Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

ΣΑΝ ΕΝΑ ΔΡΕΠΑΝΙ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Κύριε,δος μας ό,τι δικαιούται ένα μεγάλο παιδί,
γιατί αυτό υπήρξαμε ανέκαθεν,
κουβαλούσαμε μεγάλα όνειρα,
για να τα κάψουμε,στις φωτιές του Άϊ-Γιάννη,
κι ύστερα κλαίγαμε
περπατούσαμε στις ράγες,μπροστά απ'τον κινούμενο
συρμό,
και το βράδυ έρχονταν γεμάτο
οιμωγές και κόκκινα σύννεφα.
Ναι,Κύριε, μεγαλώσαμε και μείναμε παιδιά,
με τα ποιήματά μας γεμάτα ομίχλες και κρύο,
μ'ένα άσπρο χιόνι
και τους μικρούς ανέμους στην τσέπη,
θυμήσου τα όλ' αυτά στην Κρίση,
Κύριε
Γιατί η μνήμη των παιδιών, είναι λειψή,
σαν ένα δρεπάνι φεγγαριού.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

ΜΕ ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ ΔΕΞΙΑ
Κι όταν,στιλπνή, της θάλασσας η επιφάνεια
πολύχρωμα θα σκορπάει της προκυμαίας τα φώτα
-θα'ναι ο καιρός που η αλκυόνη αποκοιμάται στο νερό-
απ'το Γαλατοδάσος θα φανεί  ο Ντίλαν Τόμας,
φουσκωμένος,όπως τα μπαλόνια των παιδιών που ιριδίζουν,
με τις τσέπες γεμάτες βιολέτες και κουδουνάκια,"τα ποιήματα
είναι κατασκευές, από λέξεις,να, το φεγγάρι, μια πέτρα που μυρίζει
υδρόθειο,το μπουκάλι που μου προμήθευσε ο Τζέρι,ένα μοναχικό
τραγούδι κι ο,πανάξιος μπροστά στα γουρουνάκια,λύκος",
αυτά θα λέει και θα βγάζει απ' την τσέπη του ένα ποίημα,
όπως ο ταχυδακτυλουργός το περιστέρι απ'το μανίκι,
ένα ποίημα που,εντός του,πολεμούν ο άγγελος,ο δράκος κι ο τρελός,
ο άγγελος στην καθαρότητα των λέξεων κι ο δράκος τα μπουκάλια
του Τζέρι-τρελός είναι ο ποιητής που νόμισε πως θ'άλλαζε τον κόσμο
παρόλο που η αλκυόνη εξακολουθεί να κοιμάται, ακόμη με το ράμφος δεξιά.





Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

ΛΙΓΟ ΠΡΙN ΠΕΣΟΥΝ
Λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι του τέλους,
θέλω να δω τον άγγελό μου,
να μείνουμε
μόνοι,
σ'ένα σύμπαν αχανές,
παρακαλώ ν'αποσυρθείτε, ζώντες τε και κεκοιμημένοι.
Θέλω να προσκυνήσω τις μεγάλες φτερούγες του,
στα πόδια του να καταθέσω ένα κλωνάρι πασχαλιάς,
να του ζητήσω συγγνώμη για τις ασυνέπειες μου
(πάντα υποσχόμουν ν' αλλάξω και πάντα ο ίδιος έμενα),
να δω πώς είναι, τέλος πάντων:
Ένα μικρό παιδί,
ο νεανίας που αστράφτει και προφέρει το "ουκ έστιν ώδε",
το άστρο της Βηθλεέμ;
-Εννοώ πώς είναι ο δικός μου,όταν
πέφτουν οι τίτλοι του τέλους-.
Πάντοτε με συντρόφευε και ουδέποτε μου 'δωσε
μια φωτογραφία του.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

ΚΑΙ ΣΒΉΝΕΙ Ο ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ
Συχνά ονειρεύομαι  ένα ανύπαρκτο εκκλησάκι
στην απέναντι μαγούλα
με τις μαυρισμένες εικόνες του
και τις,εξωτερικές, χιβάδες του ιερού,
τον κυρ Αλέξαντρο να ψάλλει,
μάλλον να άδει,
"τα υπέροχα τραγούδια του Θεού",κατά την Κούλα,
την κόρη
του μανάβη που "έπλεψε καλά"
κι ο παπα Νικόλας ο Ναξιώτης
της διάβασε την Ακολουθία των Νηπίων.

Έξω ανάβουνε,από φτέρη, οι φωτιές
και μακρυά, στο πέλαγο,κάποιοι να σώσουν
τη ζωή τους προσπαθούν.

Και σβήνει ο Πολυέλεος,μένει το ξυπνητήρι να χτυπάει
πλάι στο έκτυπο,της αχειροποίητης, Ιεροσολυμίτισσας,
ενώ,απ' το παράθυρο,φαίνεται η μαγούλα,
με τις αμυγδαλιές της ανθισμένες.




Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

ΛΕΙΠΕΙ Η ΙΔΕΑ
Κατασκευάζεις ένα νυχτερινό ντεκόρ, ξέρεις,
ουράνια σώματα και ζόφο, όμως,
όμως λείπει η ποιητική ιδέα,δεν εννοώ την πλοκή,
ούτε
την μυθικήν επιτυχία,αυτή ενδεχομένως
να υπάρχει
ως punctum,που θα'λεγε ο Ρολάν Μπαρτ,μια σταγόνα
αίμα το υποδηλώνει,αλλά
το πρώτο ποιητικό αίτιο.
Ο Ρίλκε παρουσίαζε τους αγγέλους κι ο Δαβίδ
τον Κύριο των πάντων,
εμείς τελούμεν εν αμηχάνω,πρέπει να βρεθεί κάτι
πέρα απ' τα σκηνικά που κουβαλούν με τις καμήλες τους
οι βεδουίνοι,
δεν είναι εύκολο,μα προσευχόμαστε ν' αναδυθεί
για να'ναι η κατασκευή μας
ποίημα.





Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015




ΤΙΣ ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΕΣ
"Νέον" τα μακρυά σου πόδια, χλωμά αναμμένο
κι η πόλη που, άχρωμη, πίστα τρεμουλιαστή, φεγγίζει
ξεφούσκωτο, σε στύλο, το φεγγάρι στέκει, κρεμασμένο,
αν πέφτει άστρο,απορώ, ή μάτι στα νερά,ανθίζει.

Μακριά, άδεια από επιβάτες, σφυρίζουνε τα τρένα
οι δρόμοι, πάντα σκοτεινοί και ξεχασμένοι
παράθυρα,που αργοσβήνουν ένα -ένα,
δείχνοντας ότι οι καιροί μας γεννηθήκαν πεθαμένοι.

Τα πόδια σου πατούν στο χτες, μια κιτρινόμαυρη αιθάλη,
τυλίγει τα ενύπνια των δέντρων και τη δόξα των βουνών
κι ανάμεσα ο ωραίος, ο δικός μας  ύπνος, αεί θάλλει
τραγούδια κυανά,τις τεθλασμένες των εντόμων, των πουλιών.




Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΚΟΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΟΥΚΑ
Εκτός απ'τα ραφεία, μου άρεσε κι εκείνος
ο πελώριος κούκλος του Παλούκα.
Δεν έκανε τίποτ' άλλο απ'το να κουνάει,
σε μιαν αέναη κατάφαση,το κεφάλι του.
Πιο πέρα,στον ίδιο δρόμο,άκουγες,στης Σώταινας,
βραχνά τραγούδια και γυαλικά που έσπαζαν
(απαγορευμένη για μας, τα παιδιά, περιοχή).
Και περιμέναμε το βράδυ,να γυαλίσουν
απ' τη βροχή,
οι άμαξες,
να γυαλίσουν τα σύρματα,οι επιγραφές
και οι ράχες των αλόγων,να πλησιάσουμε την πιάτσα,
βουλιάζοντας σε σάπια χρεμετίσματα.


ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΑΓΑΛΜΑ
Ο άνθρωπος εκείνος,
κρατούσε στα χέρια το ραγισμένο προσωπείο του
και περπατούσε στο δακρυσμένο λιβάδι του ουρανού.
Μιλούσε μόνος,
για την δόξα των αρχαίων ημερών,
τότε που η ιστορία γέμιζε τα κάδρα των προγόνων,
τότε που τα σύννεφα  έπεφταν,γύρω, σαν κορδέλες,
μιλούσε μόνος,
ενίοτε και με τους πεθαμένους του.

Γιατί, αυτό, εντέλει, είναι μοναξιά,
να'σαι έτοιμος,κάθε στιγμή,να γίνεις άγαλμα.


Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015


ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΤΣΑΚΙΖΟΥΜΕ;
Κι ύστερα, χτυπούν την πόρτα σου οι ποιητές
του μεσοπολέμου,ντυμένοι με φόρμες,κρατούν
καροτσάκια
γεμάτα εντελείς ρίμες και κραυγαλέα μέτρα, 
"από πού έρχεσθε" τους ρωτάς,
σου απαντούν "απ'το κύμα του χθες "και το
πριονίδι των ποιημάτων τους,συμπληρώνουν, είναι
για να ταΐσουν τα περιστέρια,τους εξηγείς ότι τα πουλιά
τρέφονται σήμερα από γωνίες ανοιχτών ποιημάτων-μερικά
τρώνε σπόρους-παραξενεύονται,
"δεν τα δουλεύετε τα τραγούδια;"
ρωτούν, "έχουμε εκατό φεγγάρια,
ο καθένας,στο κομοδίνο του,
τα βράδια τιναζόμαστε και καταγράφουμε τα όνειρά μας",
απαντούμε,
"δεν περισσεύει σχεδόν τίποτε από υγρό τραγούδι, γι αυτό,
σ' αυτή την πόλη, θα βρείτε
περισσότερα άδεια τρένα και λιγότερα πουλιά, περισσότερο χάρτινο
πόνο και άδειες μέρες από τραγούδι,θα βρείτε τσελεμεντέδες ποιητικής
και πορώδεις καρδιές,ν'αντέχουμε,να μη σπάμε,στην παραλία
και τα μεγάλα δωμάτια που βλέπουν προς τη δύση,έχουμε
μαλακούς ωραίους κροτάφους,γιατί να τους τσακίζουμε;"









Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ
Σε ξεφτισμένες πόρτες,υπάρχουν ταμπελίτσες
-ξύλινες οι πιο πολλές-με το "επιστρέφω αμέσως",
αυτό,βέβαια,το "αμέσως" κρατάει κάμποσο
οι γυναίκες, με βλέμματα στο χρώμα της θάλασσας,
κάθονται σε μια καρέκλα και το περιμένουν αιώνες,
τα παιδιά, παίζουν το σαλίγκαρο στο χώμα
και στο απέναντι οικόπεδο, με τ'ασφοδίλια,δύει ο ήλιος.

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ
Κι ήσαν μεγάλες οι ιδέες και τα όνειρά μας,τόσο που
σκεφτόμαστε να τα μεταφέρουμε και σ'άλλες καρδιές.
Ένα πρόβλημα είναι αυτή η μεταφορά, άραγε θα τα δεχτούν
οι άλλοι; Έτσι,χωρίς αντηρίδες και στηρίγματα,
στερεωμένα στα σύννεφα,πάνω απ'το δάσος με τους
κακούς παιδικούς μας λύκους;Να τα στείλουμε με επιστολές
ή με μποτίλιες στο πέλαγος,καλύτερα,νομίζω,είναι να κλάψουμε,
κρεμώντας τα επί των ποταμών Βαβυλώνος.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

ΕΔΩ ΠΟΥ ΤΑ ΛΕΜΕ, ΤΟ "ΠΑΝΤΟΤΕ" ΙΣΧΥΕΙ
Τα ποιήματα υποτίθεται ότι τελειώνουν
μ'έναν αιφνίδιο θάνατο,
το άναμμα και το σβήσιμο ενός διάττοντα,
θυμίζουν το τέλος, στο ταξίδι του κοριτσιού με τα σπίρτα,
δεν υφίσταται πλαίσιο,άνω τελεία,
δευτερεύουσα πρόταση,το κουπί δε σπάει
στα πλευρά της θάλασσας
-εδώ που τα λέμε,τίποτε δεν τελειώνει
ούτε συ κι εγώ, αν δεν μας σταματήσουν,
και τότε,ακόμη, εξακολουθεί
η φορά,
τα τριαντάφυλλα ανθίζουν αργά,οι άνθρωποι περνούν
ο ένας στο όνειρο του άλλου,
μια υποδόρια κινητικότητα,
η βούληση του Αγίου Μαξίμου, είναι κίνηση
και η αγάπη
και λάθος τό 'γραψα,είμαστε, μονίμως,σκονισμένοι,
από την σύγκρουση των μετεωριτών.



ΓΙΑ Ν' ΑΠΟΓΕΙΩΘΕΙΣ
Στην αρχή δεν το παίρνεις καν είδηση,
δυο σταγόνες διάφανες,
πέντε λέξεις,όπως εκείνες
του Μαλαρμέ και του Βαλερί,κολυμπούν,
χρυσόψαρα
στο μεγακείμενο,

εσύ κοιτάζεις πάντοτε τη γυάλα,

η μουσική για αστέρια παίζεται με κρουστά,
και συνεχίζεις,

ξάφνου το αντιλαμβάνεσαι,

το καθαρό ποίημα έχει τελειώσει εδώ κι  αιώνες,
όλα τ'άλλα είναι έρμα,πού'πρεπε να πετάξεις,
για ν'απογειωθείς.




Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Η ΒΟΥΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
"Μέσαι δε νύκτες, παρά δ’ έρχεται ώρα,
εγώ δε μόνα καθεύδω", εκείνη έκλαιγε τον έρωτα,
θα μπορούσε να'ναι γόνιμη εγκατάλειψη ή θάνατος,
μα εγώ τί να πω,το πρόσωπό σου χάνεται άδειο
ή γεμάτο κενό,
"δέδυκε μεν α Σελάνα και Πληιάδες",θα μπορούσε να'ναι
ένας άλλος πόνος
καθώς χάνονται κι ανατέλλουν τα ουράνια σώματα
υπάρχουν πολλά
πέρα από τον έρωτα και το θάνατο,
αίφνης η σιγή,οι άνθρωποι σωπαίνουν,
δεν κυνηγούν καν τη βουή τους, οι ίδιες οι λέξεις
μιλούν όσο μια πέτρα που κάνει κύκλους
στο νερό,
τα ρήματα ισόβια μένουν του άνθους κάκτου,
τί να πεις σε μια μέρα,πώς να το πεις;




Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΚΕΙ
Δε θα΄ταν καλύτερα,αντί για μια θεωρία για την ποίηση,
να γράφουμε ποίηση;
Τα ποιήματα,εξ'άλλου, είναι σαν
ένας γενικός μαθηματικός τύπος
του Κόσμου,
δεν κατασκευάζονται,δεν ανακαλύπτονται
υπάρχουν,εκεί,
η γεροντοκόρη που σερβίριζε τη  μέντα,ένας άνεμος,
κυνηγούσε τα κλαδιά και τον εαυτό του,τα αρχικά Γ.Τ. στη βάση
της κολόνας,μια πονεμένη ιστορία του κυρ-Αντώνη,που
έκανε στ'Ανάπλι για φόνο,έφυγες, το επίθετο στιλπνός,
στην αναδίπλωσή τους, εκπληρούν γραμματικούς ποιητικούς
κανόνες,
το ποίημα,αν εκτεθεί στην ολότητά του,
αλλάζει,εξαιρετικά, τη μορφή του Κόσμου, γι αυτό
το κάνουμε σαΐτα και το πετούμε σε μια κυρία,που
δε ζει πλέον.













Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015


ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Το ποίημα δεν γράφεται πάντα,
μπορεί
να κουρνιάσει και στη σιωπηλήν ευδία,
στο στοχασμό χωρίς μετείκασμα,
τότε που δεν συγκρατείς,
ούτε για τη στιγμή μιας Στιγμής,
τί
ακριβώς υπήρξεν αυτό που σε συνεπήρε,
μια ιδέα ή ένας άνθρωπος ή ένα κόκκινο καλοκαίρι,
έχω παρατηρήσει ότι ποιητές χαρακτηρίζονται
κυρίως
όσοι φουσκώνουν τα φεγγάρια των λέξεων,
δεν είναι ακριβώς έτσι,
ποιητές να πούμε κι όσους
σκαλίζουν μ'ένα ξινάρι, τις εύφορες ψυχές και
ζουν την ευλογία,όσους πόνεσαν κι όσους
ανακαλύπτουν το πρωί,στα σεντόνια τους,σταγόνες
από προσευχητάρια που έκλεισαν αδέξια,
ενώ στο κομοδίνο υπάρχει ακόμη ένα ποτήρι
κρύο νερό.





ΑΣΚΗΣΗ
Κι έτσι, ωραία συμβιβασμένοι, θα σβήσουν τ' αθώα πρόσωπά τους,
το καλωσόρισμα θ' αλλοιωθεί σ' αποχαιρετισμό,
μιαν έλλειψη που απομακρύνεται,ένα λευκοφαές κενό,
μοιραίοι, θα το δεχτούν, σ' ό,τι πιστέψαν όραμά τους.


Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΟΛΙ
Κράτησα
σ'ένα μικρό κουτί,
το χαμόγελό σου-
όλο το βράδυ φτερούγιζε,
λες και του'λειπε το πρόσωπό σου,
λες
και του'λειπε ένα χθες,
τα ποιήματα που σου διάβαζα,
ενώ ακούγαμε το κορίτσι με το κόκκινο βιολί.

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΓΡΑΨΕ
Προσπαθώ,μέσα σε σχήματα υπερβολικά, να βρω
το Θεό
ή μια κούνια που μας έφτανε στα σύννεφα,
γιατί η ποίηση δε διαθέτει μια σκοτεινή επιφάνεια,
είναι
καθρέφτης που σου ξαναπετάει το πρόσωπό σου,
σε υποχρεώνει να περπατήσεις παλιούς δρόμους,
είναι
η αισθητοποίηση του υπερούσιου,
γι αυτό,
πάντοτε να θυμάσαι το μουζίκο Μαρέι
και μια γυναίκα για την
οποία έκλαψες,να θυμάσαι τις γονυκλισίες και τους ανέμους,
τις υπέρλογες ισορροπίες,α,θα ήταν όλα εύκολα,αν οι λέξεις
δεν απαιτούσαν ένα ουράνιο τόξο στην άκρη τους, θυμήσου τα
όλα αυτά,
κι ύστερα
γράψε.





Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015



 ΛΕΥΚΟΣ ΧΕΙΜΑΡΡΟΣ
Ένας νεαρός λιμοκοντόρος μπήκε στο πεδίο
καθώς, η μάνα και η θεία Ρίτα φωτογραφίζονταν,
κάτω από μια δέσμη φωτός,στον Άη Ταξιάρχη.
Τον είδαν όταν πήραν τη φωτογραφία-δεν τον ήθελαν,
"να τον αφαιρέσεις",είπαν στον Τόμη, το φωτογράφο,
κι εκείνος
σκέπασε το παιδί, μ'ένα κομμάτι πλατανόφυλλου.
Σκέπτομαι πως έχουμε δυο απουσίες πλέον,
κι ένα παρόν ερωτηματικό,
δεν μπορείς να πεις με σιγουριά "κι αυτός θα'χει πεθάνει",
αφού δεν ξέρεις ποιος υπήρξεν,
ίσως ήταν μικρός τότε,ένα παιδί ερωτευμένο
με την καλλονή θεία,
στα ενενήντα του μπορεί να'χει ξεχάσει,
το φύλλο έχει σίγουρα χαθεί,
έμεινε όμως ο λευκός χείμαρρος του φωτός,
στων πλατανιών το δάσος, που πάντα θα υπάρχει.




Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΡΙΝ;
Κι  ύστερα συνηθίσαμε να κλαίμε, όπως στα όνειρα
που θυμίζουν άσπρα σύννεφα,όπως
όταν μυρίζει ο αέρας πασχαλιές και βιολέτες.
Μας δόθηκε αυτό το προνόμιο,ένα βρεγμένο πρόσωπο,
πάνω στο σκοτωμένο χρόνο, είναι απόδειξη ότι υπάρχουμε.
Τί κι αν δεν μας ονομάζουν ποιητές, το αισθαντικό, πλέον, ergo
κατισχύει.Συνήθως,τα βράδια, κλαίνε και κάποιοι άλλοι,
δίπλα μας πρέπει να βρίσκονται, μα είναι δύσκολο
να τους διακρίνουμε, να 'ναι οι άγγελοί μας
ή όσοι έζησαν ένα μεγάλο πριν;