Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ (2)

ΒΙΟΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ


1. Η  ΠΑΝΑΓΙΑ ΟΝΟΜΑΖΕΙ – ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΡΤΑΡΙΑ  [1]


Η ιστορία της Πορταριάς αρχίζει στα βυζαντινά χρόνια[2].
Οι φθινοπωρινές ομίχλες των μεσαιωνικών χρόνων αποκαλύπτουν, όταν αποτραβιούνται, ένα  μεγάλο χωριό γύρω από τα μοναστήρια  Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας και Οξείας Επισκέψεως.
Το χωριό αυτό ονομάζεται Άνω Δρυανούβαινα[3]. Υπήρχε και η Κάτω Δρυανούβαινα, το σημερινό Κατηχώρι.
Τα δύο χωριά ήσαν τα πλέον πυκνοκατοικημένα σε ολόκληρο το Πήλιο. Υπήρχε  μάλιστα εποχή που ολόκληρο το τελευταίο ονομάζονταν «θέμα της Δρυανούβαινας».
Θέμα στα βυζαντινά χρόνια ήταν περιοχή αυτοδιοικούμενη, άλλοτε μικρή και άλλοτε μεγάλη. Στα χρόνια του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, για παράδειγμα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν διαιρεμένη σε 29 θέματα, πολύ φυσικά μεγαλύτερα από τις σημερινές Περιφέρειες.
Κατά το 13ο αιώνα όμως και μια μικρότερη περιοχή μπορούσε να ονομασθεί «θέμα».
Τον περισσότερο καιρό πάντως το Πήλιο, το επονομαζόμενο Δρόγγος ή όρος του Δρόγγου, θεωρούνταν τμήμα του μεγάλου θέματος της «Βυζαντινής Κυρίως Ελλάδας», το οποίο άρχιζε από τον Ισθμό και περιλάμβανε όλη  την Θεσσαλία.
Πορταρέα-Πορταρία-Πορταριά
Για την προέλευση ενός τοπωνυμίου συνήθως υπάρχουν  πολλές απόψεις. Άλλοτε πασιφανείς και αυταπόδεικτες και άλλοτε ευφάνταστες, ποιητικές, ελάχιστα επιστημονικές. Μέσα από τις απόψεις αυτές περνάει ο ψυχισμός του ερευνητή και είναι θαυμαστό πώς και πόσο εύκολα διαδίδονται και πόσοι τις ασπάζονται και τις υποστηρίζουν.
Στην περίπτωση της Πορταριάς όμως υπάρχει απόλυτη ομοφωνία.
Το όνομά της το έχει πάρει από το μοναστηρόπουλο (μοναστηράκι δηλαδή) της Παναγίας της Πορταρέας.
Το Παναγία Πορταρέα γίνεται Πορταρέα και, κατά το μορέαμοριά μουριά, η Πορταρέα καταλήγει Πορταριά.
Το όνομα Δρυανούβαινα χάνεται μέσα στις εκατονταετίες.

Το εκκλησάκι της Παναγίας Πορταρέας.
Από το μοναστηρόπουλο που έδωσε το όνομα του στο χωριό, σήμερα σώζεται ένα μετόχι του, ένα μικρό εκκλησάκι, στον περίβολο του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου, του Μητροπολιτικού Ναού της Πορταριάς[4].
Βρίσκεται στα βόρεια του Ναού και έχει μήκος δέκα και πλάτος εννιά μέτρα. Έχει ένα άριστα λεπτουργημένο εικονοστάσι με τρεις εικόνες: Του Χριστού, της Παναγίας και του Προδρόμου.
Ο ναός περιγράφεται ως εξής από την αρχαιολόγο κ. Άσπα Ντίνα, διεύθυντρια ΙΓ΄ Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας:
 «Μονόχωρος, ξυλόστεγος, χτισμένος τον 16ο αιώνα πάνω στο βυζαντινό μονύδριο της Παναγίας Πορταρέας. Εργασίες συντήρησης, που έγιναν τα τελευταία χρόνια στο μνημείο, απέδειξαν ότι από το αρχικό βυζαντινό ναό διασώζονται στα χαμηλά μέρη της βόρειας, νότιας και ανατολικής πλευράς τμήματα της τοιχοποιίας και ότι αυτός είχε τις ίδιες διαστάσεις με εκείνες του ναού του 16ου αιώνα. Η μικρή αυτή μονή ήταν, όπως πληροφορούμαστε από τις πηγές, αρχαιότερη από την μονή Προδρόμου Νέας Πέτρας, στην οποία και ανήκει μετά την ίδρυση της (1272). Η χρονολογία ανέγερσης της τοποθετείται με πολλή πιθανότητα στο α΄ μισό του 13ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες του ναού χρονολογούνται βάσει επιγραφής στα 1581».
Στην επιγραφή αναφέρεται ότι ο ναΐσκος αγιογραφήθηκε το 1581 από τον μοναχό της Σουρβιάς Μιχαήλ.
Ο Βαγγέλης Σκουβαράς εκτιμά ότι η αναφορά, σε μαρμάρινη επιγραφή που υπήρχε στον ναό, ονομάτων κτιτόρων λαϊκών, ιερέων και αρχόντων αποδεικνύει ότι υπήρξε κάποτε ενοριακός ναός. Παραθέτει δε την συγκεκριμένη επιγραφή:
«Ανιστορήθη ο θείος και ιερός ναός της υπεράγνου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, δια συνδρομής και εξόδων, κόπου δε και μόχθων, παρά των ευλαβεστάτων ιερέων και ευγενεστάτων αρχόντων δια μνημόσυνον των γονέων τους και εδικόν τους. Ων τα ονόματα ήσαν ούτοι, Τίμου ιερέως, Κλήμη, Στέλου, Γιακουμή, Μαρίας και Αρετής, Νικολάου και Χρυσάφως των κεκοιμένων, ήγουν των γονέων τους. Κοντούρις, Ιω. Γεωργίου, Νικολάου, Γεωργίου, Νάσιου, Σταματίου, Στέφου, Αποστόλου, Ιωάννου, Αλεξίου, Ιωάννου, Νικολάου, Ιω.Ιω.Ιω., Λουκιανής μοναχής, Μαγδαληνής, Μιχαήλ. Και υπό χειρός εμού Δανιήλ υπάρχοντος όρι…. της Σουρβιάς και της Αγίας Τριάδος. Και εκ του κυρού Διακόνου υπάρχει υιός του ποτε Γεωργίου ιερέων εν έτει ΖΠΘ (Ίνδικτιώνος) θ’ μην. Σμ. Κθ’ ημέρα Σαββάτον».
Το βουνό με τα μοναστήρια
Πρέπει να τονιστεί ότι εκείνα τα χρόνια υπήρχαν δεκάδες μοναστήρια στο όρος του Δρόγγου. Το μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου, πάνω από το ομώνυμο χωριό, της Παναγιάς (στο παλιό Τρίκκερι), των Αγίων Σαράντα (στο νησάκι Αλατάς), της Ζωοδόχου Πηγής (στη νησίδα Πρασούδα), του Αγίου Ιωάννου, των Ταξιαρχών (στον Άη Γιώργη) κ.α.
Κατά τον ιστορικό κ. Απόστολο Παπαθανασίου, τα μοναστήρια άρχισαν να οικοδομούνται από τον 10ο και μετά αιώνα και κυρίως στον 11ο , οπότε πολύ μοναχοί ήλθαν στο Πήλιο από το Άγιο Όρος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ως το τέλος του 14ου αιώνα.  Η σχέση αυτών των μοναστηριών με τα χωριά που σιγά σιγά χτίζονται στην περιοχή (χωρίς κανένα να φτάσει την αίγλη της Δρυανούβαινας) μπορούμε να την καταλάβουμε αν εννοήσουμε τον εκκλησιαστικό χώρο όπως, ως τα μισά  του 20ου αιώνα, οργάνωνε την ζωή των ελλήνων.
Στο κέντρο του χώρου αυτού υπήρχε πάντοτε η εκκλησία (παλαιότερα μοναστήρι) και γύρω της χτίζονταν τα σπίτια.
Ίσως τα χωριά αποτέλεσαν, στην πρώτη τους μορφή, συσσωμάτωση γεωργών και κτηνοτρόφων γύρω από μοναστήρια παλαιότερα, μοναστήρια για τα οποία γνωρίζουμε ελάχιστα τις περισσότερες φορές.
Έτσι δημιουργήθηκαν τα χωριά στο Πήλιο. Υπήρχαν πολλά μοναστήρια μετά το 10ο αιώνα, τότε που είχε φθάσει να αποκαλείται η περιοχή βουνό των Κελλίων ή Κελλία.
Ο ερευνητής-ιστορικός Απ. Παπαθανασίου βρίσκει στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής μια αναφορά του βουνού μ’ αυτό το όνομα. Η συγγραφέας αναφέρει ότι ο πατέρας της «παρέκαμψεν την δημοσίαν οδόν και διήλθεν δια του βουνού των Κελλίων»[5].
Γύρω απ’ αυτά τα μοναστήρια συγκεντρώνονταν οι εργάτες σε μικρούς συνοικισμούς οι οποίοι αποκτούσαν, με κέντρο πάντοτε την Εκκλησία-καθολικό του μοναστηριού, μια δομή κοινωνικής ζωής.
Ο εκκλησιαστικός τρόπος, η ενοριακή ζωή, εξαπλώνεται εκείνα τα χρόνια όλο και πιο πολύ. Ο βίος του πληρώματος της Εκκλησίας οργανώνεται και κοινωνικά. Η αλληλεγγύη και η μετοχή διαμορφώνουν αυτό που οναμάσθηκε αργότερα Κοινότητα.
Οι άνθρωποι χαίρονται και λυπούνται όλοι μαζί για τα ίδια γεγονότα. Δεν έχουν να μοιράσουν και πολλά πράγματα, έτσι ουσιαστικά ζουν μια κοινή ζωή.
Ο εκκλησιαστικός χρόνος είναι ο χρόνος τους. Το εορτολόγιο μετράει τις μέρες που αναμένονται και τις μέρες που φεύγουν.

Οι Μελισσηνοί :  «Χριστιανά  τα  τέλη»

Το μοναστήρι της Παναγίας της Πορταρέας, που αναφέρεται ως «μοναστηρόπουλον», της «Υπεράγνου Θεομήτορος το της Πορταρέας το επιλεγόμενον» παραχωρήθηκε από τον Πατριάρχη Ιωσήφ, το 1272, ως μετόχι σ’ ένα μεγάλο μοναστήρι το «του Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας» που έχτιζαν οι ομόζυγοι (σύζυγοι) Νικόλαος και Άννα Μελισσηνοί, εκείνο τον καιρό στην περιοχή της Άνω Δρυανούβαινας.
Ο Νικόλαος Μελισσηνός υπήρξε γιος του Κωνσταντίνου Μελισσηνού, τοπάρχη της Δημητριάδας από τις αρχές του 13ου αιώνα και πατέρας του Ιωάννη Μελισσηνού. Οι Μελισσηνοί (κι όχι Μαλιασσηνοί όπως είχε επικρατήσει λαθεμένα ν’ αναφέρονται), που κατάγονταν από τον κλάδο των Βρυενίων Μελισσηνών, εγκαθίστανται στη Δημητριάδα μετά την κατάλυση του λατινικού βασιλείου της Θεσσαλονικής από τον Θεόδωρο Κομνηνό της Ηπείρου[6].
Ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός
Ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός, πρώτος τοπάρχης της γενιάς, ασφάλισε το φέουδο της Δημητριάδος από τις πειρατικές επιδρομές[7], βοήθησε στις επιχειρήσεις κατά των Φράγκων στη Θεσσαλία τον Θεόδωρο Δούκα της Ηπείρου, ίσως αντιστάθηκε κατά του Γουλιέλμου του Μομφερατικού στο πέρασμα του προς την Θεσσαλονίκη. Νυμφεύθηκε την Μαρία Αγγελίνα Κομνηνή-Δούκαινα. Αναμόρφωσε την Δημητριάδα και το Πήλιο. Φρόντισε για την όσο το δυνατόν καλύτερη εκμετάλλευση των καλλιεργούμενων πεδινών και ημιορεινών περιοχών.
Εκείνα τα χρόνια οι ελεύθεροι καλλιεργητές της γης διέμεναν σε μεγάλους οικισμούς και αναλάμβαναν την καλλιέργεια των κτημάτων με αμοιβή που υπολογιζόταν σε ποσοστό στην παραγωγή[8]. Οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονταν έποικοι. Χωριά όπου διέμεναν έποικοι μνημονεύονται για τα χρόνια των Μελισσηνών η Άνω και Κάτω Δρυανούβαινα που ήδη αναφέραμε.
Αναφέρεται επίσης και ένας μικρός οικισμός με το όνομα Άγιον Πύργιον του οποίου την ακριβή θέση δεν γνωρίζουμε.
Αγνοούμε που έμενε ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός και οι επίγονοι του. Ίσως στα Λεχώνια (Λικόνια), ίσως στην Άνω και Κάτω Δρυανούβαινα, ίσως και στην Δημητριάδα.
Εκτός από δραστήριος άρχοντας της περιοχής, ικανός πολιτικός και στρατιωτικός ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός υπήρξε θεοσεβής άνθρωπος. Η κλίση του στο μοναχισμό τον ώθησε να χτίσει ένα μεγάλο μοναστήρι στην Μακρινίτσα που το αφιέρωσε στο όνομα της Θεοτόκου. Το ονόμασε «Οξεία Επίσκεψις της Πανάγνου Θεομήτορος». Με επίσημα έγγραφα (χρυσόβουλλα και αργυρόβουλλα) το απάλλαξε από κάθε φόρο και όρισε να γίνει σταυροπηγιακή μονή, να εξαρτάται δηλαδή πάντοτε από τον Πατριάρχη και όχι από τους Επισκόπους Δημητριάδας. Στόλισε το μοναστήρι με θαυμάσια γλυπτά έργα εκκλησιαστικής τέχνης – ορισμένα σώζονται ακόμη και σήμερα στο μητροπολιτικό ναό της Παναγίας στη Μακρινίτσα αλλά και στο Ναό της Παναγίας στο λόφο της Επισκοπής.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός φόρεσε το μοναχικό κουκούλι και εγκαταβίωσε στο μοναστήρι της Οξείας Επισκέψεως με το όνομα Κωνστάντιος[9].           
Για τους ιστορικούς ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός υπήρξε  μάλλον αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Ο Γιάννης Κορδάτος τον θεωρεί, όπως και τους επιγόνους «γδύστη κι εκμεταλλευτή». Κατηγορεί τους Μελισσηνούς ότι «στέλνανε τους ξεπεσμένους και καταχρεωμένους αγρότες στα μοναστήρια του Πηλίου, παίρνοντας αυτοί τα κτήματα τους…».
Ο Νικόλαος Μελισσηνός
Ο Νικόλαος Μελισσηνός πρέπει να ανέλαβε την αρχή της Δημητριάδας στα 1254, τον καιρό που ο πατέρας του εγκατέλειπε τον κόσμο για την έρημο. Υπήρξε ο σώφρων άρχοντας[10] πολιτικά οξυδερκής. Προσπάθησε, και εν πολλοίς τα κατάφερε, να κρατήσει την περιοχή του μακριά απ’ τις πολεμικές συγκρούσεις οι οποίες λάβαιναν χώρα εκείνο τον καιρό στην περιοχή. Ακολούθησε την πολιτική του πατέρα του, Κωνσταντίνου. Το Πήλιο και η Δημητριάδα γνώρισαν στα χρόνια του μεγάλη άνθιση.
Σύντομα απέκτησε δεσμούς συγγενείας με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Νυμφεύθηκε τη βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα, ανεψιά του Αυτοκράτορα και έμεινε μαζί της στην Δημητριάδα. Στα χρόνια εκείνα η Δημητριάδα πρέπει να υπήρξε, λόγω της νευραλγικής της θέσης, πολυάνθρωπη πόλη δεδομένου ότι αναφέρεται ως έδρα στρατηγού (διοικητή θέματος).
Ο Νικόλαος και η Άννα Μελισσηνοί, όπως και ο Κωνσταντίνος ήσαν ευσεβείς άνθρωποι. Άρχισαν λοιπόν να ανοικοδομούν στη θέση της Άνω Δρυανούβαινας ένα μεγάλο μοναστήρι. Αφιερωμένο στον Προφήτη και Βαπτιστή Ιωάννη έγινε πασίγνωστο ως «Μονή Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας». Κι εδώ με χρυσόβουλλα και έγγραφα του αυτοκράτορα εξασφαλίζεται το αφορολόγητο της μονής. Το μοναστήρι χτίσθηκε εις την στάσιν[11] Αρχοντίτση που «ζητήθηκε ν’ αγορασθεί από τους ομόζυγους» όπως αναφέρεται[12]
Πανευγενέστατοι ομόζυγοι
«Εν ονόματι του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, ημείς οι άπαντες έποικοι του χωριού της Δρυανουβαίνης κοινή βουλή, γνώμη τε και αρεσκεία άνωθεν του παρόντος ύφους τας οικείας σιγνογραφίας πονησάμενοι το παρόν εκούσιον και αμεταμέλητον καταθετικόν ενυπόγραφον έγγραφον ημών τιθέμεθα και ποιούμεν συν τοις παντοίοις κληρονόμοις και διακοτόχοις ημών, εκουσίως και αβιάστως, καθαρώς και αρραδιούργως, αυτοθελώς και αυτοπροαιρέτως και ουκ έκ τινος ανάγκης ή βίας ή φόβου ή αρχοντικής καταδυναστείας, συν προθυμία δε μάλλον απάση, ολοψύχω προθέσει και απλώς ειπείν μετά πολλής ημών της αποδοχής και θελήσεως προς υμάς τους πανευγενεστάτους ομοζύγους, τον τε περιπόθητον γαμβρόν του κραταιού και αγίου ημών αυθέντου και βασιλέως, Άγγελον Κομνηνόν τον Μαλιασσηνόν κύρ Νικόλαον και περιπόθητον συμβίον σου και περιπόθητον ανεψιάν του κραταιού και αγίου ημών αυθέντου και βασιλέως, Δούκαιναν Κομνηνήν την Παλαιολογίναν κυράν Άνναν την Μαλιασηνήν, την και κτητόρισσαν χρηματίζουσαν της ευαγεστάτης πατριαρχικής γυναικείας μονής της εις όνομα τιμωμένης του τιμίου πανενδόξου Προφήτου Προδρόμου και δι υμών προς το άπαν μέρος και πλήρωμα της τοιαύτης μονής, καθώς δηλωθήσεται και γαρ επειδή εκ Θεού οδηγηθέντες προεθυμήθητε οι αναγεγραμμένοι πανευγενέστατοι ομόζυγοι εκ βάθρων αυτών ανεγείραι εν τω θέματι του χωριού ημών της Δρυανουβαίνης, τοποθεσία δε του Αρχοντίτζη, γυναικείαν πατριαρχικήν μονήν επ’ ονόματι του τιμίου πανενδόξου Προφήτου Προδρόμου της Νέας Πέτρας, ήτις συν Θεώ μέλλει γενέσθαι και πολλών ψυχών φροντιστήριον, ηθελήσατε δε εξωνήσασθαι και την όλην στάσιν του Αρχοντίτζη Μιχαήλ, την προ πολλών ήδη ενιαυτών παρ’ αυτού νεμομένην λόγω της τοιαύτης μονής μετά πάντων και παντοίων των αρχαίων και δικαίων προνομίων αυτής, κατά και εν τω πρατηρίω εγγράφω τω παρά του Αρχοντίτζη Μιχαήλ γεγονότι σαφέστερον δηλούνται, προσέκειτο δε τη δηλωθείση στάσει ετήσιον τέλος νομίσματα υπέρπυρα δύο και κοκκία οκτώ και επεί έμελλεν η τοιαύτη άπασα στάσις αφιερωθήναι τω Θεώ παρ’ υμών των πανευγενεστάτων ομοζύγων και ειδότες, ως το άπαξ  αφιερωθέν τω Θεώ ου δουλούται, ένεκεν τούτου διεκρίθημεν και ημείς πάντες οι αναγεγραμμένοι έποικοι της Δρυανουβαίνης, ως το επικείμενον το διαληφθείση στάσει ετήσιον τέλος, δηλονότι τα δύο τρίτον υπέρπυρα μη επικείσθαι και τη μονή, αλλά ατελή πάντη και ακαταδούλωτον δεσπόζεσθαι τε νέμεσθαι παρά της μονής την τοιαύτην άπασαν στάσιν, τούτο γούν ούτω ποιήσαι διανοηθέντες και εγγράφως την τοιαύτην ημών αγαθήν βουλήν προεθυμήθημεν εκτελέσαι και ιδού δια της παρούσης εκουσίου και αμεταμελήτου καταθετικής ημών γραφής αναδεχόμεθα το δηλωθέν ετήσιον τέλος και προστιθέμεθα τούτο τοις ημετέροις ετησίοις ακροστίχοις, ως και τούτο τελείσθαι παρ’ ημών αναλόγως κατά την εκάστου ισχύν και την μονήν ανενόχλητον διατηρείσθαι ένεκεν της δόσεως του ετησίου τέλους και βάρους, ήγουν των δύο τρίτον υπερπύρων το μέν χάριν ψυχικής σωτηρίας ημών, το δε δια την κατά Θεόν αγάπην, ήν εξ όλης της ψυχής ημών κεκτήμεθα προς υμάς τους πανευγενεστάτους ομοζύγους υπέρ της τιμής και κυβερνήσεως και ευεργεσίας, ην καθ’ εκάστην έχομεν αφ’ υμών και ουδέποτε των καιρών ή των χρόνων ή ημείς αυτοί ή των παντοίων κληρονόμων και διακατόχων ημών τολμήσειεν απιδείν εις διαίρεσιν του παρόντος καταθετικού εγγράφου ημών μερικώς ή καθόλου[13]».  
Εκείνο που συγκινεί τους εποίκους και τους αναγκάζει να κάνουν το δικό τους τάμα στο νέο μοναστήρι και τον Τίμιο Προφήτη Πρόδρομο είναι προφανώς αυτή η πρόθεση των «ομόζυγων» να αγοράσουν του τσιφλίκι του Μιχαήλ Αρχοντίτζη, αν και ως άρχοντες της περιοχής μπορούσαν να το πάρουν χωρίς χρήματα[14].     
Σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου το οποίο παρέχει την αυτοκρατορική συνέναιση να περιέλθουν τα μεγάλα μοναστήρια Οξείας Επισκέψεως της Πανάγνου Θεομήτορος και του Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας, μετά τον θάνατο των κτιτόρων Νικολάου και Άννας Μελισσηνών στον γιο τους Ιωάννη Μελισσηνό, αναφέρονται και τα τρία μετόχια της μονής Τιμίου Προδρόμου Νέας Πέτρας «ήγουν … το εις όνομα τιμώμενο της υπεράγνου μου Θεομήτορος και επικεκλημένον της Πορταρέας, το εις όνομα του Αγίου Νικολάου το και επιλεγόμενον του Επαλιροπάτου και το εις όνομα και αυτό της υπεράγνου μου Θεομήτορος και επονομαζόμενον το Ησυχασταρείον …[15]». Τα δύο από αυτά μας είναι γνωστά. Πρόκειται για το εκκλησάκι πλάι στον Άγιο Νικόλαο, την Παναγία τη Πορταρέα και το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Παλιροπάτου, πάνω στο καθολικό του οποίου, κατά πάσα πιθανότητα, χτίσθηκε ο νυν μητροπολιτικός ναός της Πορταριάς.

Ιωάσαφ και Ανθούσα
Μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης της Μονής Τιμίου Προδρόμου Νέας Πέτρας και γύρω στα 1270 οι Νικόλαος Μελισσηνός και Άννα Παλαιολογίνα Μελισσηνή μόνασαν, όπως και ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός με τη σύζυγο του. Ο Νικόλαος μόνασε στο ανδρικό μοναστήρι της Οξείας Επισκέψεως με το όνομα Ιωάσαφ και η γυναίκα του στη γυναικεία Μονή Προφήτου Προδρόμου με το όνομα Ανθούσα.
Μάλιστα στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Επισκοπής σώζεται η επιτύμβια πλάκα του τάφου της Ανθούσας. Φέρει την επιγραφή  «… της Αγγελίνας Δούκενας της Μαλ…ινής, (Μαλιασινής)  της δια του Θείου και Αγγελικού Σχήματος μετονομασθείσης Ανθούσης».  
  
Δημητριάδα: πορεία φθίνουσα

Η πορεία της πόλη της Δημητριάδος, που στα δύσκολα μετά την Δ΄ Σταυροφορία χρόνια κυβερνούν οι Μελισσηνοί, είναι αντιστρόφως ανάλογη με την πορεία των χωριών του Πηλίου και ιδιαίτερα με την περιοχή της Δρυανούβαινας.
Όσο η πόλη μικραίνει, τόσο τα χωριά πληθαίνουν και μεγαλώνουν.
Όταν φυσικά αναφερόμαστε στην Δημητριάδα πρέπει να εννοούμε μια μεγάλη αστική περιοχή στην οποία υπάρχουν διάφορα πολίσματα, μικρές δηλαδή πόλεις-συνοικίες. Tα πολίσματα αυτά, ανεξάρτητα απ’ την θέση και την έκταση της Δημητριάδας των Αρχόντων, των περιοχών όπου βρίσκονταν τα ανάκτορα και οι μεγάλοι ναοί, απλώνονταν σ’ ολόκληρη την πεδιάδα του Βόλου.
Όσο λοιπόν οι πειρατές, οι Σαρακηνοί και οι Αγαρηνοί, καταστρέφουν και εξολοθρεύουν τις ανοχύρωτες πολλές φορές και  την οχυρωμένη πόλη, τόσο και οι κάτοικοι της Δημητριάδας αποσύρονται προς το βουνό.
Τα μικρά χωριά σιγά σιγά μεγαλώνουν, η αρχιτεκτονική των σπιτιών αλλάζει, η οργάνωσή τους διαφοροποιείται.
Κάποτε μεταφέρεται και η έδρα του Επισκόπου στο βουνό κι έτσι ονομάζεται Επισκοπή ο λόφος όπου υπάρχει ακόμη το Εκκλησάκι της Παναγίας. Το τελευταίο αμφισβητείται από κάποιους ιστορικούς, δεδομένου ότι υπάρχουν και εκείνοι που ανακαλύπτουν αλλού την προέλευση του τοπωνυμίου : Η Παναγία, η επισκοπούσα το πέλαγος, ονομάζει τον λοφίσκο.
Μια μικρή ανασκόπηση της ιστορίας της Δημητριάδος πιστεύουμε πως είναι απαραίτητη.
Η πόλη κτίσθηκε από το γιο του Αντιγόνου, Δημήτριο, ο οποίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Μακεδόνων το 294 π.Χ. και είχε υπό την επιρροή του το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η Δημητριάδα ορίσθηκε ως πρωτεύουσα του νέου κράτους των Μακεδόνων – επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίοι προσπαθούσαν επί χρόνια με πολέμους να εδραιώσουν τη θέση τους.
Ο Δημήτριος επέλεξε τη θέση των Παγασών και ανάγκασε τους κατοίκους των γειτονικών πόλεων να μετοικήσουν εκεί. Η πόλη πήρε το όνομα του. Το ίδιο είχε συμβεί και με άλλους επιγόνους. Ο Κάσσανδρος π.χ. έχτισε στη θέση της παλαιάς Ποτίδαιας την Κασσάνδρεια και τη Θεσσαλονίκη σ’ ένα συνοικισμό της παλιάς Θέρμης.
Η Δημητριάδα υπήρξε μεγάλη και πλούσια πόλη. Οι απόγονοι του Δημητρίου και κυρίως ο γιος του Αντίγονος Γονατάς φρόντισαν να την οχυρώσουν και να την οργανώσουν πολεοδομικά, έκτισαν ένα λαμπρό ανάκτορο   διώροφο , έκτισαν ναούς, όπως αυτόν της Ιωλκίας Αρτέμιδας, διαμόρφωσαν μεγάλη αγορά.
Το θέατρο και ο ιππόδρομος είναι κτίσματα μεταγενέστερα.
Τα τείχη διαμορφώθηκαν πολλές φορές, δεδομένου ότι η πόλη αντιμετώπιζε συνεχώς από τον καιρό των Μακεδόνων επιδρομές : Αχαιοί, Δωριείς, Θεσσαλοί την επιβουλεύονται δεδομένου ότι η θέση της είναι οχυρή και επιπλέον διαθέτει διακομεταμιστικό μεγάλο λιμάνι.
Μετά την ήττα των Μακεδόνων στη θέση Κυνός Κεφαλαί, το 197 π.Χ. η πόλη περιέρχεται στους Ρωμαίους. Οι τελευταίοι εγκατέστησαν φρουρά στη Δημητριάδα, όμως την απέσυραν ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Φλαμινίνος διακήρυξε την ελευθερία των Ελλήνων.
Ακολούθησαν πολύχρονες περιπέτειες, η πόλη πέρασε στα χέρια των Μακεδόνων και πάλι το 191 π.Χ. και στη συνέχεια το 167 π.Χ. οι Μάγνητες ανακηρύχθηκαν ελεύθεροι με κέντρο τους τη Δημητριάδα, ώς την ολοκληρωτική επικράτηση των Ρωμαίων.
Η παλαιοχριστιανική Δημητριάδα υπήρξε πολυάνθρωπη.
Απλωμένη ανάμεσα στη θέση Μπουρμπουλήθρα και Πευκάκια ήδη έχει συμπτυχθεί από την ρωμαϊκή εποχή. Αυτό τουλάχιστον αναφέρει ο Στράβων : «νυν δε συνέσταλται μεν, των δ’ εν τη Μαγνησία πασών υμών διαφέρει ..»
Αναπτύσσεται περισσότερο κι αναφαίνεται η σπουδαιότητα της επί Ιουστινιανού.
Τότε στα τείχη της, όπως και στα τείχη άλλων σημαντικών θεσσαλικών πόλεων, γίνονται επισκευές, σύμφωνα με μαρτυρία του Προκόπιου.
Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα νέες επιδρομές βαρβάρων από το Βορρά αλλά και πειρατών από τη θάλασσα συρρικνώνουν ακόμη περισσότερο την πόλη.
Και ενώ η Δημητριάδα φθίνει, αρχίζει να αναπτύσσεται ο γειτονικός Αλμυρός ή μάλλον οι δυο Αλμυροί (Πάνω και Κάτω).
Τα χρόνια των Μελισσηνών είναι χρόνια παρακμής της πόλης, η οποία έχει ήδη μεταφερθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο Κάστρο του Βόλου.
Ήδη επί Μελισσηνών (οι οποίοι ήλθαν σε επιμειξία με Καταλάνους) αλλάζει το όνομα της. Αίμα Μελισσηνών έχει και ο πρώτος «κόμις της Μήτρας» - Μήτρα πλέον ονομάζεται η Δημητριάδα.
Από τον καιρό της ακμής της παλαιοχριστιανικής Δημητριάδος σώζονται η παλαιοχριστιανική εκκλησία της Δαμοκρατίας. Τρίκλιτη με νάρθηκα, αίθριο και βαπτιστήριο. Για το χτίσιμο της χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό από τα μνημεία της ελληνιστικής πόλης.
Επίσης δυτικά της βασιλικής της Δαμοκρατίας αποκαλύφθηκε κοσμικό αψιδωτό κτήριο με ψηφιδωτό δάπεδο. Λίγο μακρύτερα βρέθηκε λουτρικό συγκρότημα.
Λείψανα της Δημητριάδας των μεταγενέστερων χρόνων έχουμε και στη συνοικία των Παλαιών.
Η πόλη ήταν οχυρωμένη στο φρούριο του λόφου από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Ήδη, με το πέρασμα του καιρού κι όσο φθίνει η πόλη των Πευκακίων, αυτή μεγαλώνει. Οι κάτοικοι της Δημητριάδας συγκεντρώνονται πλέον στα τείχη που  τα θεωρούν πιο ασφαλή.
Τα σημαντικότερα πάντως ευρήματα στην περιοχή Δημητριάδος είναι οι περίφημες γραπτές στήλες, επιτύμβια μνημεία με ζωηρά χρώματα, που μας δίνουν πληροφορίες για την αρχαία πόλη (294 - 192 π.Χ.).
Από τη σπουδαία πόλη της Δημητριάδος, στον καιρό των Μελισσηνών, σώζονταν μια ασήμαντη κώμη.
        

Το μοναστηρόπουλο της Παναγίας Πορταρέας

Αν από το μοναστήρι την «Οξείας Επισκέψεως» δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτε, απ’ το μεγάλο γυναικείο μοναστήρι του Προφήτη Προδρόμου Νέας Πέτρας έχει σωθεί το καθολικό.
Ένας ευλαβής μοναχός, ο Παίσιος, το 1865, αναστήλωσε εξ’ ερειπίων την εκκλησία.
Όσα γνωρίζουμε για το μοναστήρι αυτό τα συνάγουμε από εκκλησιαστικά έγγραφα της εποχής και ιδιαίτερα από έγγραφο του 1276, που συνέταξε ο Πατριάρχης Ιωσήφ. Μ’ αυτό προσφέρεται στους Μελισσηνούς το μοναστηρόπουλο της Παναγίας της Πορταρέας, ως μετόχι του μεγάλου μοναστηριού. Για το ίδιο έγγραφο ο κ. Παπαθανασίου επισημαίνει: «Πληροφορούμαστε από αυτό ότι: Το μοναστήρι του προφήτη Προδρόμου Νέας Πέτρας, στο θέμα της Άνω Δρυανούβαινας, ήταν «αυτοδέσποτον, παντί ανεπηρέαστον και ελεύθερον» ως Σταυροπηγιακό (πατριαρχική μονή). Επίσης πληροφορούμαστε ότι η ονομασία του Πηλίου, ως βουνό ήταν άγνωστη στα 1272 και η περιοχή της σημερινής Πορταριάς ονομαζόταν «θέμα της Δρυανούβαινας». Στο έγγραφο μνημονεύονται συστηματικά και με πολλές λεπτομέρειες οι αγορές που έγιναν, από τους «ομόζυγους» Μελισσηνούς, για να προικισθεί το μοναστήρι του Προφήτη Προδρόμου Νέας Πέτρας, καθώς και το τίμημα της αγοράς των γαιοκτησιών αυτών…
Επίσης ο κ. Παπαθανασίου, παρατηρεί την συνήθεια εκείνων των χρόνων  της απειλής αφορισμών για τη διασφάλιση  περιουσιών. Αναφέρει μάλιστα σχετικό τμήμα αφορισμού για όποιον πειράξει το μοναστήρι: «φρικώδει αφορισμόν εαυτόν καθυποβάλλειν και τω αιωνίω πυρί…»[16].
Τέλος  επισημαίνει την δωρεά του, υπάρχοντος ήδη, «μοναστηρόπουλου», που ήταν αφιερωμένο στην «Υπεραγία Θεομήτορα και επονομαζόταν «της Πορταρέας» μαζί με κτήματα και «προσκαθημένους» καλλιεργητές. Το μοναστηράκι παραχωρείται ως μετόχι στην αναγειρόμενη μονή.
            Η οικογένεια των Μελισσηνών κυβερνάει την περιοχή της Δημητριάδος και την Άνω Δρυανούβαινα για 115 χρόνια μετά τον θάνατο του Νικολάου Μελισσηνού.
            Οι απόγονοι του είναι: α) Ο Ιωάννης Μελισσηνός. Το όνομά του βρίσκεται ακουμπισμένο όπως βρίσκει ο Σεφέρης ότι είναι η ομηρική Ασίνη (και γιατί όχι και το Ορμίνιο ή Ορμένιο;) στην άκρη ενός κειμένου. Μια μοναδική αναφορά σε χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, το έτος 1274: «είτε και τούτο την βασιλείαν μου εξητήσατο, ίνα μετά την αυτού τε και της συζύγου παρέλευσιν, ανάδοχος είη και έφορος ως κληρονόμος επί ταις δυσίν ταύταις μοναίς ο υιός αυτών, οικείος τη Βασιλεία μου Κομνηνός Κυρ Ιωάννης ο Μαλλιασσηνός[17] …»
            β) Ο Γαβριήλ Μελισσηνός. Γιος του Ιωάννη Μελισσηνού. Πολέμησε και επεξέτεινε την περιοχή του. Εθεωρείτο ο πιο ισχυρός φεουδάρχης της μεσαιωνικής Θεσσαλίας.
            γ) Στέφανος Μελισσηνός – Γαβριηλόπουλος. Γιος του Γαβριήλ. Μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τις κτήσεις του πατέρα του. Αντιμετώπισε τους Καταλανούς που είχαν αρχίσει επιδρομές στη Θεσσαλία. Μάλιστα με την συνήθη μέθοδο των βυζαντινών αρχόντων κατάφερε να τους αντιμετωπίσει παντρεύοντας την αδελφή του Άννα με τον αρχιστράτηγο των Καταλανών Odo de Novelles. Είναι και ο τελευταίος που κράτησε ενωμένη μια τεράστια περιοχή, που ξεπερνούσε τα όρια της Θεσσαλίας.
            δ) Ο γαμπρός του Odo μένει τοπάρχης της Δημητριάδος και του Δρόγγου (Δρυανούβαινας).
            ε) Armegolio Μελισσηνός – Νοβέλ. Θεωρεί την τοπαρχία που κληρονόμησε καταλανική κτήση. Κτίζει πύργο στην περιοχή Likonia (Λεχώνια).
            στ) Misili ή Melissino de Novel. Τελευταίος τοπάρχης της περιοχής.
            Οι αρχιερείς και οι Πατριάρχες που φαίνονται να παίζουν ρόλο στην ανέγερση των μεγάλων μοναστηριών στην περιοχή είναι:
            α) Ο Επίσκοπος Δημητριάδος Μιχαήλ ο Πανάρετος. Αρχιερατεύει για 4 χρόνια (1272 – 1276) και συντάσσει τα έγγραφα που αναφέρονται στα μοναστήρια της Οξείας Επισκέψεως, του Προφήτη Προδρόμου Νέας Πέτρας και της Παναγίας Πορταρέας.
            Τα έγγραφα συντάσσονται από τον Επίσκοπο, ελλείψει ταβουλαρίου (συμβολαιογράφου) στην περιοχή Δημητριάδος αλλά και λόγω της σπουδαιότητας του ενός των συμβαλλομένων[18].
            Τον ίδιο καιρό συντάσσεται και το προαναφερθέν έγγραφο δωρεάς από τον Πατριάρχη Ιωσήφ τον Α΄, ο οποίος προηγείται του Ιωάννη ΙΑ΄ του Βέκκου, του Λατινοφρόνος (ο οποίος  έσφαζε όσους μοναχούς του Άθωνα  δεν τον αναγνώριζαν) και έπεται αυτού. Επανέρχεται δηλαδή το 1389 στον θρόνο του.
            Εκείνα τα χρόνια βρίσκονται στον αυτοκρατορικό θρόνο οι Παλαιολόγοι.

Tι απέμεινε από την αίγλη του παλιού καιρού

            Εκείνο που κυρίως απέμεινε στις μέρες μας  δεν είναι  ένα κομμάτι, μια πέτρα, μια εικόνα αλλά η θέση των παλαιών μονών. Τα πάντα έχουν σβήσει στο πέρασμα του πανδαμάτορος. Σώθηκαν κάποια σχήματα, αρχαίοι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί, παραδοσιακοί τρόποι διακόσμησης. Απ’ την Παναγία την Πορταρέα απομένει, όπως αναφέρθηκε, το κάτω μέρος της αναστήλωσης του 13ου αιώνα. Η εξωτερική και η εσωτερική αγιογράφηση είναι του μοναχού του Σουρβιάς Δανιήλ στα 1581. Της ίδιας εποχής είναι και τα πάνω μέρη, τα ξυλόδετα και η σκεπή.
Το πρόβλημα με τα αρχαία κτίσματα σε ορεινές περιοχές είναι οι κατολισθήσεις που εξαφανίζουν κάθε παλαιό ίχνος.
Αυτό συμβαίνει με το μοναστήρι της «Οξείας Επισκέψεως». Στο συναξαριστή του βίου του Αγίου Γερασίμου αναφέρεται ότι καταστράφηκε από τους τούρκους. Αν η περιοχή ήταν πεδινή υπήρχε πιθανότητα να βρεθούν τα θεμέλια του, να φανεί μια διάταξη. Κάτι τέτοιο σε βουνό, έγινε με το μοναστήρι της Θερμής στην Μυτιλήνη, όπου και βρέθηκαν, θαυμαστώ τω τρόπω, τα λείψανα των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης.
Στη Μακρινίτσα όμως, στο σημείο που υπάρχει το εκκλησάκι είναι εμφανή τα ίχνη των κατολισθήσεων. Για τον λόγο αυτό, όπως επισημαίνει ο Απόστολος Παπαθανασίου οι ντόπιοι ονομάζουν τον τόπο «σαρίσματα».
Από περικοπή πατριαρχικού υπομνήματος του 1256 στο οποίο αναφέρεται για το μοναστήρι της «Οξείας Επισκέψεως», τονίζοντας την Σταυροπηγιακήν ιδιότητα του τελευταίου, ότι «ουδεμίαν μετοχήν έχει ο Δημητριάδος, ουδέ εν τω παραυλαρίω αυτής του Οσίου, Ονουφρίου….»φαίνεται ότι υπήρχε παρεκκλήσιο του ανδρώου μοναστηριού της Μακρινίτσας επ’ ονόματι του Οσίου Ονουφρίου. Κι επειδή - το είπαμε κι άλλη φορά - με την ονομασία περισώζεται η θέση τουλάχιστον, πρέπει να δεχθούμε ότι ο σημερινός Άγιος Ονούφριος Ιωλκού, πρέπει να υπήρξε μονύδριο του μοναστηριού της «Οξείας Επισκέψεως»,  που δωρήθηκε μαζί με τα κτήματα, ενδεχομένως τον χώρο όπου βρίσκεται το σημερινό χωριό, στον Νικόλαο Μελισσηνό, μετά του θανάτου του πατέρα του.
Με  το ίδιο πατριαρχικό υπόμνημα επισείεται και πάλι η ποινή του αφορισμού για όποιον εγγίζει την  Σταυροπηγιακήν μονήν της «Οξείας Επισκέψεως».
Στα εκδοτήρια γράμματα του Επισκόπου Μιχαήλ Πανάρετου φαίνεται ότι παραχωρείται ως μετόχι της Μονής Προφήτου του Προδρόμου Νέας Πέτρας και το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου του Παλιρροπάτου.
Γράφει σχετικά ο Βαγγέλης  Σκουβαράς : «Ως τις στερνές δεκαετίες του περασμένου αιώνα σωζόταν και το μονύδριο του Αγίου Νικολάου Παλιρροπάτου, χτισμένο στα υστεροβυζαντινά χρόνια (ΙΓ΄αι). Στη νότια πλευρά του ήσαν εντοιχισμένα δύο αρχαία ανάγλυφα. Το πρώτο παρίστανε έναν κωπηλάτη (ίσως τον Χάροντα) και το δεύτερο μια όρθια γυναίκα με ποδήρη χιτώνα. Ξεκινώντας από τα μνημεία αυτά και από όσα άλλα βρέθηκαν σε τύμβους, στη θέση «Αλώνι» και διασταυρώνοντας ένα χωρίο του Στράβωνα ο ιατροφιλόσοφος Ν. Γεωργιάδης, υποστήριξε ότι στην Πορταριά βρίσκονταν το αρχαίο πόλισμα  Ορμίνιον. Το θέμα δεν ξεκαθαρίστηκε τελικά (1983) από ξένους κι Έλληνες αρχαιολόγους.
Πάνω στα θεμέλια του μονυδρίου αυτού οικοδομήθηκε  στα 1856, με δαπάνες της Κοινότητας και αφιερώματα ιδιωτών, ο θαυμάσιος, κι ένας από τους εντυπωσιακότερους της περιοχής, ναός του Αγίου Νικολάου. Κόστισε 70.000 γρόσια. Οι χτιστάδες του ήταν Ζουμπανιώτες, με πρωτομάστορα το ονομαστό στα Βολιωτοχώρια εκείνη την εποχή, Μάστρο-Κοσμά»[19].
Εκτός απ’ το παλαιό τέμπλο, το ευαγγέλιο και παλιές εικόνες, στο εξωτερικό μέρος της κόγχης του Ιερού, υπάρχουν αρκετά λιθανάγλυφα. Άλλα είναι χρονολογημένα με το έτος κατασκευής του Ναού (1856) κι άλλα αρχαία, με διακοσμητικά σχήματα και εμβλήματα.
Υπάρχει το φτερωτό λιοντάρι, πασίγνωστο θέμα στην βυζαντινή αγιογραφία. Ακόμη οι γρύπες, προσφιλές θέμα ακόμη και στους Ρωμαίους.
Από τον κ. Παπαθανασίου αναφέρονται 6 μονύδρια που υπήρχαν στην περιοχή της Δρυανούβαινας πριν από την ανοικοδόμηση του μοναστηριού του Προφήτου Προδρόμου Νέας Πέτρας[20].
_ Το μονύδριο της Παναγίας της Πορταρέας.
_ Το μονύδριο του Αγίου Νικολάου του Παλιρροπάτου.
_ Το μονύδριο των Αγίων Αποστόλων του Μεγαλογένους.
_ Το μονύδριο του Αγίου Νικολάου του Ξυλοπά.
_ Το μονύδριο του Αγίου Ονουφρίου.
_ Το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου.
Αναφερθήκαμε ήδη στο εκκλησάκι της Παναγίας της Πορταρέας και στον καιρό που αποτελούσε αυτό ενοριακό ναό, πριν αναστηλωθεί και αποδοθεί στο μοναστήρι της Παναγίας- αλλά και μετά, τον 16ο αιώνα.
Γνωρίσαμε επίσης τόσο την τύχη του ναού του Αγίου Νικολάου του Παλιρροπάτου, όσο και του Αγίου Ονουφρίου.
Για το μονύδριο των Αγίων Αποστόλων του Μεγαλογένους, ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης αναφέρει ότι η θέση του ταυτίζεται με τη θέση του καθολικού του ναού του Κατηχωρίου.
Ο ίδιος ερευνητής αναφέρει την ύπαρξη στην εποχή του (1897) του εξωκλησιού του Αγίου Νικολάου του Ξυλοπά.  Βρίσκονταν απέναντι από το Κατηχώρι και το φρόντιζε  ένας καλόγερος[21].
            Ελάχιστα μνημεία έχουμε από την οικοδομική και καλλιτεχνική παραγωγή στο Πήλιο κατά τον 12ο και 13ο αιώνα. Τα περισσότερα από αυτά είναι γλυπτά. Βρίσκονται στην Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Επισκοπή Άνω Βόλου, στην Εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Μακρινίτσα που χτίσθηκε το 1767 λίγο μακρύτερα απ’ τον βυζαντινό μοναστήρι της Μακρινίτσας, που άντεξε ως τα μισά του 18ου αιώνα, και στον ναό του Αγίου Νικολάου στην Πορταριά.
Από κτήρια υπάρχουν υπολείμματα στον ανακαινισμένο το 1839 ναό στο λόφο της Επισκοπής καθώς και τα κάτω τμήματα της τοιχοποιίας στην Παναγία την Πορταρέα[22], όπως ήδη αναφέραμε.


1 Το κεφάλαιο έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα Θεσσαλία και στο ένθετο «Σελίδες». Το αναδημοσιεύουμε με ελάχιστες διορθώσεις.
[2] Η ταύτιση της ευρύτερης περιοχής με το ομηρικό Ορμίνιο δεν τεκμηριώθηκε ποτέ επιστημονικά.
[3] Η άνω Δρυανούβαινα περιελάμβανε και την σημερινή Μακρινίτσα.
[4] Σύμφωνα με τα έγγραφα της Μακρινίτσας τα οποία ανήκουν στην πολύτιμη συλλογή μεσαιωνικών εγγράφων των Ft. Miklosich  και Jos Miller.
[5] Οι Μελισσηνοί Κτίτορες Ιερών Μονών στο Πήλιο
[6]  Acta et diplomata monasteriorum
[7] Απ. Παπαθανασίου : «Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα»
[8] Απ. Παπαθανασίου : «Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα»
[9] Acta et dipomata
[10] Απ. Παπαθανασίου: «Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα»
[11] Στάσις : Είδος γαιοκτησίας του Βυζαντίου - μεσαίου μεγέθους
[12] Miklosich - Muller
[13] Miklosich-Muller
[14] Ακριβή μετάφραση ενός κειμένου, γραμμένου προφανώς σε ντοπιολαλιά, είναι αδύνατο να κάνουμε.
[15] «Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα»
[16] Οι Μελισσηνοί κτίτορες Ιερών Μονών στο Πήλιο
[17] Όπως είπαμε ο τύπος Μαλιασσηνός είναι γραφή λανθασμένη του Μελισσηνός.
[18] Απ. Παπαθανασίου : Οι Μελισσηνοί κτίτορες Ιερών Μονών στο Πήλιο
[19] «Από τον Λειμώνα της Παράδοσης» τομ. Β΄ - Πορταρίτικα
[20] Οι Μελισσηνοί κτίτορες…
[21] Περιοδικό «Προμηθεύς»
[22] Άσπα Ντίνα. Εισήγηση στην Ημερίδα «Από την Κοινοβιακή στα οργανωμένα χάσια και βακούφια. Εφτά αιώνες Πηλιορείτικης Ιστορίας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου