Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

ΚΟΒΕΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ
Αγαπώ τα νυχτερινά τρένα,
εκείνα στα οποία, ο εισπράκτορας
αναγκάζεται να κόψει εισιτήριο
στον εαυτό του,
γιατί οι επιβάτες είναι όλοι νεκροί
ή ταξιδεύουν ο ένας στο όνειρο του άλλου.
Αγαπώ τα τρένα που δε σταθμεύουν,
τα άδεια μοτέλ,
όπου χασμουριέται το τελευταίο τζουκ- μποξ
του Πέτερ Χάντκε,
την ώρα που ο τελευταίος
εξηγεί στην πληθωρική ιδιοκτήτρια,
ότι η αγωνία του "τερματοφύλακα
πριν το πέναλτι",είναι το τέλος του βιβλίου
που τού 'πεσε στο πάτωμα και σκόρπισε,
αόρατο, σαν τον υδράργυρο.

ΦΑΝΤΑΣΜΑΓΟΡΙΑ;
Μόνο το αδύναμο φως μιας πυγολαμπίδας μπορούμε
ν'ανάψουμε
και δε γίνονται οι στίχοι μας φάροι ή λάμπες
που καταργούν το σκοτάδι,
δεν ξοδευόμαστε,
λαμπάδες,
να φωτίσουμε τα μονοπάτια,
για τα παιδιά που χάνονται στο δάσος
με τους δράκους και τα απατηλά τραγούδια των σειρήνων,
δεν το μπορούμε ή δεν το θέλουμε,
καλλιεπείς κι ανούσιοι στη σπατάλη μιας φαντασμαγορίας,
τα ποιήματα θα'πρεπε να'ναι ξιφολόγχες, όχι παντιέρες
κι εμβατήρια,
να'ναι ψάρια και ψωμιά που πληθύνονται,κι όχι
ματσάκια από πασχαλιές,
συνθέσεις κι όχι πρελούντια-
ν'αφήνουν απέξω το "εγώ" και να διακονούν ανάγκες του "εμείς".



Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

ΠΛΑΪ ΣΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ
Κι θα'ρθει μια εποχή που τα τριαντάφυλλα θ' ανθίσουν,
πλάι στις σιδηροτροχιές, κι όσοι μιλούσαμε για θάνατο
θα βρεθούμε αμήχανοι, θα προσπαθούμε να προσδιορίσουμε
μιαν απουσία,γιατί θάνατος είναι ο φόβος μόνο,
κι ο Αλιόσα Καραμάζωφ διατείνονταν στην παρέα των παιδιών
"θα ξαναβρεθούμε,θ'αγαπηθούμε ξανά", αρκεί να ξεχάσουμε
τις αράχνες και να μυρίσουμε τα άνθη,
εκεί,πλάι στις γραμμές του τρένου.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

CERCIS SILIQUASTRUM
Εγώ που έλειπα απ' την εκταφή,
χρωστώ μια βαθιά υπόκλιση,
ένα τρυφερό αγκάλιασμα του κορμού της κουτσουπιάς
(επιστημονική ονομασία Cercis siliquastrum),
για τα μοβ ανθάκια που χάριζε,επειδή την παρακάλεσα,
καθημερινά, επί τέσσερις Ανοίξεις,
στον τάφο της μητέρας.




ΤΟ ΑΥΤΟ ΠΟΘΩ ΚΑΙ ΔΙΑ ΣΑΣ
Από υγείαν υγιαίνω και μη με ρωτάτε
ποιο είναι το ποίημα που αγαπώ,
θα σας απαντήσω "το τελευταίο",εκεί
σωρεύεται κάθε αστοχία μου, ήγουν αμαρτία,
γιατί, όπως το ξανάπαμε, έχω υποχρέωση,
όχι απλό δικαίωμα, στη στρεβλή γραφή,
δώστε χαιρετισμούς σ'όλους, θα'θελα να σας
έβλεπα στο τραπέζι,βλέπω,ντουβάρια με αχ και βαχ,
τώρα να σας εξηγήσω, πάει πολύ, οι μέρες μοιάζουν
όλες ίδιες,μη με ρωτάτε γιατί "υποχρέωση",τα τραγούδια
είναι σαν τους ανοιξιάτικους σωρείτες,αν δεν φέρουν βροχή,
σχηματίζουν τον ανδριάντα του Έντγκαρ Άλαν Πόε
κι ακούγεται από μακριά κρωγμός,αν το παρέλειψα
από υγείαν υγιαίνω,το αυτό ποθώ και δια σας      



Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΜΕ ΜΙΑ ΙΟΝ ΤΟΥ ΤΑΛΗΡΟΥ
Κι είναι φορές που,ακροποδητί,κοιτάζω,
απ' το φεγγίτη της σελήνης,
τους βλέπω,τότε,να' ρχονται από μακρυά:
Ο Κοντορεβυθούλης, με γεμάτες τσέπες
από βότσαλα, ο Τζεπέτο,ο Πήτερ Παν και η Αλίκη.

Υπάρχει λίγος χώρος πέρα από τα παραμύθια
όπου,τρίζοντας, βαδίζει ο πατέρας
με μία ΙΟΝ του ταλίρου ανάμεσα στα δάχτυλά του.

             
             
               ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ
               Ένα μέτριο ποίημα
               που χωνεύει το θεώρημα του Καραγκιόζη,
               υπολόγισέ το περισσότερο
               απ'τα τραγούδια για τους χάρτινους έρωτές μας
               Οι άνθρωποι πονούν
                                    πεινούν
                                    ματώνουν,
               κι εμείς πετούμε ρόδα, σα να είναι κομφετί.
               Ποιος θα θυμηθεί ότι, στον κόσμο αυτό,
               υπάρχουν και οι απελπισμένοι,
               ποιος, γι αυτούς, θα γράψει τους τελευταίους του στίχους;
               Κι ας είναι ασήμαντοι και ταπεινοί.


     

     

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

ΜΕ ΤΗ ΔΑΧΤΥΛΗΘΡΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
Ιούλιε,βοήθησέ μας να ξανακάνουμε το γύρο του φεγγαριού,
τί να λέμε εδώ με τους σιτοπώλες, φορώντας
τα σκληρά προσωπεία των νεκρών,βουβοί, σε ουρανούς που, μόλις
ανθίσουν το πρώτο αστέρι τους, κλείνουν σ' ένα ζόφο πυκνό, τον
μαζεύουμε με τη δαχτυλήθρα της γιαγιάς
και μυρίζει ανθισμένη κουτσουπιά και νυχτερινόν Απρίλη-
στείλε μας,Ιούλιε,
στα βάθη των ωκεανών,έχει μια θαλπωρή το φως που ανάβει
ο κάπτεν Νέμο στα διαμερίσματα του Ναυτίλου, θα φύγουμε άλλωστε,
θα θέλαμε απλώς,πριν, να δοκιμάσουμε τον καπνό του πλοιάρχου.

ΑΙΩΝ ΠΑΙΣ ΕΣΤΙ ΠΑΙΖΩΝ, ΠΕΣΣΕΥΩΝ ...
Έτσι ζητούσαν, το χρόνο που τους απέμενε,απ' τον περιπτερά
"ένα καρκίνο,ωωωπ",
πηδούσαν απ'τη σούστα,όταν η ομίχλη γίνονταν
κασκόλ ή νηστική γατούλα-αυτό υπονοούσε ο Τόμας Στερνς-
ανάβαμε το φως, πηδούσαν πλάι στο στεγνό χαντάκι, και
αυτοκίνητα με μούρη θλιμμένου σκύλου περνούσαν
πλάι τους,
τικόφ-τικόφ,
μερίδιο έχουμε όλοι, αυτοί δήλωναν αυτόχειρες,
και
τα παιδιά ξέχασαν τα παιγνίδια τους, προχθές είδα να παίζουν τη μακρυά
γαϊδούρα χωρίς λόγια, εμείς τραγουδούσαμε "σαράντα μουλάρια καρκαντζέλια"
δεν άλλαξαν όλα, μένουν κοιμισμένα τα λούμπεν λαϊκά
στο κλειστό πλέον στούντιο
του Κρεμαστά, έξω γουργουρίζουν τα περιστέρια,ζητούσε κι αυτός
ένα Καρέλια πλακέ-
ύστερα ασχολήθηκες με τη δημοσιογραφία.



Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Η ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Κι έτσι όπως τα κείμενα μικραίνουν ολοένα,
κάποτε θα'χουμε τη λογοτεχνία που επαγγέλλεται
ο Γιώργος Χειμωνάς: Τη στιγμή, μέσα σε μια λευκή
σελίδα, τη στιγμή μέσα στην αιωνιότητα,τη Στιγμή
που,
κατά τον Søren Kierkegaard ,
είναι η ίδια η αιωνιότητα.


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΘΕΜΑ ΓΟΥΣΤΟΥ
Κάποτε,έγραφαν σε μεγάλα ωραία κάδρα, την ιστορία
της οικογένειας και την αναρτούσαν στους τοίχους.
Αιώνιες γιαγιάδες κι άγνωστες εξαδέλφες, ένα πανέμορφο
ασπρόμαυρο, κάτω απ'την καρυδιά του χωριού, παππούδες
με βράκες, συνάξεις σε γάμους και γιορτές,
βέβαια
χάνονται όλα
σε μετακομίσεις, άλλωστε δεν είναι τα πρόσωπα
όσον ο χρόνος, που ζωντάνευαν
ω καιροί, ω ήθη,
αντί του Μανωλάκη, που φτερούγισε
στο θανατικό του 1917,ο Ματίς, αντί του μπάρμπα Τσικλάνη,
αυτός που προείδε το θάνατό του- ημερομηνία ακριβής,
πέντε μήνες πριν το ανακοίνωσε-ο Γύζης,
χάνεται η Ιστορία των τοίχων,
βγαίνεις έξω ν'αναπνεύσεις,
πέφτεις πάνω στα πολύχρωμα, προστακτικά γκράφιτις
"τίποτε"
λες,
"το αληθές είναι θέμα γούστου".
  
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΒΟΛΟΥΣ
Εδώ τον ακούω  να γυροφέρνει στα τρία οικοδομικά τετράγωνα
του Συνοικισμού Αναπήρων Πολέμου,σιδερόφρακτος και δορυφόρος,
καλπάζοντας τα βράδια,
οι άνθρωποι χάνονται και οι ηδύοπνοοι κήποι,
τα ονόματα και οι προθέσεις-

και γιατί το δίκαιο των παιγνιδιών με τους βόλους, να γίνεται απώλεια
και γιατί ν'αλλάζει, τόσον εύκολα, ο χάρτης του νυχτερινού θόλου;

Χριστέ μου, κάθισε κι απόψε στο μαξιλάρι των πονεμένων.....














Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
Δεν είναι ποίηση αυτή, καστανόχωμα είναι για τα λουλούδια,
κι οι λεξισμοί ηχούν σαν μακρινοί δρυοκολάπτες,
θα προτιμούσα τα επαγγελματικά μοιρολόγια άλλων εποχών
τις κατάρες της Χαζοφταλιώς, όταν δεν της δίναμε το πενταράκι
που επίμονα ζητούσε, τα σκουπίδια της αυλής της-από
κονσερβοκούτια μέχρι πλαστικά, τρύπια ποτιστήρια -
το κιτσαριό των χρωμάτων στις πολυκατοικίες
Κασσαβέτη με Αναλήψεως,αν είναι
να κυνηγήσουμε το παράδοξο,ας το κάνουμε
με κομψότητα,οι λέξεις μας γαβγίζουν σαν τα αδέσποτα
μιας άδειας πολιτείας, Ντάλτον και Σαλοκατίνες, τα σχήματά μας,
παλιατζήδες καταντήσαμε των ουρανών και μη μου πείτε
"να μιλάτε για πάρτη σας",θα σας απαντήσω ότι εγώ δε τραβώ
τις λέξεις απ' τα έντερά τους, κι αν αγόραζα ένα δοχείο νυχτός
για τον κήπο μου, θα'γραφα απ' έξω το μποσταντζόγλειο
"δια τα κακά που μου έκανες,σε συγχωρώ".


Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014


ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΥΝ ΔΥΣΚΟΛΑ
Κι όταν οι άλλοι έφευγαν,εγώ προσευχόμουν-
τα ταξίδια
είναι πάντα περίπλοκα και ξεκλειδώνουν δύσκολα,
όπως τα όνειρα που πολυκαίρισαν,
κι οι πεταλούδες όταν βγαίνουν από το καλοκαίρι.
Πέρασε η εποχή που τρέχαμε πίσω από τα ποδήλατα,
ερέβη  έγιναν οι τοίχοι με τα γιασεμιά.

Θεέ μου,δώσε να τελειώσουμε,λουσμένοι από το φως.


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΩΘΟΥΜΕ, ΑΣ ΣΩΘΟΥΜΕ ΟΛΟΙ
Ζητώ ένα κομμάτι πολύτιμης σαλότητας,
να ψάξω, εντός του, για το ακατανόητο ουσιώδες,
να προσκυνήσω τους Αγίους που το ζουν.
Γέμισε ο κόσμος λίθινα μενίρ, μόσχους από χρυσάφι,
κάναμε τον ωφελιμισμό φιλοσοφία μας, τη χρησιμοθηρία-
η μελέτη θανάτου δεν μας λέει τίποτε πια.
Ας κρατήσουμε ένα κεράκι αναμμένο,
μια λάμπα στην άκρη του ζόφου,
κι ας κυνηγούμε τη σαλότητα, όπως άλλοι τα κύμβαλά τους.
Αν είναι να σωθούμε,ας σωθούμε όλοι.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΕΙΡΟΣΥΝΟΛΟ Η ΕΥΘΕΙΑ
Μ'αρέσει να αραδιάζω τις λέξεις προσεκτικά,
κι άλλοτε  με
μια καλλιτεχνικήν ατημελησία,
να τις σκορπώ όπως η Κουκού
της οδού Βύρωνος τα δικοτυλήδονα της,
στο μεσοπόλεμο,
κι ύστερα όλα να τα καταργώ, γιατί τίποτε δε σβήνει μια νοητή γραμμή,
απειροσύνολο οι στιγμές της, και η γιαγιά η Δουκίδαινα
επισκέπτονταν τη μάντισσα, άρχιζαν τα προκαταρκτικά
"κουκιά ή χαρτιά;",41 χάρτζ
συντηρούσαν,τίποτε, τίποτε, δεν αφήνει ο καιρός,
ήθελε να μη μάθει, στην πραγματικότητα,
πού βρίσκονταν ο άντρας της,40 συν ένα καναρίνια σαλονιού,
μια γραμμή δεν τελειώνει,τ'άστρα δεν τελειώνουν,
με ενίκησε ο σατανάς, έλεγε η γιαγιά,φτιάξτε καφέ, η πίεση,
ήξερε πού βρίσκονταν ο άντρας της,μια επιβεβαίωση ζητούσε
ότι έκανε λάθος,τα χαρτζ κελαηδούν με κλειστό το στόμα,
χθαμαλή τη φωνή,κορόιδο ήταν η Κουκού;"Στο εργαστήρι
βρίσκεται,δουλεύει ένα νυφιάτικο καλαπόδι"-όλα πριν τον πόλεμο.

















ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΑΒΟΥΡΙ

ΚΙ ΑΝΑΠΑΥΣΕ ΤΟΥΣ
Κάποιοι ξυπνούν με μια στα χείλη λέξη
κάποιοι μ'ένα τραγούδι
κι άλλοι μ' ένα σταυρό.
Δέξου, τους τελευταίους Κύριε, και,κατά το ρήμα σου,
ανάπαυσέ τους.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑ ΛΕΙΡΙ
Τώρα είμαστε αλλιώτικοι,
ξυπνούμε μέσα στα όνειρά μας,
φορούμε ένα λειρί πετεινού
και
επιβεβαιώνουμε
την
άρνηση.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1960
Ονομάσαμε εκείνη την εκδρομή
"Ραψωδία λ΄της Οδύσσειας",
είχε το 612 τρίκυκλο του πατέρα και κοκορέτσι και
τη διάθεση του Τσίχλα
να προσφωνεί την Τσίχλαινα "χαλασμένη φωτοβολίδα"
και τον Προφήτη Ηλία να δέεται πάνω απ' τα κεφάλια μας,
ένα μικρό σκαντζόχοιρο
να τρέχει μέσα στο αμπέλι,στο δρόμο κάρα με πολύχρωμες
γειτονιές, να τραγουδούν τη Μαντουμπάλα,
έπεσε μια βροχή ζεστή, όσο τα χνώτα ευώδης των γερόντων,
μπροστά ο Μπουτάτας
με πατίνι.

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΝΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟ ΣΧΟΙΝΑΚΙ
Παίζω(ζογκλέρ) στα δάχτυλα,τις λέξεις
-τα αβγά των ποιημάτων-
μα η ψυχή τους έχει αλλού ανθίσει
σαν τη μιμόζα την αισχυντηλή,
το μη μου άπτου:
Συστέλλεται στη γη
και απλώνεται,ταυτόχρονα, ουράνιο τόξο,
να πίνουν χρώματα τα πουλιά
και τα παιδιά να παίζουν το σχοινάκι.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

ΚΙ ΥΠΟΚΛΙΝΕΤΑΙ
Ο θάνατος είναι ένας ευγενικός κύριος που ανοίγει
μιαν ομπρέλα,
"συγγνώμη" λέει στους περαστικούς "δεν σας πρόσεξα,
την επόμενη φορά θα με βρείτε στο περίπτερο,
θα τηλεφωνώ, ελάτε να σας κεράσω ένα παγωτό "
-κι υποκλίνεται.


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ
Διάβαζα λυτά έγγραφα του Δήμου, γραμμένα στην Κατοχή,
μολύβι κι άκρες ποντικοφαγωμένες,ούτε σφραγίδες,
ούτε επισημότητες, σ'ένα χαρτί οι μορφωμένοι του χωριού,
ανάμεσά τους ο τσαγκάρης παππούς, η μάνα
-βγάλαμε τα κοκαλάκια της προχτές-
δεκάχρονο παιδάκι που έπρεπε να παίρνει συσσίτιο,
άκουσα βήματα πίσω μου, μια φωνή, "ούτε χαρτί είχαν",
γύρισα το έγγραφο ανάποδα, μελάνι, καλλιγραφικά, του γραματ'κού,
ο Γιώργος Παπαδιαμάντης ήταν,ονόματα θανόντων στην ευλογιά-
μια Ιστορία μέσα στην Ιστορία,ψηφιδωτό από ονόματα,
άνθρωποι που τριγυρίζουν σε κείμενα,σαν τους παραλοϊσμένους
μετά από πυρκαγιά, όπως στους "Δαιμονισμένους", μιλούν
μόνοι,μιλούν για το άδειο τους μέλλον-
ο Ντούλιας, παρατσούκλι,μαέστρος μπροστά απ'το μαέστρο
η μπάντα των Ιταλών κατέβαινε στον Άι -Ταξιάρχη,τραγουδούσαν
"Ο σασά και τριαλό",αυτό από αφήγηση της μάνας,
ο Ντούλιας έκανε κωμικές φιγούρες,τα έγγραφα,το πίσω των εγγράφων,
κάποιος ζητάει να μη ταΐζουμε τους κομμουνιστάς στα '38
άνθρωποι, ο Θεόφιλος,ο ανάργυρος γιατρός Πορλίγκης, οι επιταγμένοι
παντοπώλες, τί να κυνηγήσουμε, καλλιέπεια κι αλήθεια,ποια είναι η αλήθεια;



Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014


ΘΥΜΗΤΑΡΙΑ
Ανεβαίνοντας με το λεωφορείο στην Πορταριά,στα 650 μέτρα,
και για να σπρώξω το σαραντάλεπτο, μετρούσα θυμητάρια-
εικοσιπέντε δεξιά και δεκαοχτώ απ'την άλλη κι έβλεπα
τις
νυχτεριδόμορφες ψυχές, να παίζουν τ'απογεύματα το "μπουφ
και βγαίνω", πλάι σε αγίους με παράταιρα ονόματα,ο Άγιος Σώζων
η Αγία Ελπίδα, τους βράχους να συνομιλούν με τα κυκλάμινα.
Οι
βράχοι πάντα ερωτεύονται τα (λόγω της ώρας) λίγο σκοτεινά
κυκλάμινα και τα κρινάκια, κάποτε ζήτησα απ'τον Μπόγκα
να φτιάξουμε ένα άλμπουμ με απογευματινά θυμητάρια,
"ανατριχιάζω στην ιδέα" μου απάντησε,"μα γιατί;"του λέω,
"ξέρεις τί είναι το τσικ μιας άγνωστής σου ψυχής,μια εκδοχή
ζωής που δεν τελειώνει, όσο τη θυμούνται,και το καντήλι
μένει αναμμένο, ούτε ύστερα, σαν φύγουνε οι άλλοι τελειώνει,
γιατί οι πέτρες και τα αραιά δέονται για εκείνη πεύκα".


ΑΝ
Αν η αρχή στέγνωνε γρήγορα
όσο το κέλυφος ενός αβγού
και το τέλος ήταν έτοιμο, γραμμένο
από το τέλος
και οι μικρές σεισοπυγίδες επινοούσαν
καινούργια αλφάβητα,
δεν θα είχαμε ανάγκη αυτής παράδοξης διεργασίας
που ονομάζουμε
ποίηση.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑΝ ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΑΙΩΡΕΙΤΑΙ ΟΦΕΙΛΗ
Kύριε,
δεν είμαι ο ένας που γονάτισε στα πόδια σου,
από τη λέπρα της ψυχής του,πλέον,καθαρός.
Σ'είχα -ήμουν εκεί- ακούσει κάποτε να λες στο πλήθος
"αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν·
ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν".
Και ήθελα να πλυθώ από το βούρκο μου, να ξανανθίσει
το λουλούδι της καρδιάς μου,ένα Παράδεισο καινούργιο
να μου ανοίξεις.
Στα ζήτησα όλα και μου τα 'δωσες,
κι έφυγα με τους οχτώ, ξεχνώντας
πως ήμουνα χρεώστης,
μιαν,άφησα να αιωρείται, οφειλή.
Κύριε,
Συ, που πρόφερες το "έως και έβδομηκοντάκις επτά",
δέξου το στεναγμό μου
και την αχαριστία μου συγχώρησε.

ΤΟ ΚΡΑΚ
Λέτε να'ναι ποίηση τα εξακόσια φεγγάρια
που ταξιδεύουν στο αίμα και τα "ρόδινα χείλη"
και ο "αγέρας" που κουβαλάει Ναρκίσσους με ημερομηνία λήξης;
Ούτε καν τους τσίγκινους ανεμοδείχτες δεν τρελαίνει,
παίρνουμε ένα κλισέ,το βιδώνουμε,δεν ταιριάζει,"τα μάτια σου",
πιάνουμε άλλο,"τα μάτια μου", τί να τα κάνω, δεν τα βγάζεις;

Ποίηση είναι η πέτρα στο βουνό του Κώστα του Ψαράκη
είναι το "κρακ"
πριν
την
ελεημοσύνη.


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

"ΚΛΗΡΩΝΕΙ..."
Ο Καρπέτης, άλλοτε φώναζε "κληρώνει"-μ'ένα, τότε, αρνί υπό μάλης-
κι άλλοτε,σπρώχνοντας το καροτσάκι, "λερώνει", οι παλιοί
κουτσαβάκηδες, ο Τακουνάκιας κι ο Ρέλος, ήξεραν την ακριβή
περίμετρο των μυώνων τους, συνεχώς τους καμάρωναν.
Ορισμένοι ήσαν καντάρηδες στη λαχαναγορά,αν ψάξουμε σκονισμένα
μαθητολόγια του 9ου Δημοτικού Σχολείου,
αποφοίτησαν πριν πενήντα χρόνια,
υπογράφει ο κ.Κώτσης, με μια νότα,
καντάρηδες,
κι άλλοι ξεφόρτωναν
καρπούζια ή σακιά με πατάτες, τα καλοκαίρια πολλοί μετήρχοντο το ευγενές
επάγγελμα του καμακιού, οι τουρίστριες έφτυναν τα τζίτζιφα που τους
πρόσφεραν,μακρυά περνούσαν τα τσιμεντοφόρα,τα βράδια ο Ρέλος
περπατούσε τους τρυφερούς δρόμους τραγουδώντας "είναι τα ντέρτια
μου πολλά",δεν τον πολυβλέπω, ο Τακουνάκιας φοράει
κίτρινη περούκα και πουλάει χτυπημένες κονσέρβες στα ψαράδικα,
μόνο τον Καρπέτη ακούω συχνά, "κληρώνει", ακουμπάει το αρνί
στη στεγνή ποδιά της τουλούμπας που κάποτε τον ξεδιψούσε και,
σαλιώνοντας, στρώνει το μαλλί, σ'ένα καθρεφτάκι,
πριν συνεχίσει.



ΤΙ ΤΡΙΠΟΔΙΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ;
Η ποίησή μας είναι χτισμένη από μεγάλες καθαρές εικόνες
που κουβαλήσαμε στην πλάτη από παλιές ηλικίες
και οξειδωμένους αρμούς, ανάμεσά τους.
Κάποτε φυσούν οι βόρειοι άνεμοι των παλιών ονείρων,
να, κράτησα ένα χριστόψαρο για τρία δευτερόλεπτα
στην αμμουδιά των Νέων Παγασών ή ένα ακαθόριστο τραγούδι
ακούγονταν στο νησί που,σύμφωνα με τους χάρτες,έμενε ακατοίκητο.
Έβρισκα κι εγώ μιαν Υλαγιαλή στην πλατεία, βράδυ,ο αέρας έτριζε,
"τί δουλειά έκανες, όταν ζούσες;"με ρωτούσε κι απαντούσα
"νυχτερινός αποπλανητής,κάτω από αστέρια που χαμογελούν".
Α, τα όνειρα και οι σημαίες και οι μπάντες σε μια λευκή παραλία
και οι αγκαθόσποροι που ονομάζαμε κλέφτες και το χαμόγελο
της Βάσως,οι μικροί στιλβωτές της πλατείας, η ταμπέλα του προπάππου
"διαθέτωμεν υποδήματα δια νύμφας",
τί τριποδίζει τα μεσάνυχτα;

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΩΝ
Για τα νεοκλασικά με τους φοίνικες και τους ροδώνες,
για τα προσφυγικά και τις αλάνες,όπου ακουμπούσαμε
τις φωνές μας,πλάι σε τσουκνίδες κι αγριομολόχες,
μη ψάχνετε οπουδήποτε.
Έμειναν,βέβαια, κάποιες επιγραφές,
όπως ο "Κόκορας",το τουρκικό τείχος
που άφησε άθικτο ο άστοχος Μοροζίνης,
Παλαιά Μαγαζεία,που αφανίζουν σιγά-σιγά
οι πυρκαγιές,χάνια ετοιμόρροπα, ταμπάκικα
και παλιά, πεταλωτών και σαγματοποιών, εργαστήρια,
με την πινακίδα "επιστρέφω αμέσως",για σαράντα χρόνια
κρεμασμένη στην πόρτα.
.
Η άλλη πόλη χάθηκε,βαθιά στις τσέπες των υπεργολάβων.

ΧΡΟΝΙΚΟ
Το ερωτικό ποίημα είναι ένα Χρονικό-
πρέπει να σωθείς απ'τον έρωτα
για να τον καταγράψεις.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΙΤΑΛΙΚΟ ΚΑΒΟΥΡΙ
Έι,έι.έι, ο Χαράλαμπος,παλαιός αγροφύλαξ
φωνάζει τις γάτες και τα εγγόνια του,
κάποτε έτρωγαν ένα σφιχτό αβγό στα τέσσερα,
σήμερα αγοράζουν μισό μάρκετ με τα ευρώπουλα-
έτσι το λέει-του γαμπρού και δυο συντάξεων.
Θα ταξιδέψει στο Επέκεινα κάποτε κι αυτός
όπως κι εμείς, όπως ο φεγγερός πριν σαράντα χρόνια
έφυγε, Παλαιός και τον έκλαψαν βουβά τα χάρτζ καναρίνια του,
γιατί να μην είναι ο καιρός ένα κόκκινο άλογο
που θα του φωνάζεις ώωωπ και θα σταματάει
όπως ο Καρατζίκος πήδαγε απ'τη σούστα του
για ν' αγοράσει ένα πακέτο σέρτικα καλαμών
για ν' αγοράσει λίγη κίτρινη απουσία, πριν
πάνω του περπατήσει το ιταλικό καβούρι.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΥ ΑΝΕΛΗΦΘΗΣΑΝ
Στις γωνίες,ανά δύο τετράγωνα σπιτιών, χωρίς περιβόλους,
υπήρχαν κοινόχρηστες τουλούμπες
του εργοστασίου Σταματόπουλου.

Έλειπαν,παντελώς,οι οιωνοσκόποι,

αν και μεγάλα άσπρα πουλιά
πετούσαν ανάμεσα στα κεφάλια μας και τους ανοιξιάτικους σωρείτες,

έλειπαν οι οιωνοσκόποι,

να μας πουν πως το χαντάκι θα κατέληγε λεωφόρος,
με τους μαύρους σκοτωμένους σκύλους του,
τα σπίτια τριώροφα,

οι άγγελοι θ'απομακρύνονταν κι εμείς θα γερνούσαμε εδώ,

γιατί κάποιος πρέπει ενίοτε να μετράει απώλειες, να συγκρατεί μνήμες
και να δακρύζει, όταν θυμάται παλιά φεγγάρια και κήπους
νυχτερινούς που ανελήφθησαν,ανεπαίσθητα.

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΕΚΑΥΜΕΝΟ
Εδώ στα γκολπόστ-πέτρες με ρούχα πάνω τους, ιδρωμένα-
μπορεί και να σάλπισαν οι καρχηδόνιοι ελέφαντες,
κατά την άλωση της Δημητριάδας,σκεπτόμουν,έφηβος ακόμη,
τον καιρό
που δεν είχε κτισθεί το Πανεπιστήμιο εδώ,
με τα υπαίθρια αμφιθεατράκια, να μας ξενυχτούν όλο το βράδυ
οι φοιτητές, με τα μπαμ και τα μπουμ,
πώς το αντέχουν το μονότονο και τόσες μπύρες,
με τα καροτσάκια βγάζουν το πρωί τα νικέλινα κουτιά,
εδώ που μπήκαν οι Σαρακηνοί στην πόλη, ντυμένοι πραματευτάδες,
κατά τον Κεκαυμένο, μάλλον πρέπει να το θεωρούμε ιεροσυλία.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΖΑΤΕ ΤΗ ΛΑΛΙΑ  ΕΝΟΣ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
Μου λείπουν οι παλιές θάλασσες, τα τραγούδια που αφήσαμε μισά,
κι ένας νοτιάς ανακάτευε τα μαλλιά των κοριτσιών,
θα μπορούσες να τα πεις και νύχτα,η ποίηση έρχεται μετά κι απαιτεί
όλο απαιτεί, όνειρα μεγάλα στα οποία μπαινοβγαίνεις,
γιατί τα παράθυρά τους ξεχάστηκαν ανοιχτά,στο μεταξύ,
επινοείς ιστορίες, οφείλεις κάτι να καταθέσεις, κάτι σαν το κέρμα
που άκουγες να πέφτει στον κουμπαρά κι όταν τον σπάζατε
δεν αγοράζατε τη φωνή ενός αηδονιού κάτω απ'το φεγγάρι,
τα χρόνια ήσαν δύσκολα κι ιδρωμένα, σαν τις παλάμες του πατέρα,
δεν πετούσατε κέρμα στο πηγάδι, κάνοντας μια ευχή,
γιατί τ'άστρα έπεφταν στις μακρινές καλαμιές και δεν προλαβαίνατε,
μου λείπουν οι θάλασσες.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014


ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΑ
Εκείνα τα χρόνια,ήλθαν κυνηγημένοι απ'την επανάσταση του Νάσερ
κι έμειναν (πάμπλουτοι στην Αίγυπτο)στο γιαπί του Νταόπουλου,
μια σιταποθήκη που, επί χούντας, έγινε σχολείο,
με την επιγραφή "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών", πάνω απ' την πόρτα.
Τους ταΐσαμε γλάρους και μια σκοτωμένη, για το τομάρι της, αλεπουδίτσα
που ψήσαμε στη βεράντα.Τους είπαμε ότι ήταν αρνάκι-έκαναν πως το πίστεψαν.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι εκείνο που θυμάμαι είναι
ότι τον πιο αδύνατο και πεινασμένο τον φωνάζανε Φαρούκ.



ΟΣΟ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ
Κι η γειτονιά ένα παλίμψηστο,οι πολυκατοικίες
μυρίζουν την κράμβη των παλιών μπαξέδων,
τη σωρό του Φιλάρετου
ακολουθεί ό,τι απέμεινε απ' το συρφετό  (ψάρευε
στα μπλόκια λαυράκια και χέλια στη Μπουρμπουλήθρα) ένα
μαύρο γατάκι, προφανώς ως εκπρόσωπος-
μόνο το γκρεμισμένο εργοστάσιο του Τζήμα απέμεινε, παλιά
άκουγες τους αργαλειούς και τις εργάτριες να συννενοούνται
με παρατεταμένα "ουυυυυυ", ανθισμένα μπουκετάκια αχλαδιάς
έπλεαν στο τέναγος του περιβόλου,
το μπουκωμένο με κοασμούς-
"ουυυυυ"
και μαζεύαμε απ'τους θάμνους τα ποκάρια κι η γιαγιά έγνεθε το μαλλί
κι η μάνα το'πλεκε, ζακετάκι, διχρωμία, ασπροπράσινο,
σπανακόρυζο το λέγαμε,"φυσάει βοριάς, φόρα το σπανακόρυζο"
κι αρνιόσουν γιατί ντρεπόσουν να πεταχτείς στη γειτόνισσα με το
σκεπασμένο πιάτο.
Κι η γειτονιά ένα φαγιούμ
με μάτια που μεγαλώνουν συνεχώς-
όσο να κλείσεις τα δικά σου.


ΓΕΜΑΤΟ ΑΣΤΡΑ ΚΙ ΑΗΔΟΝΟΛΑΛΙΕΣ
Ναι, κάποιο βράδυ θα γίνω δέντρο
για να σπουδάσω τη σιωπή των αιώνων.
Τόσα ταξίδια που δεν ξεκίνησα, περιμένοντας γυρισμούς,
περιμένοντας δικαιώσεις, τα ορθρινά πουλιά,
τους πρωινούς εργάτες, ακέφαλους μέσα στα κασκέτα τους,
φλύαρους όσον οι μαργαρίτες και οι σουγιάδες των εραστών
που μνημειώνουν τη Στιγμή, ναι μόνον αυτή υπάρχει,
γιατί το τώρα έγινε ήδη πριν
και το αύριο δεν ξέρουμε αν θα ανθίσει,
γεμάτο πτώματα στα αβαθή, με προσμονές
που φτύνουν τη ματαίωση,
όπως ένας αρσενικός ιππόκαμπος τα παιδιά του.
Ναι, κάποιο βράδυ θα γίνω δέντρο,
γεμάτο άστρα κι αηδονολαλιές.



Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΥΣΙΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Ας ανάβουν ένα κεράκι στην άκρη του δάσους
όσοι δέονται,σαν τον αββά Ισαάκ το Σύρο,
υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου,
ανθρώπων και αλόγων ζώων,

ακόμη και της μετανοίας των φριχτών δαιμόνων.

Κανείς δεν είναι οριστικά χαμένος
όταν υπάρχει
αυτό που ο Άγιος ονόμαζε
καύση καρδιάς.

ΜΕ ΠΡΩΤΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ
Γράφουμε, σ'όλη μας τη ζωή, ένα μονάχα ποίημα,
σε άπειρες παραλλαγές,
για λόγους διαφορετικούς για τον καθένα.
Κάποιος ψάχνει στο ζόφο ένα φως
κι άλλος τα παιδικά του χρόνια,
ο τρίτος ακονίζει οργισμένος τα μαχαίρια του.
Κι ένας πικρός, λησμονημένος,
σκηνοθετεί ένα όνειρο, πως να, όπου να'ναι
γυρίζουνε οι πεθαμένοι του, με πρώτο τον πατέρα.





Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΜΟΝΟΣ
Ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μου, περνούν παλιές ιστορίες κι ονόματα,
κάποτε έβρισκα πως μ' αφορούσαν, τώρα βαραίνουν
όσον η πέτρα στο λαιμό του αυτόχειρα,
όσο τα όνειρα χωρίς όνομα κι οι άδειοι σταθμοί των τρένων,
γράφω λοιπόν για να νιώθω λιγότερο μόνος, κι εκείνο το φεγγάρι,
α, το φεγγάρι που έλαμπε σαν το θάνατο,
μπροστά στα μάτια των καταδίκων,έχει πάρει το χαλκοπράσινο χρώμα
παλαιών λειψανοθηκών, γράφουν απέξω,
με αβέβαιη ορθογραφία, αφορισμούς
κι ο Μορίς Λεμπλάν τελείωσε,στο καφέ,
την κουβέντα του με τον Αρσέν Λουπέν,
"φίλε δε μπορείς να τη γλιτώνεις πάντα,
αυτή τη φορά θα σε παραδώσω,κουράστηκα",
το ξέρω, θα μου πείτε, είναι η συνέχεια μιας παλιάς σιωπής,
διαβάζαμε τη Μάσκα, στο φως του στύλου κι ο Σκορδάς
φώναζε από απέναντι,"γαμωτοκέρατό σας, αφήστε μας να κοιμηθούμε".
Σας είπα, παλιές ιστορίες κι ονόματα που δεν μιλούν πια.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ
Κι η έμπνευση,
αυτό το κογιότ που έρχεται από την Πλειστόκαινο
με σημαία του το "εγώ"
να χρεωθεί παρακαλώ πρώτα στους επαναστάτες ποιητές-
ας ακολουθήσουν οι άλλοι με τ'ασημένια φύλλα και τ'αηδόνια,
μια διακόσμηση
Τί,στο μπιπ, εκ του μηδενός, δημιουργούμε;
Ούτε καν έναν ασπρόμαυρο έρωτα,το ψαλίδι
στο δεξί χέρι,κοπτοραπτούδες
κι όμως, γεμίσαμε τον τόπο, όπως τα τριζόνια ένα δάσος.


Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

ΕΓΩ ΔΕ ΜΙΛΩ Μ' ΕΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΙ
Ο άγνωστος χ, κάποιο βράδυ, χτύπησε την πόρτα μου,
του άνοιξα αμήχανος, "μη φοβάσαι" μου είπε
"θα σε βοηθήσω να γράψεις το ποίημά σου, αρκεί
να γνωριστούμε" μα εγώ τον ήξερα από παλιές εξισώσεις
"ευχαριστώ"του απάντησα "μου είσαι οικείος αλλά
είναι δύσκολο να συνεννοηθώ με μια μάσκα, μια σύμβαση
ένα κουκούλι,εγώ έχω τα σίγουρα αστέρια μου
και τις φωνές όσων δεν βλέπω".
Χαμογέλασε και κάθισε,άνοιξε ένα μπλοκάκι
και "δεν αμφιβάλλω" συνέχισε "αλλά πίσω απ' όλα αυτά
βρίσκομαι εγώ κι εμένα δε με γνωρίζεις,
λοιπόν και τ'αστέρια σου δεν ξέρεις τί είναι
και εκείνοι που μιλούν, κάτω στο δρόμο σου είναι άγνωστοι".
Εξακολουθούσα να τον κοιτάζω αμήχανος
"μα και σένα ποτέ δε θα σε προσεγγίσω κατ' ουσίαν"ψέλλισα
"και ποιος σου είπε
ότι αυτά που γράφεις τα φτάνεις οντολογικά, το φαινόμενο
είναι, μια απλή σκηνοθετική απόπειρα
κι αυτή αποτυχημένη"
και άρχισε πυρετωδώς να γράφει για λογαριασμό μου.

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑ ΣΑΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ
Κάποια από τα ποιήματά μου, τα μάζεψα απ'τ' ανθισμένα
κλωνάρια των αρμυρικιών, άλλα  γύρω από μηρμυγκοφωλιές,
μερικά άναψαν με το που τ' άγγιξα κι άλλα έμειναν σαν την κόρη
των ρομαντικών, που έσερνε "μόνον φθινόπωρα και άνοιξην καμμίαν".
Αγάπησα όσα κατευθύνθηκαν, σαν προσευχή,ενώπιόν Του,
τα ποιήματα- εσπερινοί, μου δρόσισαν τα χέρια, όταν η Πούλια άνθιζε
κι έλεγα "θου Κύριε,φυλακήν τω στόματί μου, αλλά, στα δάκτυλά μου,
άφησε
αυτό το σαλιωμένο μολύβι, να γράφω παντού, στα έπιπλα και την καρδιά μου",
ο Κέρουακ έγραψε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, σ' ένα ρολό χαρτιού υγείας,
εγώ,μαζεύω ποιήματα απ' τις πολύχρωμες ομπρέλες, την ώρα
που περνάει ένα ταξί και κλείνουν άδοξα,τινάζονται, σαν τους καρπούς
της ιπποκαστανέας, στη μύτη μύτη των διαβατών, προσφέροντας την
αίσθηση ότι τα βουνά ταξιδεύουν,περνούν απ' το ένα όνειρο στο άλλο,
έτσι όπως γίνεται με τα διηγήματα του Μάριου Χάκκα,ο μισοσαστισμένος
ήρωας μπερδεύει τις πόρτες των μικρών κειμένων,το θάνατο και τη ζωή.



Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

ΚΙ Η ΝΥΧΤΑ
Κι η νύχτα είναι τόσο ωραία απόψε,
σαν τους αγνώστους που σου ανοίγουνε την πόρτα
και λεν "περάστε".

ΔΕ ΦΕΥΓΕΙ
Ο φόβος είναι ένα ιδρωμένο άλογο
κι έχει αναβάτη το λειψό φεγγάρι
και τραγουδάει τις νύχτες,
διασχίζοντας τα όνειρα των δέντρων,
ξυπνώντας την αρχαία μοναξιά της πέτρας.
Δε φεύγει κανείς, μόνον ο φόβος της απουσίας
τριποδίζει στους δρόμους.

ΕΧΟΥΝ ΟΛΟΙ ΦΤΕΡΑ;
Πώς, αλήθεια, θ' αντιδρούσε
ο Φώτης Κόντογλου, ο Κυδωνιεύς
ή ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων,
αν ισχυριζόμουν ότι, κάποιοι άγγελοι,
δεν  έχουν φτερά;