Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ 3 (4)


3. ΤΟ ΛΥΚΑΥΓΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ – 1900-1920

Η πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα σημαδεύτηκε από μεγάλα γεγονότα. Στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου χύνεται αίμα πολύ, ισχυροποιείται  εντούτοις το εθνικό κράτος στην Ευρώπη και ανακατανέμονται οι σφαίρες επιρροής των μεγάλων. Στην Ελλάδα ζούμε τον θρίαμβο των Βαλκανικών Αγώνων. Η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, η Ήπειρος γίνονται πάλι ελληνικές. Η πατρίδα μας αποκτά ισχύν αρχαία. Εμφανίζεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μιλάει στην Αθήνα μπροστά σε 100.000 ανθρώπους. Εγκαινιάζεται η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία.
Στη Ρωσία ξεσπά η Επανάσταση των μπολσεβίκων. Οι Τσάροι χάνουν την εξουσία κι ένας  νέος ηγέτης, ο Λένιν εμφανίζεται. Θα σημαδέψει την Ιστορία τούτη η εξέγερση όμως θα παγιωθεί σε καθεστώς, που με την σειρά του κάποτε θα καταρρεύσει.
Στην εικοσαετία αυτή συμβαίνει το απίθανο. Βυθίζεται ο «αβύθιστος» Τιτανικός παρασύροντας στο βυθό εκατοντάδες ψυχές.
Πεθαίνουν ο Ερρίκος Ντυνάν, ο ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού και ο Λέων Τολοστόι, ο συγγραφέας της «Άννας Καρένινα» και της «Ανάστασης».
Νωρίτερα οι αγρότες στο Κιλελέρ είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των τσιφλικάδων. Το χωριό έγινε το αιματοβαμμένο σύμβολο της αντίστασης των καταπιεσμένων.
Η Ιταλία θρήνησε στους σεισμούς της 200.000 νεκρούς. Οι νεότουρκοι ανέτρεψαν τον Κιαμήλ Πασά και ξεκίνησαν μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της Τουρκίας. Ο φανατισμός τους οδήγησε σε σφαγές Ελλήνων και Αρμένιων, σε γενοκτονία των Ποντίων.[1]
Λίγο μακρύτερα βρίσκονται τα ζήτω και τα ουαί της εκστρατείας της Μικράς Ασίας, αυτή η αιμορραγούσα ακόμη και σήμερα εθνική πληγή.







Οι μύλοι και το καθαρόν νερόν

Η Πορταριά στις αρχές του 20ου αιώνα έχει αρχίσει να χάνει την προηγούμενη  αίγλη της. Δεν αποτελεί πια το εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της ανατολικής Θεσσαλίας όπως, χρόνια πριν, τότε που, όπως έγραφαν γεωγράφοι σαν τον Αργύρη Φιλιππίδη «εις την Δημητριάδα (δηλαδή τον Βόλο) πριν 40 χρόνια δεν ήξεραν τι ήθελε να πει φάμπρικα. Εδώ εις την Πορταριάν άρχισαν να δουλεύουν τα μετάξια, γαϊτάνια, μπρισίμια, μαντήλια και άλλα».
Ο συγγραφέας αναφέρεται στο περίφημο παζάρι της Πορταριάς, για το οποίο έγινε ήδη λόγος. Το παζάρι αυτό, την εποχή του Φιλιππίδη, είναι το «μεγαλύτερον από της Λάρισσας». Ο ίδιος λόγιος γεωγραφεί την Πορταριά ως τόπον όπου υπάρχουν «επιστήμονες εις τας Τέχνας (χειροτεχνίας) διαφόρων ειδών, οι μύλοι και το καθαρόν νερόν».
Βέβαια οι μύλοι και το καθαρόν νερόν υπάρχουν ακόμη, λειτουργούν για το λίγο στάρι της περιοχής. Με το νερό λειτουργούν ακόμη ντριστέλλες και γαλιάγριες (ελαιοτριβεία).
Η Πορταριά από τις 3 Ιουλίου του 1883 αποτελεί όπως είδαμε μέρος του Δήμου Ορμινίου μαζί με το Κατηχώρι.

Μια κοντινή μετανάστευση

Από το 1883 όμως ως το 1901, ο πληθυσμός του χωριού συρρικνώνεται: Από 4.179 ψυχές που είχε τότε, έφθασε τους 972 άρρενες και 1123 θήλεις. Έπεσε δηλαδή κάτω στο μισό.
Το 1881 ο Δήμος Παγασαίων είχε 5.908 κατοίκους. Στις αρχές του 20ου αιώνα όμως γίνεται μια μεγάλη κώμη σε αντίθεση με τα χωριά του Πηλίου, που αραιώνουν σε πληθυσμό.
Αιτία είναι μια μετανάστευση, των Πορταριτών κυρίως, προς την νέα πόλη του Βόλου που με αλματώδεις ρυθμούς ξεφυτρώνει πλάι στον λόφο των Παλαιών – του Κάστρου όπως ονομάζονταν τότε - παρ’ όλο που το Κάστρο είχε γκρεμισθεί, όπως και τα περισσότερα σπίτια των Τούρκων που είχαν αποχωρήσει. Έμεναν μόνο χαρακτηριστικά κτίσματα όπως το λουτρό και το τζαμί, κάποια σπίτια υπήρχαν ως το τέος της εισοκαετίας. Υπήρχε  ακόμη ένα μέρος του τείχους  της βορινής πλευράς.
 Η μετανάστευση που προαναφέραμε μπορεί σήμερα να φαίνεται υπερβολική,  να χρήζει εισαγωγικών. Τι είναι η μισή ώρα, άντε τα τρία τέταρτα ή η μία ώρα που χρειάζονταν τα αμάξια για να φθάσουν από το Βόλο στην Πορταριά;
Κι όμως η κατάσταση ήταν αλλιώτικη. Ο δρόμος βέβαια που κατασκεύασε ο Βασσάνης με τις 300.000 δραχμές, ποσό υπέρογκο το οποίο  άφησε με τη διαθήκη του για τον σκοπό αυτό, ο δρόμος που περνώντας από την Άλλη Μεριά έφθανε στην Επισκοπή (σώζεται σήμερα ως αγροτικός δρόμος) χωρούσε άνετα τα αμάξια και τα κάρα κι αργότερα τον ΑΕΤΟ, το πρώτο αυτοκίνητο, όμως δεν τα διασφάλιζε από μια πληγή της εποχής, την ληστεία.

Ο Ντούλιας

Οι ληστές, κυρίως η συμμορία του περιβόητου Ντούλια, παραφύλαγαν μέσα στις λόχμες,  τρομοκρατούσαν και λεηλατούσαν τους εμπόρους που ανεβοκατέβαιναν. 
Για τον λόγο αυτό ως το 1895 οι Πορταρίτες έμποροι είχαν τα μαγαζιά τους στα Παλαιά Βόλου, τα Παλαιά Μαγαζεία, και τα Σαββατοκύριακα ανέβαιναν μετά μυρίων προφυλάξεων στα σπίτια τους.
Όμως, πριν το τέλος του 19ου αιώνα, εγκαθίστανται στο Βόλο και η κώμη της Πορταριάς αλλάζει όψη. Μένουν σ’ αυτή μόνο τα παλαιά αρχοντικά όπως γράφει στο βιβλίο του «ΘΕΣΣΑΛΙΑ» ο Νικόλαος Γεωργιάδης:
«Βραδύτερον δε, ότε εγνώσθη εις το εξωτερικό ο λιμήν του Βόλου, οι κάτοικοι της Πορταριάς κατήλθον εκ των πρώτων εκεί και, δια την νοημοσύνην και φιλεργίαν των, προήχθησαν εις ικανόν βαθμόν ευημερίας. Στερούμενοι δε επαρκών κτημάτων, επεδόθησαν ενωρίς και εις την βιομηχανίαν και ουχί ευτελές ήτο το εν τω χωρίω εισαγόμενον χρηματικόν ποσόν εκ της κατασκευής μεταξωτών γαϊτανίων. Αλλά δυστυχώς από τινων ετών η χρήσις αυτή περιωρίσθη, η επικρατούσα βιομηχανική κίνησις εξηλείφθη και μετ’ αυτής και η ευημερία αυτού, καθότι και οι ευπορώτεροι των κατοίκων συνωκίσθησαν εις την νέαν πόλιν του Βόλου. Η πριν ακμάζουσα Πορταριά κατέστη ήδη άσημος, μη διατηρούσα εκ της προτέρας αυτής λάμψεως ή τας ωραίας οικοδομάς …».
Αν υπολογίσουμε ότι η πρώτη έκδοση της «ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ» του Νικολάου Γεωργιάδη έγινε το 1880 στο Βόλο, από το τυπογραφείο Ι. Ν. Δομέστιχου, με εκδότη τον Κ. Παρασκευόπουλο, τότε είναι σίγουρο ότι η φθίνουσα πορεία για την Πορταριά είχε αρχίσει νωρίτερα, εκτός αν η συγκεκριμένη παράγραφος έχει προστεθεί στην δεύτερη έκδοση του έργου το 1894 – είναι η μόνη που έχουμε υπόψη μας.
Τους λόγους της «συνωκίσεως» δεν τους αναφέρει ο συγγραφέας. Φανταζόμαστε ότι εκτός από την αύξηση της κίνησης του λιμανιού του Βόλου, μεγάλο ρόλο έπαιξε και η διάθεση του Ντούλια και της παρέας του να έχουν οπωσδήποτε μερίδιο από το «όχι ευτελές εισαγόμενον χρηματικόν ποσόν…».

Ο Δήμος Ορμινίου στο 20ο αιώνα

Στις αρχές του 20ου αιώνα, λοιπόν, Δήμαρχος Παγασών (αργότερα έγινε Παγασαίων και, τη επιμονή κυρίως του Κίτσου Μακρή, πολύ αργότερα Βόλου) είναι ο προαναφερθείς Νικόλαος Γεωργιάδης, Πορταρίτης απ’  την πλευρά της μητέρας του, τύπος ιατροφιλόσοφου, μουσικός, λόγιος, συγγραφέας, γεωγράφος, θερμός αγωνιστής, Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.
Ας αναφερθούν και οι υπόλοιποι δήμοι της Επαρχίας Βόλου του Νομού Λαρίσης :
Δήμος Νηλείας, Δήμος Φερών, Δήμος Βοίβης, Δήμος Ιωλκού,
Δήμος Ορμινίου, Δήμος Μηλεών, Δήμος Σπαλάθρων, Δήμος Αφετών,
Δήμος Σηπιάδος, Δήμος Αιαντίου, Δήμος Μυρεσίου, Δήμος Κισσού,
Δήμος Ζαγοράς.
Ο Δήμος Ορμινίου, όπως είπαμε περιλάμβανε τα χωριά Πορταριά και Κατηχώρι. Έχει πλέον Δήμαρχο τον Ιωάννη Βασσάνη. Το υπόλοιπο Δημοτικό Συμβούλιο :
Πάρεδροι :
Κωνσταντίνος Σαμαρίδης
Σταύρος Σέγκλιας ή Σίγκλιας
Αντώνης Πετούσης
Δημήτρης Πολυχρονίδης
Δημοτικοί Σύμβουλοι :
Τριαντάφυλλος Ανδρεάδης
Θεόδωρος Γκέκος
Νικόλαος Σκλείδης
Γεώργιος Γεωργούδης
Αντώνιος Τριβελάς
Ιωάννης Χατζηπανταζής
Νικόλαος Νικολαϊδης
Κωνσταντίνος Ζαγκλής
Νικόλαος Βρόντης
Νικόλαος Μπρισίμης
Ιωάννης Κουρκουβέλης
Αθανάσιος Βλαχλής.


Το Δημοτικό Συμβούλιο Ορμινίου

Το Δημοτικό Συμβούλιο έχει αρκετές αρμοδιότητες. Επικυρώνει τα πρακτικά των Κοινοτικών Συμβουλίων, τα οποία απασχολούνται με όλα σχεδόν τα τοπικά θέματα, εκτός ορισμένων, όπως ο καθορισμός του δημοτικού φόρου επί των τιμών των «ωνίων», ο οποίος το 1900 έφθανε το 2% επί των τιμών, ο διορισμός αγροφυλάκων και αμπελοφυλάκων και η αντιμισθία του καθενός. Επίσης αποφασίζει σε περιπτώσεις που οι κτηματίες ή φορείς δεν τα βρίσκουν για την  επιλογή προσώπων.
Για την είσπραξη του δημοτικού φόρου υπεύθυνος είναι ειδικός εισπράκτορας ο οποίος αναλαμβάνει την εργασία του ύστερα από διαγωνισμό «ενοικιάσεως του φόρου».
Αναφέρονται σε παλαιότερα πρακτικά (1886) τα ονόματα του Δημητρίου Γερογιάννη, υποψήφιου εισπράκτορα και του Περικλή Χατζάκου – ως εγγυητή : «Ο Δημήτριος Γερογιάννης προσήνεγκεν δια την ενοικίασιν του φόρου επί γεωμήλων και σταφυλών δραχμάς 1.260 (χιλίας διακοσίας εξήκοντα)».
  Επίσης το Δημοτικό Συμβούλιο φροντίζει για τα Δημοτικά Σχολεία. Βέβαια τις πρώτες αποφάσεις τις παίρνουν τα Κοινοτικά Συμβούλια, όμως ύστερα από παρέμβαση του Δημοτικού Συμβουλίου, οι αποφάσεις αυτές μπορούν να ακυρωθούν, όπως η περίπτωση μιας πράξης του Κοινοτικού Συμβουλίου Κατηχωρίου για την πληρωμή δημοδιδασκάλου που ακυρώνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο Ορμινίου «γιατί αντιβαίνει στον νόμο» - Συνεδρίαση ΝΑ, πρακτ. ΡΘ’86.
  Τα Κοινοτικά και τα Δημοτικά Συμβούλια συνεδριάζουν μια ή δυο φορές το μήνα, κάθε φορά για ένα ή δύο σημαντικά θέματα. Για κάθε θέμα (κανόνας ανεξαίρετος) αποφασίζουν ομόφωνα και κάθε θέμα καταγράφεται χωριστά στα πρακτικά.
Συνεδριάζουν τα απογεύματα της Κυριακής. Ας μη ξεχνούμε ότι η εβδομάδα τότε είχε έξι εργάσιμες μέρες, με πλήρες … δωδεκάωρο και βάλε. Ας φαντασθούμε τους άνδρες τυλιγμένους τα κυριακάτικα ρούχα τους, ακριβά τις περισσότερες φορές, μια που ήσαν επιφανείς και πλούσιοι οι πρόκριτοι, να σκύβουν σ’  ένα τραπέζι, κάτω απ’  την εικόνα του Χριστού και ενώ ο ήλιος πέφτει, να κουβεντιάζουν έργα όπως η δημιουργία των πρώτων φούρνων (κλιβάνους τους ονόμαζαν) ή τον καλύτερο τρόπο απόδοσης του Κοινοτικού Χανίου της Αγίας Άννας ή για την αξιοποίηση δεκάδων δωρεών για τις οποίες θα μιλήσουμε σε άλλο κεφάλαιο.
Ο γραμματέας βουτάει μια παλιά, ασημένια πέννα (δωρεά κι αυτή) στο μελανοδοχείο και με δυσανάγνωστα γράμματα συντάσσει τα πρακτικά, σ’  ένα χοντρό τετράδιο.
Ο ερευνητής «βγάζει τα μάτια του», όμως αν ψάξει στις «σερπατίνες» καλά, παίρνει πολύτιμες πληροφορίες, όπως για παράδειγμα η προσπάθεια που γίνεται να στερεοποιηθεί η πηγή «Μάννα», να χτιστεί το φρέαρ της, όχι πάντως με τσιμέντο, ύστερα από μια κακοκαιρία που εξαφάνισε το νερό της το 1908.[2]
Ο Δήμος Ορμινίου υδρεύεται από άλλες πηγές, όμως συχνά, εκείνο τον καιρό αναφέρονται ζημιές στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πορταριάς και λαμβάνονται αποφάσεις για τον χαρισμό του ενοικίου στα καφενεία της περιοχής του Καράβου, επειδή με την απώλεια του νερού μηδενίστηκε η δουλειά τους.
Ταυτόχρονα σχεδόν με την στερεοποίηση, που εμποδίζει τις εσωτερικές κατολισθήσεις, αρχίζει το 1909 η κατασκευή του υδραγωγείου, του πρώτου δηλαδή υδροδοτικού συστήματος. Εργολάβος είναι ο Ευθύμιος Γκούνης και εργάτες Πορταρίτες όπως ο Φιλιππώνης με τον Καζαντζή με γερμανικούς σωλήνες που κατήργησαν τα κιούγκια. Μάλιστα, επειδή δεν υπήρχαν τότε οι οξυγονοκολλήσεις οι σωλήνες κούμπωναν, με λάσπη και μολύβι στους αρμούς.

Μέγα Εμπόριο

«Η Πορταριά είναι εκ των ωραιοτέρων χωρίων του Πηλίου έχει ωραίας και υψηλάς οικίας, καθότι, προτού ο Βόλος καταστεί το Εμπορικό Κέντρο της Θεσσαλίας, διενηργείτο μέγα εμπόριο εν Πορταριά, εν η συνήρχοντο ου μόνον εκ της Θεσσαλίας αλλά και εκ της Ηπείρου και Μακεδονίας προς αγοραπωλησίαν».
Ο άγνωστος συντάκτης του Εμπορικού Οδηγού Βόλου – Πηλίου – Αλμυρού[3] έχει αντιγράψει σχεδόν την παραπάνω περικοπή από την «Θεσσαλία» του Γεωργιάδη.
Κι ακολουθεί η περιγραφή του τόπου :
«Κείται επί ανωφερούς οροπεδίου, υπό την υψηλοτέραν κορυφήν του Πηλίου, “Πλιασίδι” καλουμένην. Διαρρέεται υπό των διαυγών υδάτων του Κραυσίδωνος, όστις πηγάζει ¼ της ώρας υπέρ το χωρίον, παρά την θέσιν “Μάννα”».
Τώρα πότε λέγονταν Κραυσίδων το Μέγα Ρέμα ή το ρέμα της «Μάννας» στην Πορταριά και πόσο διαυγής είναι ο Κραυσίδων, όπως όλα τα ποτάμια άλλωστε, αυτό είναι άλλο θέμα.
«Πέντε λεπτά της ώρας υπέρ την Πηγήν κείται η μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ήτις είναι εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη, κελλία δε τινά αυτής επισκευάσθηκαν, δαπάναις του κ. Αλεξίου Αθανασάκη».
Το μοναστήρι είναι η Ι. Μ. Τιμίου Προφήτου Προδρόμου που κτίσθηκε τον 13ο αιώνα από τον άρχοντα της Δημητριάδος Νικόλαο Μελλισηνό. Ήταν γυναικείο μεγάλο μοναστήρι, κοντά στο ανδρικό της «Οξείας Επισκέψεως» που βρίσκονταν στη Μακρινίτσα και όπου μόνασε ο ίδιος ο άρχοντας, όπως και ο πατέρας του κατά την συνήθεια των αρχόντων του βυζαντινού μεσαίωνα. Στο μοναστήρι του Προφήτου Προδρόμου μόνασαν η μητέρα του και η σύζυγος του.
Πράγματι το 1909, ο Αλέξιος Αθανασάκης, ο μεγάλος αυτός ευεργέτης της Πορταριάς, αλλά και της ευρύτερης Μαγνησίας (ας μη ξεχνούμε ότι υπήρξε ο ιδρυτής του Μουσείου του Βόλου), διόρθωσε τα κελιά του μοναστηριού και αναστήλωσε τον μεγάλο πύργο.
Το μοναστήρι αυτό υπήρχε ως το 1955. Τον καιρό της Κατοχής τα κελιά του προφύλαξαν τους Πορταρίτες οι οποίοι, φοβούμενοι τους βομβαρδισμούς, γέμιζαν χαράδρες και σπήλαια.
Ο  νυν Δήμαρχος Πορταριάς κ. Βασίλης Κοντορίζος θυμάται τους δικούς του να τον τραβούν μέσα στα κελιά, την ώρα που πανηγύριζε, ενώ έβλεπε από ψηλά τον βομβαρδισμό από τους συμμάχους του γερμανικού στόλου στο λιμάνι του Βόλου.
Το μοναστήρι υπήρχε κι επιπλέον είχε αρκετά μετόχια, κτήματα με καστανιές και μηλιές. Στη δεκαετία 1910-1920 αρκετές από τις εκτάσεις που έμειναν αναξιοποίητες πουλήθηκαν για κοινωφελείς σκοπούς – βρίσκονταν κυρίως στο  ανατολικό Πήλιο.
Το ωραίο μνημείο γκρεμίζεται μεταπολεμικά. Σίγουρα θα ‘πρεπε να υπολογισθεί η ιστορική αξία του. Σ’  εποχή ευμάρειας, σίγουρα κάτι τέτοιο θα ήταν εύκολο να συμβεί.
Όμως στα ζοφερά μετεμφυλιακά εκείνα χρόνια, ελάχιστα υπολογίζονταν αυτά. Η κατασκήνωση που χτίσθηκε στη θέση του έσωσε πολλά παιδάκια απ’  το θάνατο απο πείνα. Κι ίσως ελάχιστοι να σκέφτηκαν ότι η κατασκήνωση μπορούσε να δημιουργηθεί σ’  άλλο σημείο της περιοχής και να γίνει μια προσπάθεια αναστήλωσης των ερειπωμένων κελιών. Ευτυχώς σώθηκε το καθολικό, το οποίο βέβαια απ’  τον καιρό των Μελλισσηνών είχε αναστηλωθεί πολλές φορές, με τελευταία στον 19ο αιώνα, από τον μοναχό Παϊσιο.

Ο αμαξωτός του Βασσάνη

Η Πορταριά συνδέεται «δι’  αμαξιτής οδού, μήκους 12,5 χιλιομέτρων» με τον Βόλο. Πρόκειται για έργο που γίνεται με δωρεά του Παντελή Βασσάνη, επιφανούς τέκνου της Πορταριάς, ο οποίος, πάνω στα χνάρια παλαιού μονοπατιού, έφτιαξε ένα θαυμάσιο, για τα μέτρα της εποχής εκείνης, δρόμο.
Ο δρόμος αυτός άρχισε να κατασκευάζεται το 1894, από τον λόφο της Επισκοπής προς την Πορταριά. Από την Επισκοπή και πάνω είναι ο ίδιος δρόμος που χρησιμοποιείται και σήμερα. Ως την Επισκοπή έφθανε μέσω Άλλης Μεριάς κι αυτό επειδή ο Βασσάνης ήθελε να φτιάξει δρόμο που να συνδέει απευθείας την Πορταριά με τον Βόλο. Φαίνεται ότι είχε την απαίτηση να βοηθήσουν και οι Ανωβολιώτες και οι Ανακασιώτες για την κατασκευή του κι εκείνοι αδυνατούσαν ή δεν ήθελαν. Για τον δρόμο αυτό ο Παντελής Βασσάνης δώρισε το υπέρογκο για την εποχή εκείνη ποσό των 500.000 δραχμών.
Επίσης ο Βασσάνης έκανε και μια σειρά από άλλες δωρεές, που συνεχίζουν και οι επίγονοι : Αγοράζονται με χρήματα τους οι σιδηροσωλήνες για την κατασκευή του πρώτου υδροδοτικού δικτύου του χωριού.
Δωρεές εκείνα τα χρόνια κάνουν και οι Αθανασάκηδες (Αθανάσιος, Αλέξιος, Γεώργιος, Δημήτριος). Εκτός από το Νηπιαγωγείο που ιδρύουν, προσθέτοντας και 100 λίρες του πατέρα τους Αθανασίου, πλακοστρώνουν την Κεντρική πλατεία.
            Ο Δήμος Ζούλιας χτίζει Δημοτικό και Κοινοτικό κατάστημα στον Άγιο Νικόλαο.
            Οι ευεργέτες της Πορταριάς θα μας απασχολήσουν σε ειδικό κεφάλαιο, όμως για την εποχή που ιστορούμε μπορούμε να πούμε πως ήσαν αρκετοί. Εκτός από τους Αθανασάκηδες, τον Πλατυγένη, τον Σφογγόπουλο, τον Τσιμώνο υπάρχουν δωρεές και κληροδοτήματα ασήμων, όχι μικρότερης αξίας.
            Η Χαρίκλεια Καραγιάννη, για παράδειγμα, πρόσφερε  στην Κοινότητα Πορταριάς  ένα σπίτι που είχε στο Βόλο  με τον όρο να πουληθεί να αγορασθεί ένα κρεοπωλείο στην Κεντρική Πλατεία Πορταριάς, με τα κέρδη του οποίου θα αγόραζαν βιβλία οι άποροι μαθητές. [4]Επίσης ο συντάκτης του Οδηγού μας αναφέρει ότι υπάρχουν στην Πορταριά σχολεία κτισμένα ή λειτουργούντα δαπάναις πορταριτών.
            Το Αθανασάκειο Νηπιαγωγείο, το Τσοπότειο Ελληνικό Σχολείο, το Μηλάκειο ή Μελάκειο Παρθεναγωγείο είναι κάποια από αυτά.

            Το 1911 ξυπνά στο χωριό ο φόβος για την χολέρα που αλλού  θέριζε.
            Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν γιατροί ειδικοί, νοσηλευτικά μέσα, φαρμακευτικά σκευάσματα.
            Συνιστάται απόλυτη καθαριότητα. Οι εργάτες του Δήμου Ορμινίου καθαρίζουν όλα τα αυλάκια – ας μη ξεχνούμε ότι μεταφέρονταν μ’αυτά και πόσιμο νερό, μιά που το «υδραγωγείο της Μάννας», εκείνο τον καιρό κατασκευάζονταν.
            Φαίνεται όμως ότι τελικά η επιδημία δεν ήλθε. Αντίθετα το 1917 η ασιατική γρίππη απλώθηκε στην περιοχή. Οι γιατροί αδυνατούν να ελέγξουν την κατάσταση. Η θανατηφόρα πανδημία αφήνει πολλά θύματα – βρέφη κυρίως και γέροντες.
            Δήμαρχος εκείνη την εποχή είναι ο Νικόλαος Ριζοδήμος.
            Γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου ο Δημήτριος Κολοβίνος[5].
            Ταμίας (εισπράκτωρ) ο Απόστολος Βλάχος.
            Πάρεδροι οι : Δημήτριος Αξελός
                                    Δημήτριος Βρόντης
                                    Ηλίας Κουκιάδης
                                    Γεώργιος Σέγκλιας
            Δημοτικοί Σύμβουλοι: Δημήτριος Βλαχούτσος
                                                Ζήσης Γαϊτανάς
                                                Ιωάννης Γαλλής
                                                Σπύρος Κασινάκης
                                                Γεώργιος Ματραπάζης
                                                Σοφοκλής Μπρισίμης
                                                Αργύρης Παπαδήμος
                                                Ζήσης Πορλίγκης
                                                Απόστολος Χατζηϊωάννου
                                                Ιωάννης Χράπαλος[6]

Τρεις ενορίες

            Όπως βλέπουμε μέσα σε μιά δεκαετία έχει αλλάξει όλη η Δημοτική Αρχή. Νέοι είναι και οι Δημοτικοί Σύμβουλοι.
            Πρόεδρος της Κοινότητας Πορταριάς είναι ο Αντώνης Τριβελάς
                        Μέλη οι :        Ιωάννης Ριζοδήμος
                                                Κωνσταντίνος Τσίρος
                                                Δημήτρης Τσιμπανούλης
                                                Κωνσταντίνος Χατζηϊωάννου
            Το χωριό διαιρείται σε τρείς ενορίες.. Οι αντίστοιχες εκκλησίες που λειτουργούν κάθε Κυριακή είναι ο Άγιος Νικόλαος, οι Αγίοι Ανάργυροι και οι Ταξιάρχες (ή ο Άη Ταξιάρχης όπως έλεγαν οι πορταρίτες χαρακτηριστικά).
            Επίτροπος ιερέας ο παπα  Αντώνης Μούχτης, πρωθιερέας ο παπα Βασίλης Ρουμελιώτης και οι ιερείς οι π. Αργύρης Αμερικάνος, Ιωάννης Ζωγράφος, Δημήτρης Κλειδωνάρης.[7]
            Ας τους δούμε από πιό κοντά, όσο μας επιτρέπει ο καιρός που μεσολαβεί, που θολώνει τις αναμνήσεις των γεροντότερων και διασκεδάζει (σκορπίζει) το στέρεο των παραδόσεων.

Ο παπά Αντώνης Μούχτης

            Ο παπα Αντώνης ο Μούχτης ήταν προεστώς στους Αγίους Αναργύρους. Είχε ένα χριστιανό τέλος, σαν αυτό που εύχονταν επί χρόνια στη Θ. Λειτουργία. Πέθανε μέσα στο Ιερό.
            Αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά, με κάθε ευκαιρία τα μάζευε γύρω του, όπως ο Χριστός. Φαίνεται ότι έβλεπε σ’ αυτά το πρότυπο του Ιησού Χριστού και υπάκουε στην εντολή του : «Γίνετε σαν εκείνα για να εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών». Επίσης είχε το χάρισμα της αφήγησης. Διηγούνταν όμορφα παραμύθια, σε μικρούς και μεγάλους. Τα παραμύθια αυτά τα συγκέντρωσε σε βιβλίο ο εγγονός του, μακαρίτης πια, Γιώργος Τσιμπανούλης και τα εξέδωσε η Κοινότητα Πορταριάς.
            Στην εισαγωγή του βιβλίου αναφέρεται ένα μικρό βιογραφικό του : «Γεννήθηκε στην Πορταριά το 1855 από φτωχούς γονείς. Τον πατέρα του (που τον φώναζε αφέντη) τον έλεγαν Γιάννη και την μητέρα του Αναστασία. Έμαθε την τέχνη του καρεκλά, ξενιτεύθηκε στην Οδησσό και εργάσθηκε σε εμπορικό γραφείο. Εκεί έμαθε, το 1881, την απελευθέρωση της πατρίδας του. Έγινε παπάς το 1880, περνώντας από το στάδιο του αναγνώστη. Είχε παντρευτεί ήδη με την Γαρουφαλιά Κατσαντώνη».

Διώκτες και Λιτανείες

            Ο παπα Βασίλης του Άη Νικόλα πήρε μέρος σε πολλές λιτανείες, κυρίως για την προστασία από την ακρίδα που έπεφτε συχνά εκείνα τα χρόνια. Υπήρχε μάλιστα και δια νόμου διορισμός «διωκτών ακρίδων», ανθρώπων που εμμίσθως κυνηγούσαν όλη την ημέρα, με μεγάλες κλάρες, τα έντομα από τις καλλιέργειες. Όταν τα πράγματα έφθασαν στο απροχώρητο οι άνθρωποι, όπως γίνεται συνήθως, θυμόντουσαν τον Θεό και ξεκινούσαν εν πομπή, με τους ιερείς και τις εικόνες μπροστά και πίσω τον λαό, σε λιτανείες.
            Το ίδιο γίνονταν και σε χρόνους ανομβρίας.
            Υπάρχουν αφηγήσεις γερόντων οι οποίοι μιλούν για θαύματα. Οι ακρίδες σηκώνονταν κι έπεφταν στη θάλασσα κατά την διάρκεια της λιτανείας.
            Δεν γνωρίζουμε πού λειτουργούσαν ο π. Αργύριος Αμερικάνος, ούτε ο π. Δημήτριος Ζωγράφος.
            Ο παπα Ζωγράφος πάντως ονομάσθηκε έτσι λόγω των αγιογραφιών που ιστορούσε από τις αρχές του 20ου αιώνα. Πρέπει να διέθετε και ειδικά εργαστήρια για την κατασκευή φορητών εικόνων, με το ψευδώνυμο Ζωγραφίδης.
            Ας μη ξεχνούμε ότι εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι, ευλαβέστατοι, συντηρούσαν σ’ ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού τους, εικονοστάσια. Στον φτωχό παπά της εποχής εκείνης θα έφερνε σίγουρα μια ανακούφιση οικονομική η τέχνη αυτή.
            Υπάρχουν στην Πορταριά ακόμη εικόνες υπογεγραμμένες με το όνομα  Ζωγράφος. Η εικόνα της Αγίας Μαρίνας, στην ομώνυμη εκκλησία είναι μία από αυτές.

Η Παναγία ορίζει

            Μια που αναφερθήκαμε προηγουμένως σε θαύματα ας μη λησμονηθεί η καταγραφή ενός «σημείου» που έχει περάσει με την παράδοση σ’ όλους τους πορταρίτες – προσωπικά δεν έχουμε διαβάσει τίποτε σχετικό.
            Είναι ο ορισμός των συνόρων ανάμεσα στις Κοινότητες Πορταριάς και Μακρινίτσας από ένα αλλόκοτο φίδι που, βγαίνοντας από την Παναγίτσα (το εκκλησάκι που τιμάται στο όνομα της Θεοτόκου και του Αγίου Συμεώνος, κοντά στο Κλειστό Διαδημοτικό Γυμναστήριο Πορταριάς – Μακρινίτσας), πέρασε ανάμεσα από συμπλεκομένους κατοίκους των δύο χωριών και τους χώρισε.
            Πότε έγινε το θαυμαστό γεγονός δεν γνωρίζουμε. Όμως γνωρίζουμε ότι μεταξύ 1908 και 1911 συχνότατα οι πορταρίτες και οι μακρινιτσιώτες καταφεύγουν  στα δικαστήρια για ανακαθορισμό των συνόρων τους. Συχνά αλλάζουν δικηγόρους, ανακαλύπτουν νέους μάρτυρες, τους αποζημιώνουν και τους τροφοδοτούν για τα μακρινά (τότε) ταξίδια στη Λάρισα, όπου εκδικάζονταν κατ’ έφεσιν οι υποθέσεις. Εξετάζονταν μάρτυρες από «μακρινά» χωριά, από  την Αγριά και την Δράκεια.[8]
            Η δημιουργία του Κλειστού Γυμναστηρίου αλλά και το, υπό κατασκευήν, Διαδημοτικό Αποχετευτικό Δίκτυο δείχνουν ότι τα χρόνια εκείνα έχουν περάσει, οι συμπεριφορές  έχουν αλλάξει, ίσως και οι καρδιές των ανθρώπων να έχουν μαλακώσει. Κι αυτό είναι ένα άλλο  θαύμα.

Πόλεμος

Στις 28 Ιουνίου του 1914 ανησυχία και δέος απλώνεται στην Ευρώπη, όταν ένας Σέρβος εθνικιστής δολοφονεί στο Σεράγεβο τον Αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο, διάδοχο του αυστριακού θρόνου.
            Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος εκρήγνυται και εξαπλώνεται στην Ευρώπη. Η Ελλάδα συμμετέχει στο πλευρό της Αντάντ.
            Τα φοβερά αυτά γεγονότα, όπως και, λίγα χρόνια πριν, οι βαλκανικοί πόλεμοι, η πτώση της Θεσσαλονίκης, της Κορυτσάς, του Μπιζανιού, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου του Α’ στη Θεσσαλονίκη συζητούνται στα καφενεία της Πορταριάς.
            Η Πορταριά εκείνη την εποχή έχει τα εξής καφενεία:
·        Α. Βλαχούτσου
·        Κων. Διακουμή
·        Σπ. Μούχτη
·        Γ. Παπακωνσταντίνου
·        Αφών Σκλείδη [9]
Τα καφενεία αυτά βρίσκονται στην Κεντρική Πλατεία, στην Πλατεία Αγίου Νικολάου και στην Ράχη.
Τα πιό γραφικά καφενεδάκια είναι του Σπύρου Μούχτη, που, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Κέντρο «Ξένιος», βλέπει απ’ την βεράντα του τον Βόλο με το λιμάνι του και τον Παγασητικό με τα ιστιοφόρα καïκια και τα μεγαλύτερα πλοία.
Τα κέντρα του Παπακωνσταντίνου και του Παπαποστόλου βρίσκονταν στον Κάραβο.
Δεν αποκλείεται, μεταξύ των πελατών του Μούχτη, να βρίσκονταν οι εκ Πορταριάς απόμαχοι ναυτικοί και ψαράδες – επειδή υπήρχαν και τέτοιοι επαγγελματίες στην Πορταριά. Αναφέρονται στο δημοτολόγιο και στα μαθητολόγια των πρώτων, μετά την απελευθέρωση, σχολείων. Επιπλέον υπάρχουν, ακόμη και στον μεσοπόλεμο, έγγραφα του Λιμεναρχείου Βόλου, με τα οποία ζητείται η απογραφή των ναυτικών της Πορταριάς.
Στον κατάλογό μας  δεν υπάρχουν τα καφενεία, για τα οποία υφίσταται έγκριση του Κοινοτικού Συμβουλίου το 1910. Φαίνεται ότι έκλεισαν ή δεν είχαν ακόμη αποπερατωθεί. Για τα καφενεία αυτά είχαν πάρει άδεια οι:
·        Μίνως Δαμασιώτης, πλατεία Αγίου Νικολάου
·        Σπ. Κασινάκης, πλατεία Παζάρι (Κεντρική)
·        Σπ. Κασινάκης, πλατεία Ράχη
Επίσης, την ίδια χρονιά,  αποφασίζεται η εγκατάσταση κλιβάνου (φούρνου) σε κελί του Αγίου Νικολάου. Ο φούρνος αυτός, του Δημ. Δημητρόπουλου, υπήρχε για πολλά χρόνια.
Τα καφενεία του Παπαποστόλου και του Παπακωνσταντίνου επισκέπτονταν κυρίως οι παραθεριστές της Πορταριάς, οι πελάτες του «Θεοξένεια» και των ενοικιαζομένων σπιτιών, οι οποίοι αναζητούσαν, ανεβαίνοντας ψηλότερα στο βουνό, καθαρό και ξηρό αέρα.
Για τους παραθεριστές θα μιλήσουμε σε ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Τα μόνα ξενοδοχεία που υπάρχουν εκείνο τον καιρό είναι το «Μέγα Θεοξένεια» και το  «Άνεσις». Αργότερα χτίσθηκαν τα ξενοδοχεία του Μαρούσου και του Μαρδέλη.

Ο θεός … Ακραίας

Τους καφετζήδες του Κάραβου, επισκέπτονταν και πρωθυπουργοί και βασιλιάδες, όσοι διανυχτέρευαν στο «Θεοξένεια». Στην πρωϊνή τους βόλτα έπιναν τον καφέ τους, συζητώντας με τον καφετζή ο οποίος είχε λύσεις και προτάσεις για όλα τα θέματα. Απόψεις για την καθημερινή ζωή και τα προβλήματα της αλλά και προτάσεις  για την εξωτερική πολιτική και την διοίκηση. Σίγουρα ο καφετζής θα μιλούσε και για τις αρχαίες πέτρες που έψαχναν τότε στα μέρη της Πορταριάς.
Πράγματι, εκείνο το καιρό, ο Αρβανιτόπουλος ζητούσε το ιερό του θεού..... Ακραίαντα, έτσι το έλεγαν, ακόμη και οι μορφωμένοι.
Πρόκειται, φυσικά, για το βωμό του Ακραίου Διός (όπου ακραίος σημαίνει κορυφαίος, αυτός που βρίσκεται στην κορυφή).
Οι βραδινοί επισκέπτες του καφενείου παρατηρούσαν από ψηλά το ελάχιστο πράσινο του Βόλου, άκουγαν την φωνή του γκιώνη ή κάποιον μακρινό λύκο.
Καμιά φορά άκουγαν και τη φωνή του Ζήση Ασκητή, του γαλακτοπώλη, ο οποίος διαφήμιζε για πολλά χρόνια τα γιαουρτάκια του: «Εδώ τα υπέροχα.......». Γιαούρτι χωριάτικο σε πήλινο κεσέ, που επιστρέφονταν για να μη χρεωθεί.  [10]
Εκείνη την ώρα άναβαν οι λαμπτήρες με το ασθενικό φως, από το Ηλεκτροκίνητο Εργοστάσιο (την Ηλεκτρική) του Αλεξίου Αθανασάκη. Ο ηλεκτροφωτισμός των δρόμων έγινε από τον Κοσμαδόπουλο τόσο στο Βόλο, όσο και στην Πορταριά. Η Ηλεκτρική Εταιρεία Βόλου δημιουργείται βέβαια πρώτη, όμως λίγα σπίτια έχουν ρεύμα ηλεκτρικό ενώ η Πορταριά που ακολουθεί ηλεκτροδοτείται στο μεγαλύτερο μέρος της.
Στην Πορταριά υπάρχουν το 1914   60 λαμπτήρες, ενώ στον Βόλο ακόμη ανάβουν γκαζοφάναρα και λάμπες.[11]

Αίμα στους Εθνικούς Αγώνες

Οι άνθρωποι στα καφενεία συζητούν για τους πολέμους, τις νίκες και τις απώλειες. Το χωριό της έχει ήδη προσφέρει αίμα στην απελευθέρωση της υπόδουλης Ελλάδας. Στους νεκρούς των Βαλκανικών πολέμων θα προστεθούν και όσοι έπεσαν ένδοξα στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Υπάρχουν ακόμη νεκροί και στον άδοξο πόλεμο του 1897. Ο κατάλογος των φονευθένων στους Εθνικούς Αγώνες είναι μακρύς:
-         Κατσαρός Αντώνιος σκοτώθηκε στο Τουλού Μπουάρ το 1922
-         Γιαννούκος Δημήτριος  Λαχανά 1913
-         Μελιτζανάς Δημήτριος, πέθανε από κακουχίες στη Λάρισα  1922
-         Καρούτσος Δημήτριος   Σαραντάπορο  1912
-         Κόκκοτας Νικόλαος       1921
-         Μαρούσος Στέφανος   Κιλκίς   1913
-         Τσιμπανούλης Θεόδωρος  πέθανε από κακουχίες   1913
-         Μαρούσος Νικόλαος  Αϊδίνιον  1919
-         Λιάμος Φίλιππος  Τουλού Μπουάρ    1922
-         Στυλιανού Ιωάννης       1920
-         Μαλλιαρός Απόστολος πέθανε από  κακουχίες   1920

Ο κατάλογος αναφέρει και τους αιχμαλώτους και τους αγνοουμένους.
- Κοσμάς Κοσμάς  κλάσεως 1900
- Βεριτίνας Δημήτριος  1900
- Κούκος Κωνσταντίνος  1916
- Δράκος Αλέξανδρος 1901
- Κωλλάς Ιωάννης 1916
- Δημήτριος Στυλλιανός 1919
- Εμμανουήλ Δημήτριος 1894
- Σούλτσας Πανταζής 1910
- Κωνσταντάς Κωνσταντίνος 1914
- Λιάκος Κωνσταντίνος 1903
- Μαυραϊνός Απόστολος 1906
- Πανάγος Γεώργιος 1902
- Χατζηπαρίσσης Ιωάννης 1912
- Αναστασόπουλος Γεώργιος 1903
- Βαλατσός Προκοπ. 1918
- Βλάχος Απόστολος 1896
- Βάιλας Κωνσταντίνος
- Μαυραϊνός Κωνσταντίνος 1919 [12]

Σχολεία του Δήμου

Δύσκολα χρόνια. Και στην Πορταριά και γενικά στην πατρίδα μας δύσκολα.
Ο Δήμος Ορμινίου και η Κοινότητα Πορταριάς συντάσσουν καταλόγους απόρων για βοήθεια, εγγράφουν στα σχολεία με δικά τους (ή και με δωρητών) έξοδα άπορους μαθητές.
Οι πόροι τους βέβαια είναι οι πρόσοδοι από τα κοινοτικά καταστήματα, τα καφενεία δηλ. που αναφέραμε, το Χάνι της Αγίας Άννας, τα κτήματα των εκκλησιών και των μοναστηριών. Πολλές φορές, όταν τα κτήματα αυτά δεν αποδίδουν, όπως τα μετόχια της Μονής Προδρόμου, τα εκποιούν.
Ελπίζουν επίσης να κερδίσουν κάποια χρήματα αγοράζοντας λαχεία του Εθνικού Στόλου. Είναι ένας όμορφος τρόπος να ενισχύεται το ναυτικό μας στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ήταν το «δίλεπτο της χήρας» η φτωχή εισφορά των μικρών Κοινοτήτων στην πατρίδα.
Ο Δήμος Ορμινίου φρόντιζε επίσης και τα σχολεία του. Το Δημοτικό Αρρένων, το Δημοτικό Θηλέων.
Λειτουργούσαν  επίσης το Αθανασάκειο Νηπιαγωγείο, το Τσοπότειο Ελληνικό, το Μηλάκειο Παρθεναγωγείο – σχολείο που δημιούργησαν οι ευεργέτες του χωριού.
Η Μαριγώ Μηλάκη πεθαίνει το 1909  και η Κοινότητα αποφασίζει να καταθέσει στεφάνι στη σορό της.
Για τον δάσκαλο Διομήδη Πετρόπουλο, που πεθαίνει την ίδια εποχή υπάρχει απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου να γίνει η  κηδεία του δημοτική δαπάνη.
Στο Δημοτικό Σχολείο αρρένων διδάσκουν οι Δ. Διανελλίδης (διευθυντής), Γεωργ. Κουμπούρας και Θωμάς Σουλικιάς.
Στο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων δασκάλες είναι η Ολυμπιάς Δράμπεση και η Αγγελική Επιφανείου.
Στο Νηπιαγωγείο δίδασκαν και πληρώνονταν από τους κληρονόμους Αλεξιου Αθανασάκη οι δασκάλες Καλλιόπη Μπράνου και Κάκια Τριανταφύλλου.

Η Αγγελική η δασκάλα

Θ’ αναφερθούμε σε ειδικό Κεφάλαιο στην Εκπαίδευση. Υπάρχουν πάντως ένα σωρό χαριτωμένες αφηγήσεις γηραιών πορταριτών με επεισόδια της ζωής των μοναχικών αυτών ανθρώπων, που ζούσαν χιλιόμετρα μακριά απ’ τα σπίτια τους με τη λαχτάρα της προσφοράς. Μια τέτοια ιστορία είναι ο ρομαντικός και ανεκπλήρωτος έρωτας του Θωμά Σουλικιά για κάποια δασκάλα την Αγγελική (ίσως Επιφανείου). Η τελευταία ίσως δεν έμαθε ποτέ πως ο δάσκαλος την αγαπούσε πλατωνικά. Ίσως και να παντρεύτηκε αργότερα. Το έμαθε όμως όλο το χωριό και οι πορταρίτες, πειραχτήρια όπως πάντα, τον παρωδούσαν σ’ένα τραγουδάκι της εποχής:
Με πήρε ο ύπνος κι έγειρα
Στου Σοϊλέ τη σκάλα
Και ήλθε και με ξύπνησε
Η Αγγελική η δασκάλα.
Σοϊλές ονομάζονταν ο σπιτονοικοκύρης της Αγγελικής.
Το τραγουδάκι αυτό ακούγονταν κι όταν ο Θωμάς έφθασε σε μεγάλη ηλικία, πήρε σύνταξη και τιμούσε τα καφενεία και τα  μπακάλικα της περιοχής.


Τα μπακάλικα
Εκείνα τα χρόνια και τα μπακάλικα ήσαν τόπος συγκέντρωσης και κουβέντας, όπως και τα καφενεία. Μ’ ένα τραπεζάκι, δυό καρέκλες κι ένα σανιδένιο πάγκο, λειτουργούσαν προσφέροντας και τσίπουρο και κουβέντα.
Φανταζόμαστε ότι εκείνοι ο μπακάληδες ήσαν όσοι πρωτοστάτησαν σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προς την Κυβέρνηση, όταν στα μισά της εικοσαετίας κυρήχθηκε παράνομη η απόσταξη τσίπουρου από ιδιώτες.
Οι παντοπώλες της εποχής εκείνης είναι κοινωνικοί και πολυπράγμονες.
Ο Ι.Κ.Γαλλής σ’ ένα του γράμμα που βρέθηκε στα λυτά έγγραφα του Αρχείου του Δήμου Πορταριάς (Δήμου Ορμινίου – Κοινότητα Πορταριάς) υποστηρίζει με απόλυτη σοβαρότητα ότι ο Ρήγας Φεραίος ..... κατάγονταν από την Πορταριά.
Ένας άλλος γνωστός μας από τις ιστορίες της Ζώγια είναι ο Ι. Μαρδέλης. Η Χρυσούλα μιλάει για το μπακάλικο αλλά και την περιπέτεια του γιού και της νύφης του που χώρισαν για να καλογερέψουν.
Οι υπόλοιποι μπακάληδες το 1911:
-         Γαλλής Κωνσταντίνος
-         Δασκαλόπουλος Αθ.
-         Δημητρίου Στέφανος
-         Κασινάκης Γουλ.
-         Κατσιάνος Γ.
-         Κλάψα αφοί
-         Μηλιόρδος Αδ.
-         Ξανάρης Γ.
-         Τριανταφύλλου Δημ.
-         Τσιμπανούλης Κ.

Μπακαλοδέφτερα

Τα τεφτέρια όπου σημείωναν τα χρεωστούμενα, τα λεγόμενα μπακαλοδέφτερα διασώζουν τις διατροφικές συνήθειες και τη δίαιτα της εποχής. Να τι ζητούν οι πελάτες:
-         Βούτυρο ακαθάριστον, καθαρισμένον – Γλυκάνισον και μαραθόσπορον.
-         Γλώσσας καπνιστάς – ζάχαριν εις κόνιν – ζαχαρικά λουκούμια
-         Κανέλλα με την οκάν – κρόμμυα – οκταπόδι ξηρόν.
-         Κουκουνάρια, λεπτοκάρυα – Τυρόν εις κεφάλι – Τυρόν εις τουλούμια.
Άλλοι επαγγελματίες που περιλαμβάνονται στον Εμπορικό οδηγό είναι οι αλευροπώλες, οι βαρελοποιοί, οι κρεοπώλες, οι σανδαλοποιοί, οι πεταλωτήδες....
Όλοι πουλούσαν τα προϊόντα τους στους κατοίκους της Πορταριάς καθημερινά - και στο παζάρι της Πέμπτης σ’ όλους τους Θεσσαλούς.

Τοκιστές και σουλατσαδόροι

Μέσα στο πανδαιμόνιο της Κεντρικής Πλατείας, τις φωνές, τα παζάρια, τα χρεμετίσματα, τους βιαστικούς βρακάδες, τους νωθρούς φεσοφόρους, έβλεπες κάποιους ανθρώπους που γλιστρούσαν σχεδόν μ’ ένα αλλόκοτο ντύσιμο κι έμοιαζαν να μην έχουν κάτι στο νού τους. Φορούσαν μισοριγμένο το σακκάκι κι είχαν το δεξί παπούτσι πατημένο στη φτέρνα, κωλοπατ’ τό.
Ήταν ένα συνθηματικό ντύσιμο των τοκογλύφων της εποχής. Όσοι έμεναν από λεφτά τους έβλεπαν και δειλά – δειλά τους πλησίαζαν.
Από την αμφίεση αυτή και το βολτάρισμα έμεινε η έκφραση «τοκιστής και σουλατσαδόρος». Επειδή τοκιστές ονομάζονταν οι ...... παρατραπεζίτες των αρχών του 20ου αιώνα.
Ο Νικ. Σκλείδης και ο Νικ. Τσιμώνος είναι δύο από αυτούς.
Ένας τρίτος, ο Ματσός ή Αλεξίου, αυτοκτόνησε το 1900 επειδή φοβόταν ότι το «κακό σπυρί» που είχε βγάλει στο πόδι του θα κολλούσε τα παιδιά του. Ο γιατρός Νικ. Νικολαΐδης δεν μπόρεσε να τον πείσει για το αντίθετο.
Οι γιατροί του χωριού Λάμπρος Δανιήλ, Νικ. Νικολαϊδης, Παν. Στρατηγόπουλος συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, εκλέγονται δήμαρχοι και κοινοτάρχες, αλλά δεν διαθέτουν και πολλά μέσα για την άσκηση του επαγγελματός τους.
Ο Στρατηγόπουλος δημιουργεί το ένα από τα δύο σανατόρια της περιοχής. Το άλλο είναι του γιατρού Καραμάνη[13], γνωστού δυστυχώς περισσότερο από τη σχέση της γυναίκας του με τον ποιητή Αγγ. Σικελιανό και λιγότερο από τη δουλειά που γίνονταν εκεί και από την ανθρωπιστική δράση του.
Αυτή περίπου ήταν η ζωή της δημοτικής περιόδου της Πορταριάς.
Βλέπουμε κατ’ αρχήν μια αποδοχή της ονομασίας του νέου Δήμου, ο οποίος όμως δεν καταργεί τις Κοινότητες.
Ο Γεωργιάδης με μια σειρά συλλογισμών έχει ταυτήσει το πόλισμα, το οποίο υπέθεσαν οι αρχαιολόγοι ότι έπρεπε να υπάρχει στο «οροπέδιον της Πορταριάς», με το ομηρικό Ορμίνιον.
Κάποιοι εντόπιοι λόγιοι είναι τόσο σίγουροι ώστε ασχολούνται μόνο με την ορθή γραφή: Ορμίνιον ή Ορμένιον; Υπάρχει απάντηση του Ζωσιμά Εσφιγμενίτη στον Δημ. Κωλλά , εκ Πορταριάς, το 1895 – την διαβάσαμε ήδη.
Η Κοινότητα επανέρχεται στα μισά της δεκαετίας 1910 – 1920. Έτσι κι αλλιώς εξέφραζε ένα τρόπο ζωής περισσότερο και λιγότερο ένα σχήμα διοίκησης.
Όμως η Πολιτεία δεν αγνοεί το πρακτικό μέρος.
Και φτάνει μ’ ένα συγκερασμό σ’ ένα σχήμα διοίκησης που λειτουργεί για τριανταπέντε περίπου χρόνια, επανέρχεται δε στις μέρες μας με τον «Καποδίστρια».  







[1]  Από το ογκώδες έργο «20ος αιώνας» με πρωτοσέλιδα εφημερίδων από το 1900 έως το 1990.
[2] Λυτά έγγραφα στα αρχεία του Δήμου
[3] Οδηγός το 1901
[4] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς
[5] Του Δημ. Κολοβίνου προηγήθηκε ο Γεώργιος Παπαδιαμάντης, αδελφός του μεγάλου συγγραφέα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
[6] Τα δημοτικά συμβούλια λειτουργούν για λίγα χρόνια ακόμη. Το 1915 καταργούνται οι δήμοι και επανέρχεται το διοικητικό σύστημα των Κοινοτήτων.
[7] Εμπορικός Οδηγός το 1901
[8] Πρακτικά Δήμου Ορμινίου
[9] Εμπορικός Οδηγός 1901
[10] Ορισμένοι παλαιοί ισχυρίζονταν ότι έτσι διαφήμιζε τα προϊόντα του είκοσι χρόνια αργότερα ο Δραγογιάννης
[11] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς
[12] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς
[13] Βρίσκονταν στην Περιφέρεια Αγριάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου