερμανούς.
Οι Γερμανοί, που ήταν δύναμη τάγματος, μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση πάνω στις αντάρτικες θέσεις. Σε διάρκεια τετράωρης φονικής μάχης, τα αντάρτικα τμήματα απέκρουσαν τρεις συνολικά γερμανικές επιθέσεις και τελικά οι Γερμανοί ανατράπηκαν και διαλύθηκαν. Τα πυροβόλα τους από το ΒΟΛΟ, προσπάθησαν να καλύψουν τη φυγή τους.
Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν στο πεδίο μάχης 6 αυτοκίνητα. Τα 2 πήραν φωτιά από τις βολές του πυροβολικού τους και τα 4, μόλις σουρούπωσε, οι αντάρτες τα κίνησαν προς ΠΟΡΤΑΡΙΑ-ΖΑΓΟΡΑ. Ήταν φορτωμένα με 1 βαρύ αντιαρματικό-αντιαεροπορικό πυροβόλο και μια μοτοσικλέτα. Σαν οδηγοί για την κίνηση των αυτοκινήτων, χρησιμοποιήθηκαν ο Αποστόλης Πατεινάρης και ο Κώστας Ρούσης.
Οι Γερμανοί είχαν 25 νεκρούς και ανεξακρίβωτο αριθμό τραυματιών.
Λάφυρα πάρθηκαν τα 4 αυτοκίνητα και μια μοτοσικλέτα, 1 αντιαρματικό πυροβόλο, 85 όπλα, 7 πιστόλια, 30 χειροβομβίδες, 5 οπλοπολυβόλα και 2 μηχανισμοί εκτόξευσης οπλοβομβίδων.
Οι αντάρτες είχαν 1 νεκρό και 2 τραυματίες.
Το απόσπασμα, μετά τη μάχη κάλυψε τη δημοσία με δυο διμοιρίες, για ενδεχόμενη εμφάνιση του εχθρού απο την κατεύθυνση ΒΟΛΟΥ και η υπόλοιπη δύναμη διανυκτέρευσε στη ΔΡΑΚΕΙΑ.
Την άλλη μέρα το απόσπασμα, ύστερα απο διαταγή του τάγματος, κινήθηκε προς ΧΑΝΙΑ με αποστολή την εκκαθάριση του οχυρού και την προώθηση του υλικού προς ΖΑΓΟΡΑ. Το ίδιο βράδυ, το απόσπασμα κινήθηκε προς τα υψώματα της ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ, με αποστολή την εγκατάσταση για την παρεμπόδιση εχθρικής κίνησης προς ΠΟΡΤΑΡΙΑ – ΧΑΝΙΑ.

Στις 15/9/1943 το απόγευμα, φάλαγγα από 700 Γερμανούς, ξεκίνησε από το ΒΟΛΟ και αφού επισκεύασε πρόχειρα τα ανατιναγμένα γεφύρια, πάνω στο δρόμο, το βράδυ έφθασε στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ.
Στις 7 το πρωί την 16/9/1943, αρχίζει έντονη προπαρασκευή πυροβολικού, με 8 πυροβόλα από την Γουρίτσα και τα Πευκάκια του ΒΟΛΟΥ. Ο χώρος γύρω από τις αντάρτικες θέσεις ανασκάπτεται από τις οβίδες των εχθρικών πυροβόλων.
Η γερμανική φάλαγγα, ξεκίνησε στις 8 με κατεύθυνση το δεξί της αντάρτικης διάταξης. Τότε άρχισαν τα αντάρτικα οπλοπολυβόλα έναν καταιγισμό από ριπές, που καθήλωσαν τους Γερμανούς. Τα αντάρτικα τμήματα κράτησαν τις θέσεις τους μέχρι το απόγευμα.            



            Συμπλοκή στην ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ 17/12/43
            Η διμοιρία Καψάλη, στην πορεία της απο την περιοχή ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ προς το ΛΑΤΟΜΕΙΟ, σε εκτέλεση εντολής του Συν/τος για παρενόχληση των συγκοινωνιών του εχθρού, συμπλεκεται στη θέση ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ με δυο γερμανούς μοτοσυκλετιστές. Σε μικρής διάρκειας ανταλλαγή πυρών, σκοτώνεται ο ένας γερμανός, ο άλλος διαφεύγει, αλλά και οι αντάρτες έχουν 1 νεκρό και 2 τραυματίες.
            Την ίδια μέρα, σε αντίποινα, δύναμη γερμανών με οδηγό ένα βοσκό που ήξερε την περιοχή, κινήθηκαν απο την περιοχή της ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ απο ένα γιδόστρατο, προς τη ΔΡΑΚΕΙΑ απο αφύλαχτη κατεύθυνση. Στην πλατεία και απο μια σύντομη επιλογή, εκτέλεσαν επι τόπου 114, ξεσπώντας την οργή τους πάνω σε αθώους και άμαχους πολίτες.

Μάχη στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ 5/10/44

            Ο 9ος λόχος είναι εγκατεστημένος ιππαστί πάνω στο δρόμο ΒΟΛΟΣ – ΠΟΡΤΑΡΙΑ με αποστολή να εμποδίσει την άνοδο των γερμανών προς ΧΑΝΙΑ – ΠΛΙΑΣΙΔΙ.
            Η διάταξη του λόχου, είναι η παρακάτω:
·        Στην τελευταία στροφή, προς τον Άγιο Ταξιάρχη, απλώθηκε μικρό ναρκοπέδιο πάνω στη δημοσιά.
·        Κάτω απο τον Άγιο Ταξιάρχη, 1 διμοιρία με 3 οπλοπολυβόλα και ένα στοιχείο πολυβόλου.
·        Στο ύψωμα, πάνω απο το ναρκοπέδιο, 1 διμοιρία για την εκμετάλλευση της επιτυχίας.
·        Σε μια βαθειά χαράδρα, προς το δημόσιο, 1 διμοιρία με 1 αντιαρματικό τουφέκι και 1 στοιχείο ολμίσκου.
Το πρωί της 5/10/44, φάλαγγα απο 16 γερμανικά αυτοκίνητα γεμάτα στρατό, 4 πυροβόλα και 1 άρμα εμπροσθοφυλακή, κινήθηκε απο το ΒΟΛΟ προς την ΠΟΡΤΑΡΙΑ. Παράκαμψε το ναρκοπέδιο και ακολούθησε το δρόμο ΚΑΤΗΧΩΡΙ – ΠΟΡΤΑΡΙΑ.
Οι γερμανοί όταν πλησίασαν τις αντάρτικες θέσεις, άνοιξαν σφοδρά πυρά πάνω σ’αυτές. Χτυπήθηκε η όλη διάταξη απο δεξιά, όπου ήταν εγκατεστημένη μόνο μια διμοιρία. Ταυτόχρονα, ισχυρή δύναμη γερμανών κινήθηκε απο το ΠΛΙΑΣΙΔΙ προς την ίδια κατεύθυνση.
      Πυροβολικό και όλμοι παίρνουν μέρος στη μάχη, με καταιγισμό οβίδων πάνω στις αντάρτικες θέσεις. Μετά απο 2ωρο αγώνα, που εξελίχθηκε σε οδομαχίες στα πρώτα σπίτια της ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ, η αντάρτικη διμοιρία που βρέθηκε μεταξύ δυο πυρών, αναγκάστηκε να συμπτυχθεί προς ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ.
      Οι άλλες διμοιρίες, που βρέθηκαν έξω απο τη μάχη συμπτύχθηκαν προς την ΑΝΕΜΟΥΤΣΑ. Ο απαιτούμενος συντονισμός, έλειψε απο την αντάρτικη διάταξη με την απουσία του δ/τή του λόχου, ο οποίος μαζί με τον δ/τή του τάγματος βρίσκονταν σε αναγνώριση προς την περιοχή ΔΡΑΚΕΙΑΣ – ΧΑΝΙΩΝ.
      Οι γερμανοί ενώθηκαν στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και αφού έκαψαν τα «Θεοξένεια» και αρκετά σπίτια στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και στο ΚΑΤΗΧΩΡΙ, επέστρεψαν στο ΒΟΛΟ.
      Απώλειες των γερμανών, 15 περίπου νεκροί και τραυματίες.
      Απώλειες των ανταρτών, 3 νεκροί, 7 τραυματίες και 1 αγνοούμενος.



      Μάχες στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ – ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ 10/10/44
      Η διοίκηση του ΙΙΙ/54, έχει εγκαταστήσει αμυντικά στον τομέα της ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ – ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑΣ τον 11ο λόχο, με δ/τη τον εφ. Ανθ/γό Νίκο Καφέ και καπετάνιο τον εφ. Ανθ/γό Αριστείδη Λαμπρούλη, μια διμοιρία του λόχου δ/σης του Συν/τος και την ανταρτοεπονίτικη ομάδα ΙΙΙ/54, με ομαδάρχη το λοχία Κώστα Στάμο.
      Τα τμήματα υποστηρίζουν, μια διμοιρία πολυβόλων (4 πολ/λα), 2 ατομικοί ολμίσκοι και ένα στοιχείο ομαδικού όλμου των 81 χλς.
      Σταθμός δ/σης του λόχου, η ΠΟΡΤΑΡΙΑ. Η αμυντική διάταξη είχε δύο κλιμάκια:
·        Στο πρώτο κλιμάκιο, μπροστά απο την ΠΟΡΤΑΡΙΑ, 2 διμοιρίες του 11ου λόχου (6οπλ/λα), η διμοιρία πολυβόλων, οι ατομικοί ολμίσκοι και το στοιχείο όλμου 81 χλς.
·        Στο δεύτερο κλιμάκιο, στην ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ, μια διμοιρία του 11ου λόχου, η διμοιρία του λόχου δ/σης και η ανταρτοεπονίτικη ομάδα του ΙΙΙ/54, πάνω στον παλιό δρόμο ΠΟΡΤΑΡΙΑ – ΧΑΝΙΑ και στην τελευταία μεγάλη στροφή κάτω απο την ΑΛΥΚΟΠΕΤΡΑ, σε δυο τμήματα. Επίσης στον ίδιο χώρο, είναι εγκατεστημένη και η 1η διμοιρία του 9ου λόχου, με την ίδια αποστολή.
Η οργάνωση της αμυντικής διάταξης έγινε ύστερα απο αναγνωρίσεις που έκανε προσωπικά, ο δ/της του τάγματος εφ. Ανθ/γός Γιάννης Μενεέμης.
      Απο τις 9 το πρωί της 10/10/44, φάλαγγα απο 300 γερμανούς με την υποστήριξη 3 πυροβόλων που στήθηκαν στον ΑΝΩ ΒΟΛΟ και των πυροβολαρχιών της ΓΟΥΡΙΤΣΑΣ και των ΠΕΥΚΑΚΙΩΝ, επιχειρούν επίθεση προς ΠΟΡΤΑΡΙΑ, με αντικειμενικό σκοπό το άνοιγμα του δρόμου προς το ΠΛΙΑΣΙΔΙ και την απελευθέρωση της φρουράς. Τη φάλαγγα ακολουθούν κάρα, με τα οποία οι γερμανοί θα μεταφέρουν τα υλικά της φρουράς.
      Οι γερμανοί επιχειρούν αλλεπάλληλες εφόδους μέχρι τη 1 το μεσημέρι. Όλες συντρίβονται απο τα εύστοχα πυρά των αυτόματων όπλων των ανταρτών και των φονικών βολών του στοιχείου του ομαδικού όλμου.
      Στις 2.30’ μπαίνει στον αγώνα και η αντάρτικη δύναμη του 2ου κλιμακίου και ο αιματηρός αγώνας εξακολουθεί μέχρι αργά το σούρουπο, με εναλλασσόμενες φάσεις επίθεσης και αντεπίθεσης.Τελικά οι γερμανοί συμπτύσσονται προς το ΒΟΛΟ, ύστερα απο τη διαπίστωση της αδυναμίας τους να διασπάσουν τις αντάρτικες γραμμές.
      Η φρουρά του ΠΛΙΑΣΙΔΙΟΥ, είναι οριστικά καταδικασμένη σε εξόντωση.
      Η προσπάθεια αυτή κόστισε στους γερμανούς γύρω στους 55 νεκρούς και τραυματίες και 3 αιχμάλωτους που έπεσαν στα χέρια των ανταρτών.
      Οι αντάρτες είχαν 3 νεκρούς και 2 τραυματίες. Πήραν λάφυρα 1 μαρσίπ, 1 οπλοπολυβόλο, 2 μάουζερ, αφθονία πυρομαχικών και εκρηκτικών υλών και τα κάρα που είχαν μαζί τους οι γερμανοί και τα εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης.
      Την άλλη μέρα η κοινότητα ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ, απέστειλε στη δ/ση του 54 Συν/τος το παρακάτω τηλεγράφημα:
«54 Σύνταγμα ΕΛΑΣ
όπου
Συγχαίρομεν ημέτερα τμήματα στρατού, δώσαντα καίριον πλήγμα κατά έχθρού την 10ην τρέχοντος, ανορθώσαντα ούτω το ηθικόν των συγχωριανών μας, το οποίον παραμένει ήδη ακμαίον.
Κάτοικοι Κοινότητος μας υποβάλουν Υμίν θερμά συγχαρητήρια, διά μεγάλην χειρονομίαν χορηγήσεως ποσότητος σίτου, παραχωρηθέντος απο υστέρημα οπλίτου ενεργού ΕΛΑΣ.»
Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου
12.10.44                                                      ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ





Σελίδες για την κατοχή[4]

28ης Οκτωβρίου 1940.  «ΟΧΙ»  βροντοφώναξε ο ελληνικός λαός, δεν θα περάσουν οι Ιταλοί, που κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα και τόλμησαν να πουν, ότι θα κατέβουν βόλτα στην Αθήνα. Πόλεμος, δάκρυα,  πείνα, θάνατος, δυστυχία αλλά και άσβεστη φλόγα, ανδρεία στις ψυχές των Ελλήνων για την υπεράσπιση της οικογένειας, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς για τα πάτρια εδάφη.
Απρίλιος 1941, μετά από τόσο αίμα που χύθηκε, τόσα νειάτα που χάθηκαν στις ένδοξες μάχες στα βουνά της Αλβανίας, τόσα δάκρυα μανάδων, ο ουρανός ξαναμαυρίζει, οι Γερμανοί πατούν το πόδι τους στην Ελλάδα.
Κατοχή. Οι μνήμες του παππού και της γιαγιάς(αδελφής του παππού μου)  ξετυλίγονται για εκείνα τα μαύρα αλλά και ένδοξα χρόνια της κατοχής.
Ο Ιταλός κατακτήτης πατάει στο πόδι του στο χωριό. Ένα ολόκληρο σύνταγμα παραμένει εδώ, το χειμώνα στο κτίριο του Ερυθρού Σταυρού και το καλοκαίρι κατασκηνώνουν στην Αγία Τριάδα. Το στρατηγείο τους στο ξενοδοχείο «Θεοξένια». Την πρώτη μέρα κάνουν θριαμβευτική  παρέλαση στην πλατεία μετα μουσικής και τραγουδώντας «το μικρή χωριατοπούλα», που οι  Έλληνες το είχαν μετατρέψει σε «κορόιδο Μουσολίνι». Όλοι τους ακούν και γελούν, τα μικρά παιδιά χτυπούν τενεκέδες. Εκείνοι τα χάνουν, ρωτούν, μαθαίνουν και δεν ξανατραγουδούν.
Η ζωή δύσκολη, πολύ πείνα, πιασμένα όλα τα καίρια σημεία με μπλόκα και τα τρόφιμα δεν φτάνουν στο χωριό. Φαγητό, χόρτα και πάλι χόρτα, η γής λες και δεν στερεύει, σπάνια πατάτες και λίγο στάρι για ψωμί στη μαύρη αγορά. Η μαύρη αγορά οργιάζει με τον κάμπο, έφταναν στη Λάρισα ακόμη και με τα πόδια.
«Μίνια με μίνια» - μία οκά στάρι αντι μιάς οκάς λαδιού.
Ίσως επιστροφή με το τραίνο, όμως μπλόκα και στο σταθμό, όλοι πετούν τα σακουλάκια από τα παράθυρα πριν φτάσουν, περιμένουν δικοί τους άνθρωποι, αλλά και πόσοι τα έχαναν, τους έπαιρναν μια μπουκιά ψωμί μέσα από το στόμα.
Οι νέες κοπέλες δεν ξεμυτούν από το σπίτι, μόνο μεγάλοι άνθρωποι κυκλοφορούν κι αυτοί μέχρι μια ορισμένη ώρα, υπάρχει απαγόρευση.
Θυμούνται, ότι δεν είχαν φόβο στις καρδιές τους, εξάλλου το άδικο  δεν φέρνει φόβο, ανάβει φλόγα,  φλόγα που φουντώνει, που ενωνει τους ανθρώπους εναντίον του κατακτηκή και ξεκινούν την Αντίσταση και στο χωριό. Πέντε άντρες στην αρχή χρησιμοποιούν το μοναστήρι του Άη – Γιάννη με τη βοήθεια  του παπά και της καλόγριας Μαργαρίτας. Μια ομάδα αντρών που έπαιζε το ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στις οργανώσεις του Βόλου και των γύρω χωριών με τους αντάρτες, που εκείνη την εποχή ήταν λίγοι. Οδηγούσαν όσους ήθελαν να ενταχθούν στις ένοπλες δυνάμεις εναντίον του κατακτητή, ειδοποιούσαν και βοηθούσαν τους ηλικιωμένους και τα γυναικόπαιδα στις επιδρομές των Ιταλών, μοίραζαν ό,τι έπεφτε στα χέρια τους από ρουχισμό και τρόφιμα. Οι αντάρτες πληθαίνουν, γίνεται ένα συγκρότημα που αποτελείται από τέσσερις ομάδες από 15 άντρες περίπου η κάθε μία. Δίνουν μάχες με τους Ιταλούς. Οι σπουδαιότερες: 23 προς 24 Μαρτίου 1943, ανατινάζοντας την καραμπινιερία στη Τσαγκαράδα και εμψυχώνοντας το ηθικό των κατοίκων του Πηλίου που πίστεψαν τους Ιταλούς, πως κατάφεραν να διαλύσουν τους αντάρτες. Η άλλη μάχη την ημέρα της συνθηκολόγησης των Ιταλών με τους συμμάχους, τον Οκτώβρη του 1943, στα ραντάρ, στα Χάνια και στην Αλυκόπετρα, όπου έτρεψαν σε άτακτο φυγή τους Ιταλούς.
Χωρίς ανάσα πατούν το πόδι τους στο χωριό οι Γερμανοί. Λιγότεροι από τους Ιταλούς, αλλά συνεχώς ανεβοκατεβαίνουν φάλαγγες. Στρατιωτική βάση το Πλιασίδι, το έχουν οι δικοί τους και πρέπει να τους εφοδιάσουν με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Τα πράγματα δυσκόλεψαν, ο φόβος μεγαλύτερος, ο σύνδεσμος τρέχει από σπίτι σε σπίτι και ειδοποιεί πως αύριο θα χτυπήσουν οι Γερμανοί.
Νύχτα, όλο το χωριό συγκεντώνεται, ο καθένας κρατάει και κάτι φαγώσιμο, λίγο λάδι, λίγο ψωμί, αλεύρι, φασόλια στις πλάτες ριγμένες οι καρπέτες κι άλλοι τραβούν τα λιγοστά ζωντανά τους. Μπροστά πηγαίνει ο άντρας οδηγός, τους πάει στο Τρανό το Ίσωμα, μέσα στα πλατάνια. Από το Βόλο το πυροβολικό των Γερμανών ρίχνει για εκφοβισμό. «Πρηνηδόν» φωνάζει ο επικεφαλής. Όλοι πέφτουν μπρούμυτα, μαζί και η γιαγιά Κατίνα, η μητέρα του παππού μου, μ’ ένα μπουκάλι λάδι στο χέρι. Το μπουκάλι σπάει, το πολύτιμο αγαθό χύνεται, χύνεται όμως και πάνω στο λούτρινο παλτό της, που μετά το στίβουν για να βγάλουν το λίγο λάδι.
Κάποια άλλη νύχτα, φεύγουν πάλι για να κρυφτούν προς τον Άη- Γιάννη. Η γιαγιά Κατίνα παίρνει μαζί της λίγα φασόλια και λίγο αλεύρι, ένα τηγάνι και ένα κατσαρόλι. Μαζεύονται 20 άτομα συγγενολόϊ, γύρω – γύρω, για να κρύψουν τη φωτιά και το καπνό, ώσπου να μαγειρευτούν τα φασόλια και να τηγανιστεί το ζυμάρι.
Έτοιμα, κάθονται κάτω, μαύρο σκοτάδι, δεν βλέπει ο ένας το χέρι του άλλου, ακούγονται όμως ονόματα,  εσύ είσαι Λούλα; Μαρία; Γιώργο; Δημήτρη;…….κι ένα χέρι απλώνεται ψαχουλεύοντας τις χούφτες για να βάλει μέσα μια μπουκιά ψωμί και τρία φασόλια.
Όταν ανέβαιναν οι Γερμανοί στο χωριό, οι άντρες που είχαν μείνει, έφευγαν, έμεναν  στα καλύβια, στα κτήματα. Λυσσούσαν οι Γερμανοί και μια μέρα έστησαν την παγίδα τους. Πολλά αυτοκίνητα, στρατός, επίσημα πράγματα στην πλατεία. Μη φοβάστε, ετοιμάζονται για να υποδεχτούν έναν στρατηγό τους, είναι ευκαιρία να κατεβείτε στα σπίτια σας. Η προδοσία έπιασε και οι Γερμανοί έκαναν έφοδο στα σπίτια και έπιασαν 200 πορταρίτες και 200 κατηχωρίτες. Τους μάζεψαν στην πλατεία, μαζί και τον παππού Δημήτρη, πατέρα του παππού μου. Τους περισσότερους τους κατέβασαν στο Βόλο, τους υπόλοιπους μαζί και τον παππού τους κρατούσαν στην πλατεία. Μετά από ώρα, καταφθάνουν στο σπίτι. Ενας Γερμανός, ο διερμηνέας, φωνάζει, «τα τρία μπαούλα με τα όπλα»! Ακριβώς τρία μπαούλα ήταν, τα δυο χτισμένα και το ένα θαμμένο στη γή, μόνο που δεν είχαν όπλα, κρύβουν  την προίκα της γιαγιάς Κατίνας, ασημικά και λίγα καλά δώρα από το γάμο της. Δεν τα βρίσκουν και αφηνιάζουν, απειλούν πως θα σκοτώσουν τον παππού και εκείνη τους δείχνει το μέρος. Γκρεμίζουν τον τοίχο, σκύβουν στο χώμα τα βρίσκουν, παίρνουν τα λάφυρα φεύγουν, όχι ο Γερμανός. Εκείνος κάνει βόλτα στην αυλή, του αρέσει η θέα, πηγαινοέρχεται, πατάει πάνω σε μια μεγάλη πλάκα που κουνίεται, έτσι ακριβώς κουνιέται και η καρδιά της γιαγιάς. Κάτω από την πλάκα είναι το απολυτήριο του παππού μου από τον τακτικό στρατό, λόγω υγείας. Επιτέλους φεύγουν, πέρασε κι αυτή η μπόρα, αφήνουν και τον παππού, διπλή χαρά. Οι μνήμες πολλές, ατέλειωτες. Νύχτα στο Τρανό το Ίσωμα, φοβερή καταιγίδα, όλο το χωριό ένα κουβάρι. Αστραπές βροντές, βροχή που πονάει τα πρόσωπά τους. Στο φώς μιας αστραπής βλέπουν μακρυά ένα καλύβι, μια σκέψη περνάει από το μυαλό των μικρομάνων και των κοριτσιών.
Όταν αστράφτει βρίσκουν το μονοπάτι και προχωρούν, σταματούν και περιμένουν πάλι το φώς, δεν φοβούνται το βαθύ σκοτάδιι, τα ουρλιαχτά των λύκων, εδώ δεν φοβούνται τα ανθρώπινα κτήνη, θα φοβηθούν τα ζώα του δάσους.! Προχωρούν με σκοπό να φτάσουν το καλύβι, να προφυλάξουν τα μωρά παιδιά τους και τα καταφέρνουν.
Στη Λέσχιανη κοντά στους αντάρτες, ένα κοψίδι γίδας. Ένα τηγάνι και μια πέτρα για καπάκι, προσπαθούν να το βράσουν, δύσκολο δεν αντέχουν στον πειρασμό της μυρωδιάς. Τι γέλια και πειράγματα, τραβούν το μισοβρασμένο κρέας με τα δόντια, άλλοι φωνάζουν «προσέξτε τις μασέλες - ακουμπήστε σε κανένα δέντρο θα γκρεμοτσακιστήτε από τη δύναμη».
Τι μεγαλείο ψυχής, τι θάρρος και  αισιοδοξία, το γέλιο μέσα από τη δυστυχία!
Μα τα μεγαλύτερα μηνύματα αισιοδοξίας είναι της λευτεριάς κι αυτά τα στέλνουν οι αντάρτες. Το αντάρτικο έχει πια φουντώσει, οι μάχες πολλές και οι ελπίδες για τη λευτεριά.
Η αισιοδοξία δεν πάει χαμένη, το χωριό αυτό έχει κότσια- Γερόντισσες, μάνες, θείες, γειτόνισσες μαγειρεύουν, πλένουν, μπαλώνουν, πλέκουν, προσφέρουν απλόχερα τη βοήθειά τους στους αντάρτες. Κόρες, αδελφές, νιόπαντρες σύνδεσμοι των οργανώσεων τρέχουν σαν ελαφίνες μέσα από τα απάτητα μονοπάτια για να μεταφέρουν τα μηνύματά εκεί που πρέπει. Όλοι μαζί, τι μεγαλείο, ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ. Αξίζει να πούμε ότι στις 17 Ιούλη 1943 ο ΕΛΛΑΣ γίνεται τακτικός στρατός.
Οι Γερμανοί ταρακουνιούνται, σοφίζονται και κάνουν κτηνωδίες και σε μια μάχη για το σκοτωμό ενός Γερμανού, μάλλον δικαιολογία, ώς το μεσημέρι ξεκινούν τα αντίποινα και βάζουν φωτιά στο χωριό.
Όλοι οι κάτοικοι πάνω στον Άη – Γιαννη βλέπουν τις φλόγες και τους καπνούς, πονάνε μα εκείνη τη στιγμή βγάζουν στιχάκια και στήνουν το τραγούδι.
«Στο σπίτι μας θα μπούμε
μαζί, όλοι μαζί,  κι ας μην
έχουμε πια ούτε σκεπή».
Μετά από δύο μήνες οι Γερμανοί φεύγουν άτακτα και κρυφά. Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, ο κόσμος ξεχύνεται στους δρόμους. ΛΕΥΤΕΡΙΑ



Το μοναστήρι του Άη – Γιάννη κατά την περίοδο της κατοχής χρησιμοποιήθηκε από την αντίσταση. Στην αρχή μια ομάδα η οποία αποτελείτο από το Μήτσο Πλιακόνη, Βαγγέλη Χούστη, Νίκο Ανδρίτσο, Τρίφωνα Σουφλάρη και Τρίφωνα Αϊνατζή, είχε το στέκι της σ’ ένα κελί του μοναστηριού.
Έπαιζε δε το ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στις οργανώσεις του Βόλου και των γύρω χωριών με τους αντάρτες που εκεινη την εποχή ήταν λίγοι. Οδηγούσαν αυτούς που έστελναν οι πολιτικές οργανώσεις να ενταχθούν στις ένοπλες ομάδες και μετέφεραν σημειώσεις  με οδηγίες και πολλές φορές παπούτσια και ρούχα στην έδρα του συγκροτήματος Πηλίου- Μαυροβουνίου που  ήταν η Πάνω Κερασιά. Με το φούντωμα του αντάρτικου και τη δημιουργία τακτικού στρατού και ιδιαίτερα μετά τη συνθηκολόγηση των μεγάλων, ορισμένα κελιά μετατράπηκαν σε αποθήκες όπλων, πυρομαχικών – και ιματισμού (που προέρχονται από λάφυρα των Ιταλών) και τα υπόλοιπα τροφίμων που προέρχονταν από το παρακράτημα του 10%. Τα υπόλοιπα μετατράπηκαν  σε καταλύματα για τους διερχόμενους αντάρτες.
Υπεύθυνος για όλη αυτή τη δουλειά ήταν ο Κώστας Μαλαχιάς (Σβέτζος) υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Προέδρου της Επιτροπής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης που ήταν ο Αντώνης Πολυχρόνου και του υπεύθυνου της επιτροπής Λαϊκής Δικαιοσύνης που ήταν ο Αντώνης Βενιζέλος.
Ο Κώστας Μαλαχιάς δολοφονήθηκε μετά την απελευθέρωση στον Προφήτη Ηλία Άνω Βόλου από το απόσπασμα του Γρίβα.
Η διοίκηση του συγκροτήματος Πηλίου – Μαυροβουνίου ήταν τριμελής 1ος στρατιωτικός υπεύθυνος Λευτέρης Κατσιόλας, δεύτερος Γιάννης Μιντέλη και τρίτος Δουκιάρογλου.
Το συγκρότημα αποτελείτο από 4 ομάδες με δύναμη ανδρών η κάθε μία περίπου δεκαπέντε.  Πρώτη ομάδα αρχηγό είχε τον  Ιάκωβο Μπάγιο (Πηλέας), λιμέρι τη Γούρα Κερασιάς.
Δεύτερη ομάδα: Αποστόλης Πατινάρης (πάπας) λιμέρι Αηλιάς Παλιάς Μιτζέλας.
Τρίτη ομάδα: Θόδωρος Παπαδημητρίου, δάσκαλος δεν θυμάται το ψευδώνυμο ο παππούς. Λιμέρι μεταξύ Νεοχωρίου και Συκής.
Ο Θόδωρος Παπαδημητρίου σκοτώθηκε στην Καΐτσα, Διοικητής λόχου τότε, από θραύσμα όλμου.
Τέταρτη ομάδα: Νίκος Κρασούλης Πιπίνος, λιμέρι Γούρα Κερασιάς, δίπλα στην Πρώτη.
Αυτά μέχρι τις 17 Ιούλη 1943, οπότε συγκεντρώθηκαν οι ομάδες στην πάνω Κερασιά, κατέβηκε από τον Όλυμπο ο Πηλιορίτης, με 78 ολυμπίσιους, όπως τους λέγανε, και συγκροτήθηκε το ανεξάρτητο Τάγμα Πηλίου.
Από αυτή την ημερομηνία ο ΕΛΑΣ αλλάζει σελίδα και από αντάρτικο γίνεται Τακτικός Στρατός.


[1] Αποσπάσματα από βιβλίο του Γρηγόρη Ρέντη «54ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΛΑΣ – Εικόνες από τη δράση του».
[2] Ο τρόπος γραφής, η ορθογραφία και το συντακτικό παρέμειναν αμετάβλητα.
[3] Οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν το ιππικό για μεγαλύτερη ευελιξία.
[4] Από χειρόγραφο του αείμνηστου Θανάση Ζαβαλιάγκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου