Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ (ΕΠΙΜΕΤΡΟ 6) 18


6. ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΕΣ       Η       ΝΟΙΚΙΑΣΤΑΔΕΣ

Οι  νοικιαστάδες άρχιζαν να καταφθάνουν στην Πορταριά από το μεγαλοβδόμαδο, με το πρώτο πρασίνισμα της πηλιορείτικης φύσης. Από την Μεγάλη Δευτέρα οι νοικοκύρηδες άρχιζαν να καθαρίζουν το σπίτι που θα νοίκιαζαν. Αν το σπίτι ήταν μονόροφο καθαρίζονταν ο όροφος για τους νοικιαστάδες. Η οικογένεια έμενε στο ισόγειο ή στο παράσπιτο – ένα μικρό σπιτάκι που υπήρχε στο βάθος του κήπου.
Κάποια στιγμή άκουγαν τους νοικιαστάδες να ανεβαίνουν.   Τους οδηγούσαν ο Μπάμ και ο Φστάνας, οι αχθοφόροι του χωριού που γίνονταν ενίοτε και μεσίτες. Ο Φστάνας μάλιστα συνεταιρίζονταν με τον Σπύρο τον Τζαννέτο. Ο τελευταίος πρέπει να ήταν ο κλασσικός τύπος του πολυτεχνίτη. Εκτός από τα νοίκια είχε ανοίξει με τον Τόμη τον φωτογράφο (Καραζαφείρη) και το κεντράκι «οι δορυφόροι»[1] στο κτίσμα που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του Δημ. Κόκκαλη.
Οι νοικιαστάδες ήσαν οι άνθρωποι που όχι μόνο μύριζαν από μακριά το σπίτι που ήταν έτοιμο αλλά εύρισκαν και τα κατάλληλα με το βαλάντιο των παραθεριστών σπίτια. Ήξεραν, επί παραδείγματι, ότι τα χαμηλά σπίτια ήταν εύκολα στην πρόσβαση των ασθενών ανθρώπων που θα παραθέριζαν εκεί, όμως ήξεραν και πώς θα πρεπε να παινέσει τον «άλλον αέρα» που είχαν τα ψηλότερα, είτε ανέβαινες ως εκεί με σκάλες είτε από καλντερίμι.
Οι παραθεριστές ή νοικιαστάδες ήσαν οικογένειες απ΄τον κάμπο πλούσιες, αλλά και από την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη και από το Εξωτερικό, κυρίως από την Αίγυπτο. Κάποια μέλη τους ήταν άρρωστα από ελονοσία ή από φυματίωση. Αυτά εύρισκαν τον ξερό αέρα του καλοκαιριού της Πορταριάς, σαν φάρμακο ακριβό. Οι νοικοκυραίοι βέβαια φοβόντουσαν τις μεταδοτικές αρρώστιες γι’ αυτό και τηρούσαν σχολαστική καθαριότητα κι απομάκρυναν τα παιδιά τους: «Θυμάμαι ότι είχαμε μια οικογένεια απ’ τη Θεσσαλονίκη και τρώγαν στην αυλή έξω κι εγώ πήγαινα εκεί κοντά κι ο αδελφός μου με μάλωνε. Και φώναζα- το θυμόνταν η μητέρα μου ύστερα και μου το ‘λεγε-«μαμά, δεν μ’ αφήνει ο Γιώργος να πάω να μου δώσει ή κυρία…..παντάμ καρπούζι…» Και κυρία και παντάμ (δηλαδή μαντάμ).
         Άλλη κυρία είχε πυρετό από ελονοσία. Τη θυμάμαι να μένει μόνη στην άκρη της αυλής σκεπασμένη μ’ ένα χράμι κι όταν έπεφτε ο ήλιος μας φώναζε από μακριά: «Θαλά  καθίσω ακόμα λιγάκι εδώ στην αυλή, να σας κάνω παρέα, αλλά έχω θερμασιά, θα πάω να κουκλωθώ (κουκουλωθώ)».
Ανέβαιναν στη Μάννα, έναν όμορφο περίπατο τότε. Ανέβαιναν για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα ιδιαίτερα τα παιδιά. Υπήρχαν βέβαια και τα φάρμακα, κυρίως με την εμφάνιση του κινίνου αντιμετωπίσθηκε η ελονοσία. Μάλιστα οι άρρωστοι νοικιαστάδες κουβαλούσαν μαζί τους το πικρό χάπι τους και το έπιναν σε συγκεκριμένες ώρες. Κάποιοι από αυτούς θεραπεύονταν είτε από τα φάρμακα είτε από το κλίμα, κάποιοι πέθαιναν στο χωριό και γύριζαν πίσω περίλυποι οι συγγενείς τους.
Γίνονταν και παζάρια για το κλείσιμο των σπιτιών:
«Η μητέρα μου άρχιζε απ’ τις πέντε και κατέβαινε στις τέσσερις, στον τρίτο νοικιαστή που έβλεπε, στις τρεις και μερικές χρονιές παίρναμε και δύο χιλιάδες –αλλά είχαν αξία. Και μόλις τα παίρναμε αυτά τα δύο χιλιάρικα, τότε κατέβαινε η μητέρα μου με τον πατέρα μου στο Βόλο, παίρναμε το σιτάρι για όλη τη χρονιά, περνούσαμε ως το άλλο καλοκαίρι, πληρώναμε τον θείο της μητέρας μου, τον Σίμο απ’ το Κατηχώρι, λάδι για όλη τη χρονιά, που το βάζαμε σ’ ένα  πιθάρι και το σκεπάζαμε με δέρμα. Κάποτε μάλιστα τυλίγονταν στο πιθάρι  ένας λαφιάτης, ξέρεις  το φίδι με τα κέρατα, που δεν το πειράζαμε γιατί ήταν το φίδι του σπιτιού. Και μαζί με τα ψώνια που έκαναν στο Βόλο οι γονείς μου παίρναν  κι ένα τόπι  κάμποτο πανί, με το οποίο μας έφτιαχνε η γιαγιά εσώρουχα».

«Ήταν μια πολύ καλή κυρία . Ήταν τότε 52 χρόνων με τον άντρα της συνταξιούχο. Αυτός ο άντρας της, ο Δημήτρης  Υμέναιος, εργάζονταν σε μια εταιρία στην Αίγυπτο… αυτή με τα βαπόρια…το Σου…Σουέζ. Έρχονταν συνεχώς στο σπίτι μας. Άλλη μια κυρία απ’ την Αθήνα ήταν σύζυγος εφοπλιστού,  η κυρία Ψιακή. Είχε και υπηρέτρια. Όταν ήλθαν την πρώτη χρονιά με τον άντρα της πήγαν στο «Θεοξένια». Την επόμενη χρονιά είχε πεθάνει το παιδάκι της και της ερχόνταν άσχημα να πάει στο «Θεοξένια», ήθελε σε μας. Το δεύτερο παιδάκι της ήταν αδύνατο, φοβόταν, γι’ αυτό και το τάιζε όλη μέρα. Μαγείρευε τρία φαγητά την ημέρα. Έφαγε όλη η γειτονιά, είχαμε φτωχούς εκεί πάνω στην Αγία Κυριακή, τρώγαν όλοι οι φτωχοί από τα φαγητά που έφτιαχνε. Η κυρία Ψιακή, στο τέλος του καλοκαιριού πήρε δύο οκάδες, η νταντά πήρε εφτά οκάδες. Και το παιδάκι που ήθελαν να δυναμώσουν δεν πήρε ούτε δράμι».
            Ανάμεσα στις οικογένειες των νοικιαστάδων και των νοικοκυραίων αναπτύσσονταν όπως είπαμε σχέσεις φιλικές. Ορισμένοι  είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που τους φιλοξενούσαν. Έτρωγαν από τα φαγητά τους, τους έλεγαν τα μυστικά τους.
            «Εκείνα τα χρόνια οι νοικιαστάδες έρχονταν κυρίως από τον κάμπο, για να αναπνέουν καθαρό αέρα και να γλυτώνουν από την ελονοσία.
            Μαζί τους κουβαλούσαν τις προμήθειες όλων των μηνών. Σκόρδα, κρεμμύδια, πατάτες, ζυμαρικά ακόμη και κονσέρβες. Έμεναν στην Πορταριά από τον Ιούλιο (ή τα μέσα Ιουνίου) έως τον Σεπτέμβριο.
            Θυμάμαι κάποιον κύριο που έφερνε δύο κοριτσάκια δώδεκα και δεκατριών χρόνων. Έμεναν στη γειτονιά, εδώ πιο πάνω.
            Είχε τόση εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που τους νοίκιαζαν το σπίτι ώστε μαζύ με τα δικά τους παιδιά, τα ‘παιρναν μαζύ τους σε εξοχές, έκαναν μαζύ βόλτες και εκδρομές.
            Όταν έφθανε ο καιρός των σχολείων, ο κύριος αυτός γύριζε κι έπαιρνε πίσω τα παιδιά,  ευχαριστώντας τους νοικοκυραίους. Κι αυτό γίνονταν για χρόνια.»
            Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Οι αρρώστιες που ταλαιπώρησαν τόσο κόσμο έχουν σχεδόν εξαφανισθεί. Τα φάρμακα και οι αποξηράνσεις κατάργησαν την ελονοσία, τα αντιβιοτικά μείωσαν στο ελάχιστο την φυματίωση.
            Τα μεγάλα σανατόρια, του Στρατηγόπουλου και του Καραμάνη, έκλεισαν, ερειπώθηκαν, χάθηκαν.
            Ταυτόχροναι μειώθηκαν οι αποστάσεις και ανέβηκε το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων.
            Ο τουρισμός αντικατέστησε τον παραθερισμό. Σήμερα υπάρχουν τουρίστες  που με τα αυτοκίνητά τους αλλάζουν συνεχώς τόπο. Δεν μένουν σ’ ένα κατάλυμμα.
            Όπου βρεθούν αναζητούν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, αν δεν καταλύουν σε ξενοδοχεία ή ξενώνες.
            Έτσι, οι ιδιοκτήτες των σπιτιών αλλάζουν τις τιμές. Μια βραδιά διανυχτέρευσης κοστίζει όσο ένας μήνας παραθερισμού – εντούτοις όλοι διαθέτουν για τις διακοπές τους αυτά τα χρήματα.
            Παρ’ όλα αυτά σώζεται μια εκδήλωση απ’ τα παλιά: Η Παράκληση για τους παραθεριστές  που γίνονταν στον Άγιο Νικόλαο, συνεχίζεται κάθε καλοκαίρι έως και σήμερα, την Κυριακή του Πηλιορείτικου Γάμου.
            Έλειψαν βέβαια οι εκδηλώσεις στα κέντρα, οι διαγωνισμοί για την «μίς παραθερίστρια», οι χοροί προς τιμήν των φιλοξενουμένων.
            Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν βελτιώνονται κατ’ ανάγκην ανάλογα με τις παρεχόμενες στον πελάτη υπηρεσίες.

            Γ.Τ.


[1] Οι δορυφόροι ήσαν οι δύο συνέταιροι. Το όνομα φυσικά το πήραν από τους δορυφόρους που πρωτοέμπαιναν τότε σε τροχιά. Ο σημαντικότερος ήταν ο ρωσικός με το πασίγνωστο  σκυλάκι, την Λάϊκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου