Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ (ΕΠΙΜΕΤΡΟ 4) 16


4. ΟΙ ΨΑΛΤΑΔΕΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ [1]

του Βασίλη Κοντορίζου

Ιεροψάλτης δεν σημαίνει να γνωρίζεις άριστα την βυζαντινή μουσική ή να είσαι απαραίτητα καλλίφωνος. Πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να νιώθεις αυτό που κάνεις, να ζείς την μαγεία των Ακολουθιών της Εκκλησίας, να αισθάνεσαι δέος και συγκίνηση όταν ψάλλεις τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής και ευφορία – χαρά, όταν βροντοφωνάζεις απ’ το ψαλτήρι το «Χριστός – Ανέστη».
Τέτοιους ψαλτάδες, η Πορταριά ευτύχησε να έχει, στο κοντινό μας παρελθόν και στις δύο Εκκλησίες. Τόσο στον Άγιο Νικόλαο, όσο και στους Αγίου Αναργύρους.
Πολλοί από μας τους παλαιότερους Πορταρίτες θυμούνται τον αείμνηστο ΤΡΥΦΩΝΑ ΚΡΙΤΣΙΝΗ, ράφτη στο επάγγελμα, και δεξιό ψάλτη των Αγίων Αναργύρων.  Ο Τρύφων, ήταν αδελφικός φίλος του μακαριστού παπα – Γιώργη Χαλκιαδόπουλου και μόνιμη παρέα του στο τσιπουράκι το οποίο και οι δύο τιμούσαν – ιδιαίτερα στο μπακάλικο του Κόκκαλη. Ο Τρύφων ήταν ένας έντιμος καλοκάγαθος άνθρωπος και πολύ μεγάλο πειραχτήρι. Πολλά ήταν τα ευτράπελα που διαδραματίσθηκαν την εποχή εκείνη, μέσα και έξω από τον Ι.Ναό των Αγίων Αναργύρων.
Κάποτε, έφυγαν από το μπακάλικο του Κόκκαλη, παππάς και ψάλτης, μετά από την σχετική «τσιπουροκατάνυξη», για την Εκκλησία, προκειμένου να τελέσουν κάποια εσπερινή ακολουθία. Το βιβλίο της Εκκλησίας αναφέρει ότι ο ψάλτης λέει: «Κύριε ελέησον – Κύριε ελέησον – Κύριε ελέησον, πάτερ άγιε ευλόγησον». Ο Τρύφων όμως, αφού είπε τρείς φορές το «Κύριε Ελέησον» σταμάτησε. Τότε ο παππά – Γιώργης φωνάζει απ’ το Ιερό «πάτερ άγιε ευλόγησον». Τσιμουδιά ο Τρύφων. «πάτερ άγιε ευλόγησον» ο παππά – Γιώργης, σιγή ο Τρύφων. Βγαίνει στην Ωραία Πύλη ο παππάς, «πάτερ άγιε ευλόγησον» και ο Τρύφων: «Σιγά να μη σε πώ και Άγιο….». Κόκκαλο ο παππάς. Το περιστατικό αυτό δείχνει το πόσο αγαπημένοι φίλοι ήσαν οι δυό αυτοί εξαίρετοι άνδρες, που δεν δίσταζαν να πειράζονται μεταξύ τους, ακόμη και μέσα στην Εκκλησία, χωρίς όμως να τους λείπει ο αλληλοσεβασμός και η αλληλοεκτίμηση. Ήσαν αχώριστοι, φρόντιζε και βοηθούσε ο ένας τον άλλον και δεν τολμούσε να κατηγορήσει κανείς τον  ένα μπροστά στον άλλον. Ελπίζω ότι στον Παράδεισο, όπου βρίσκονται και οι δύο, θα συνεχίζουν να κάνουν παρέα και να αλληλοπειράζονται.
Ένα άλλο ευτράπελο περιστατικό, για το οποίο έχω προσωπική εμπειρία, συνέβη στο μπακάλικο του μακαρίτη Κ.Βλάχου (αυτό που σήμερα έχει ο Β. Χρυσόμαλλος). Πρωταγωνιστής βέβαια ο Τρύφων.
Κάθονταν λοιπόν η γνωστή παρέα στο μοναδικό τραπεζάκι του μπακάλικου κι’ έπιναν τα τσιπουράκια τους. Μαζί τους και ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Ήταν η εποχή που είχα εκλεγεί για πρώτη φορά Πρόεδρος της Κοινότητάς μας και ήμουν τότε 27 ετών. Πλησίασα για να μπώ στο μπακάλικο και μόλις με πήρε είδηση ο Τρύφων απ’ την διπλανή πόρτα, λέει στον πατέρα μου. «Γιάννη, σβύσε αμέσως το τσιγάρο, έρχεται ο Πρόεδρος».
Ο πατέρας μου, παρόλο που αντελήφθη το αστείο του Τρύφωνα και για να συνεχιστεί η πλάκα, αντέδρασε. Τότε ο Τρύφων του λέει «Γιατί ρε, άμα ήταν παππάς, δεν θα του φλιούσης του χερ’…;».  
Ο συγχωρεμένος Κώστας Κουτσινάκας διετέλεσε επί αρκετά χρόνια ο μοναδικός ψάλτης των Αγίων Αναργύρων. Ιερέας, βέβαια, ο μακαριστός παπα- Γιώργης Χαλκιαδόπουλος και νεωκόρος του Ναού η αείμνηστη Αντωνία Μανθογιάννη. Την αναφέρω εδώ διότι η Αντωνία έπαιξε κι αυτή σημαντικό ρόλο στις σχέσεις παπά – ψάλτη και ψάλτη – νεωκόρου.
Ο Κώστας λοιπόν, ήταν τυφλός εκ γενετής. Έψαλλε τις ακολουθίες, είτε αποστήθους είτε με το βιβλίο με τις τρυπούλες, το λεγόμενο σύστημα Μπράϊγ. Η σοβαρή αυτή έλλειψη της αίσθησης της όρασης αντικαθίστατο από τις άλλες αισθήσεις. Είχε οξύτατη ακοή και οξύτατη αφή. Καταλάβαινε αμέσως με ποιόν μιλούσε, όχι μόνο από τη φωνή του ( εκεί δεν του ξέφευγε κανείς ) αλλά και από τον βηματισμό του ακόμη. Ήταν αδύνατο να τον ξεγελάσει κάποιος με τα χαρτονομίσματα, γιατί τα αναγνώριζε με την αφή.
            Το τυπικό της Εκκλησίας το γνώριζε άριστα, αλλά, κι αν κάπου είχε έλλειψη, λόγω της αναπηρίας του, είχε την αμέριστη συμπαράσταση του παπα – Γιώργη. Έλα όμως που ο παπα – Γιώργης ήταν μεγάλο πειραχτήρι…Έβαζε λοιπόν την Αντωνία να κάνει διάφορες παρατηρήσεις στον Κώστα και τον Κώστα να κάνει το ίδιο στην Αντωνία, έτσι προέκυπτε ένας τρικούβερτος καβγάς μεταξύ τους, ενώ ο παπα – Γιώργης τους κοιτούσε από μακρυά με το αθώο χαμόγελο του και το πανέξυπνο βλέμμα του.
            Ο Κουτσινάκας εκτός από ψάλτης των Αγίων Αναργύρων, ήταν και «επιχειρηματίας». Κάθε Κυριακή, μετά το τέλος της λειτουργίας, άνοιγε τον πάγκο με το…στραγαλάδικο, απέναντι από την Αγία Μαρίνα.
            Την εποχή εκείνη, η μόνη διασκέδαση για μας τους νέους, ήταν η βόλτα από την πλατεία μέχρι το άγαλμα του Ζούλια. Το χαρτζιλίκι ελάχιστο, ίσα – ίσα για στραγάλια από τον Κουτσινάκα, κι αυτά όχι για όλους.
            Έτσι ο Κώστας έκανε χρυσές δουλειές.
            Όταν έκλεινε το ΄΄μαγαζί΄΄ , έψαχνε να βρει την παρέα για κανένα κρασάκι. Πρέπει να πούμε ότι ήταν πολύ ευχάριστος άνθρωπος, καλόψυχος και διασκέδαζε με το κέφι του τους φίλους του.
            Μετά την σχετική κρασοκατάνυξη άρχιζε το τραγούδι ( ήταν η αδυναμία του Κουτσινάκα ), υστερούσε όμως εκεί, δεν τον βοηθούσε η φωνή του. Τόσο πολύ φάλτσα τραγουδούσε, που ανάγκαζε τον φίλο μας, καλαμπουρτζή της παρέας, Λάκη Μανώλη να του λέει ΄΄Κώστα σταμάτα, έτσι που τραγουδάς θα τρομάξεις τις προβατίνες και θα βγάλουν τα παλούκια΄΄.
            Αυτός ήταν ο Κώστας Κουτσινάκας ψάλτης – επιχειρηματίας και καλός φίλος. Οι παλαιότεροι τον θυμούμαστε με πολύ αγάπη, ήταν τα χρόνια τέτοια που οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μεταξύ τους, έκαναν παρέα, διασκέδαζαν με τα μικρά, τα ασήμαντα για την σημερινή εποχή, μοναδικά όμως για τότε.
Ο Γιώργος Καζαντζής διετέλεσε επί σειρά ετών αριστερός ψάλτης του Αγίου Νικολάου. Το δεξιό ψαλτήρι κρατούσε μονίμως ο Ανδρέας Σιώκος και στη συνέχεια – μέχρι σήμερα – ο Στέλιος Σιώκος.
            Ιερείς, που εγώ θυμάμαι να λειτουργούν στον Αϊ Νικόλα, με ψάλτη τον Γιώργο Καζαντζή, ήταν ο μακαριστός πατέρας Παναγιώτης Γεραμπίνης και ο πατήρ Τιμόθεος. Ο Γιώργος Καζαντζής ήταν γείτονας μου. Το σπίτι του είναι αυτό που κληρονόμησε η κόρη του η Καίτη.
            Σύχναζε, μέχρι το 1960, που έκλεισε, στο μαγαζί του πατέρα μου και επιδίδονταν στο αγαπημένο του σπορ, το τάβλι. Το τάβλι για τον Γιώργο, δεν ήταν απλά ένα παιχνίδι για να περάσει η ώρα του, ήταν πάθος.
            Όχι πως αν έχανε, θα καταστρεφόταν χάνοντας χρήματα. Για το λουκούμι έπαιζαν όλοι. Έπρεπε όμως απαραιτήτως να κερδίσει. Είναι όμως δυνατό αυτό; Ζάρι είναι, πολλές φορές ευνοεί και τον ατζαμή ακόμη. Βέβαια με τους ατζαμήδες, ο Γιώργος απαξιούσε να παίξει, ήθελε δυνατούς ταβλαδόρους, καθόσον αυτοαποκαλείτο ΄΄πρύτανης΄΄. Όταν όμως έχεις τέτοια σιγουριά και έπαρση, δεν έχεις ψυχραιμία και επομένως κάνεις λάθη και στο τέλος χάνεις την παρτίδα.
            Ο Γιώργος όμως ακόμη κι όταν έχανε, έλεγε στον αντίπαλο : ΄΄Εσύ τρως το λουκούμι, αλλά εγώ κέρδισα΄΄  και είχε τα επιχειρήματα του. ΄΄Έκανες λάθος στο 6-5, δεν έπρεπε να παίξεις έτσι. Αυτά μόνον οι ατζαμήδες τα κάνουν, αλλά ατζαμής δεν είσαι κι εσύ;… Τι περιμένεις;΄΄
            Αδύνατον όμως και να θέσει κανείς ΄΄εν αμφιβόλω΄΄ τα όσα ισχυριζόταν. Κάποτε δούλευε, με άλλους πορταρίτες μαζί, στην καθαριότητα των δρόμων. Οι εργάτες τότε, έκαναν διακοπή για φαγητό στις 12 το μεσημέρι και συνέχιζαν την εργασία τους το απόγευμα. Κατά τις 11, ο Γιώργος σταματάει την εργασία του και ετοιμάζεται για φαγητό.
-         Γιατί σταμάτησες Γιώργο; Είναι 11 ακόμη, του λέει ο επικεφαλής του συνεργείου και του δείχνει το ρολόι του.
-         Όχι 12 είναι, απαντάει ο Γιώργος.
-         Ρε παιδιά ποιος έχει ρολόι, τι ώρα είναι;
-         11, του απάντησαν οι άλλοι.
-         Όχι 12, επιμένει ο Γιώργος. Τα ρολόγια σας δεν πηγαίνουν καλά.
-         Όλα;
-         Όλα.
-         Κι από πού εσύ συμπεραίνεις ότι είναι 12;
-         Καλά δεν ακούσατε τον κόκορα που λάλησε; Κουφοί είστε;
Αριστερός ψάλτης ο Γιώργος και κόντεψε να βρει τον μπελά του, στα πέτρινα χρόνια του εμφυλίου πολέμου.
Τον έσωσε όμως η ευστροφία του και η ετοιμότητα του.
Άκουσε ένας από τα αποσπάσματα αριστερός ψάλτης και του επιτέθηκε αγρίως.
-         Αριστερός;
-         Μα … ψάλτης.
-         Δεν έχει σημασία, αφού είσαι αριστερός … στο Λόχο.
Οδηγείται, σπρωχνόμενος στο Λόχο, στο κτήριο Σπυρίδη. Κατά καλή του τύχη διασταυρώνεται με τον Λοχαγό   ( έναν εξαίρετο άνθρωπο από τα Λεχώνια, Λεμονίδη Γιώργο ονόματι )
-         Γιατί τον φέρατε αυτόν;
-         Είναι αριστερός … ψάλτης.
-         Είσαι αριστερός ρε;
-         Όχι κύριε Λοχαγέ, δεξιός είμαι.
-         Καλά, πως γίνεται αυτό; Ποιο ψαλτήρι κρατάς;
-         Το ψαλτήρι που βρίσκεται στα δεξιά του παπά όταν βγαίνει στην Ωραία Πύλη.
Γέλασε ο Λοχαγός με την εξυπνάδα του Γιώργου και έδωσε εντολή να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Ίσως οι νεότεροι αναγνώστες μας, να βρουν κάποια υπερβολή στο επεισόδιο. Δεν είναι όμως έτσι, πρόκειται για αυθεντική ιστορία. Οι παλαιότεροι που έζησαν εκείνες τις μαύρες μέρες, θα με δικαιολογήσουν και ίσως να έχουν να διηγηθούν κι άλλα περιστατικά, ακόμη πιο ευτράπελα ή τραγικά. Ο Γιώργος Καζαντζής, ήταν πραγματικός επαγγελματίας ψάλτης. Ήξερε το τυπικό της Εκκλησίας καλύτερα από όλους. Γνώριζε καλά την βυζαντινή μουσική και ήταν πάντοτε συνεπής στις Εκκλησιαστικές ακολουθίες.
            Κάποτε το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Αγίου Νικολάου, αποφάσισε να αγοράσει 30 καρέκλες και ψάθες για το δάπεδο του Ναού.
            Ο Γιώργος, έκανε τη σκέψη, πως για να αγοράζουν έπιπλα κλπ, θα πει πως τους περισσεύουν χρήματα. Αμέσως έρχεται σε συνεννόηση με τον δεξιό ψάλτη και ζητούν από τους επιτρόπους αύξηση μισθού, εισπράττοντας την άρνηση ΄΄ ομοφώνως΄΄ του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου.
            Εκείνος που πληροφορήθηκε από τους πρώτους το πάθημα των ψαλτάδων του Αγίου Νικολάου, ήταν ο Τρύφων Κριτσίνης, ψάλτης κι αυτός, των Αγίων Αναργύρων. Ο Τρύφων γελούσε κάτω από τα μουστάκια του με το φιάσκο που έπαθαν οι συνάδελφοι του. Ξύπνησε μέσα το χιουμοριστικό του - έπρεπε να βρει τρόπο να τους πειράξει … Και βρήκε. Σκάρωσε τον παρακάτω στίχο:
            Ο Καζαντζόπουλος και ΣΙΑ
            ζητά λεφτά από την Εκκλησία
            κι αυτοί αγοράζουνε καρέκλες
            και παραγγέλνουνε χαλιά.
            Πω, πω τι συμφορά
            που ‘παθε η Εκκλησία
            από τους ψάλτες του απάνω μαχαλά.
            Κι άλλα πολλά, ανάλογα στιχάκια, κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη, σχετικά με τους ψαλτάδες και τον Γιώργο Καζαντζή. Εμπνευστής των περισσοτέρων ο Τρύφων. Ένα από αυτά που διέσωσε και αναφέρεται στον εγωιστικό χαρακτήρα του Γιώργου Καζαντζή είναι και το εξής:
            Χαίρε Καζαντζή πανθαύμαστε
            της Πορταριάς ο φωστήρ
            της Ελένης ο σύζυγος
            του Αλέκου ο τρίδελφος
            και του Ανδρέα ( Σιώκου ) ο αντίπαλος
            της Εκκλησίας ο τυπάριος
            και του Ανδρέα ο Λαμπαδάριος
            Αυτός ήταν ο μακαρίτης Γιώργος Καζαντζής. Όλοι οι παλαιότεροι Πορταρίτες τον θυμούνται με πολύ συμπάθεια και ο καθένας έχει και μια προσωπική ιστορία να διηγηθεί, όπου πρωταγωνιστής ήταν ο Γιώργος.
Η συνέχεια των ψαλτάδων της Πορταριάς ανήκει στην οικογένεια Σιώκου. Πρώτος ο Ανδρέας, μετά ο Στέλιος και ακολουθεί ο Γιώργος.
 Εκκολαπτόμενος ιεροψάλτης και ο εγγονός Στέλιος ο οποίος δεν είναι μόνος. Στα αντίφωνα έχει τον θαυμάσιο ψάλτη Γιώργο Βαρώτα.
            Για αυτό δεν θα συνεχίσουμε την έρευνα, ευχόμενοι ολόψυχα στους εν ενεργεία ψαλτάδες της Πορταριάς, να ζήσουν πολλά – πολλά χρόνια και να απολαμβάνουμε τις υπέροχες φωνές τους στα ψαλτήρια των εκκλησιών μας.


[1] Δημοσιευμένο σε τρείς συνέχειες στην εφημερίδα «Πορταριά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου