Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ (ΕΠΙΜΕΤΡΟ τέλος) 22


ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ
              του π. Αντωνίου Κούρια

            Στην κωμόπολή μας υπηρέτησε ως εφημέριος της ενορίας Αγίου Νικολάου Πορτριάς από τη 29-1-1957 μέχρι τις 24-2-1970, ένας πραγματικά εκλεκτός κληρικός ο πρωτοπρεσβύτερος Τιμόθεος Χρήστου.
            Δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν πλήρης ημερών (79 ετών) όταν εκοιμήθη εφέτος, στις 23 Μαρτίου 2005. Η κοίμηση του μας λύπησε πολύ γιατί ο π. Τιμόθεος δεν ήταν καθόλου τυχαίος και συνηθισμένος κληρικός, άσχετα αν πέρασε από τη ζωή αυτή χωρίς να αφήσει τα, κατά κόσμον, βαρύγδουπα στίγματά του, αυτά τα στίγματα που επιδιώκαν να αφήσουν πίσω τους σαν υστεροφημία για το πρόσωπό τους, κάποιοι κενοί περιεχομένου και ματαιόδοξοι άνθρωποι. Ο π. Τιμόθεος ήταν πράγματι ταπεινός και γι αυτό ήταν ουσιαστικός. Αλλά πέρα από την ταπείνωση, η οποία πρέπει να κοσμεί τον κάθε άνθρωπο και κυρίως τον κάθε κληρικό, ο π. Τιμόθεος διακρίνονταν και για άλλες βασικώτατες αρετές,  όπως τιμιότητα, πραότητα, ειλικρίνεια. Η αέρινη, ντελικάτη μορφή του και το ενγένει εξωτερικό του παρουσιαστικό φανέρωναν και εξωτερίκευαν το βάθος και τον φιλοσοφικό στοχασμό που έκρυβε μέσα του. «Οία η μορφή, τοιάδε και η ψυχή», καθώς γράφει ο Πλάτων. Αυτό βέβαια μπορεί να μην ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα ακριβώς. Στην περίπτωση όμως του π. Τιμοθέου Χρήστου, ο Πλάτων επαληθεύεται.
            Κάτι επίσης σημαντικό που τον κοσμούσε ήταν η ευθυκρισία. Με βάση αυτή την αρετή, σαν εκκλησιαστικός άνδρας, αξιολογούσε τα σύγχρονα γεγονότα της Εκκλησίας και με παρρησία υπέβαλλε γόνιμες προτάσεις για κάθε σχετική περίπτωση, με γνώμονα πάντοτε και αφετηρία την ακράδαντη πίστη του στο Θεό αφ’ ενός και την αγάπη του προς την Εκκλησία, την οποία επί σαράντα περίπου χρόνια, υπηρέτησε πιστότατα, μέχρι την συνταξιοδότηση του.
            Ο π. Τιμόθεος υπήρξε και συγγραφέας, καθότι είχε και αυτό το τάλαντο εκ Θεού. Θέλησε και με αυτόν τον τρόπο – πέρα από το κήρυγμα που καλλιέργησε εποικοδομητικά – να μεταδώσει τα μηνύματα του Θεού στους συναθρώπους του γιατί πίστευε ότι με την κατανόηση των ευαγγελικών νοημάτων μπορούμε να κρίνουμε αξιολογικά και τα σύγχρονα δρώμενα.
            Όμως δεν ήταν μονόπλευρος, μονολιθικός και μονομερής. Γι αυτό, πέρα από τις θεολογικές του ενασχολήσεις, δεν παρέλειψε να εκδηλώσει το ενδιαφέρον του και για άλλα θέματα που αφορούν τον άνθρωπο, γράφοντας βιβλία για τη ζωή και τον πολιτισμό, αρχαίο και νέο, της γενέτειρά του, της Ηπείρου, ακόμη και για το Ασημοχώρι Κονίτσης, στο οποίο γεννήθηκε και το οποίο υπεραγαπούσε. Έγραψε ακόμη και ποιητικές συλλογές για τις οποίες βραβεύτηκε.
            Μετά την συνταξιοδότησή του, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί και με κάποια άλλα πράγματα κάπως περισσότερο καθημερινά. Συμμετέσχε σαν μέλος του Δ.Σ. του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ε.) και στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. Εμφανίστηκε επίσης σε αρκετές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές για εκκλησιαστικά ή κοινωνικά θέματα, στις οποίες ο λόγος και η γνώμη του ακουγόντουσαν με σεβασμό.
            Η ζωή του π. Τιμοθέου Χρήστου υπήρξε μεστή γόνιμης προσφοράς . Από όποια θέση εφημεριακή και μη και αν πέρασε άφησε έντονα τα ίχνη της παρουσίας του, υπηρετώντας δύο πράγματα πιστά: την Εκκλησία αφ’ ενός και τον άνθρωπο αφ’ ετέρου.
            Άφησα για το τέλος αυτού του σημειώματος κάποια βιογραφικά στοιχεία του μακαριστού π. Τιμοθέου Χρήστου γιατί στην αξία ενός ανθρώπου δεν προστίθεται τίποτε από αυτά. Δεν έχει καμμία ιδιαίτερη σημασία το πού και πότε γεννήθηκε κάποιος ή το πότε έφυγε από τον κόσμο αυτόν. Εκείνο που καταξιώνει ή απαξιώνει τον καθένα είναι το πώς ο ίδιος πορεύτηκε στη ζωή αυτή και το τι αφήνει πίσω του. Για  την ιστορία λοιπόν και μόνο αναφέρω ότι ο π. Τιμόθεος Χρήστου γεννήθηκε στο 1926 στο Ασημοχώρι Κονίτσης Ηπείρου. Υπηρέτησε ως έγγαμος ιερέας κατ’ αρχήν σε ακριτικές μακεδονικές μητροπόλεις και εν συνεχεία ήρθε με μετάθεση στην Ι.Μητρόπολης Δημητριάδος. Εδώ υπηρέτησε σε κάποιες ενορίες μεταξύ των οποίων και στην ενορία Αγίου Νικολάου Πορταριάς επί 13 έτη.
            Στα 1985 μετατέθηκε στην Αρχιεπισκοπή  Αθηνών όπου υπηρέτησε σαν εφημέριος στον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά της Πλάκας Αθηνών. Από εκεί συνταξιοδοτήθηκε το 1996.
            Γράφει η Παλαιά Διαθήκη: «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι.» Και ο π. Τιμόθεος ανήκει, πιστεύουμε, σ’ αυτούς.



Η ΑΥΛΗ ΜΕ ΤΙΣ ΝΤΑΛΙΕΣ



Της Δήμητρας Κοντορίζου - Τσιάντου


Όταν ο βασιλέας Παύλος επισκέφθηκε την Πορταριά, τα παιδιά του χωριού παρατάχθηκαν στο δρόμο. Τα σχολειά ήταν κλειστά και το καθήκον των μικρών μαθητών ήταν να ράνουν με λουλούδια τη βασιλική άμαξα. Όλα όμορφα, καθαρά και ηλιόλουστα, με τα λουλουδάκια στα χέρια τους και τη χωρίστρα ολόισια. Η άμαξα πέρασε, τα παιδάκια έραναν με τα λουλουδάκια τους τον βασιλιά. Ο μπαμπάς μου, μικρός μπόμπιρας ντυμένος με στρατιωτική στολή –η γιαγιά μου έτσι τον έντυνε στις επίσημες περιστάσεις, είχε δε πολλές στολές που τις έραβε μόνη της- πήρε στα χεράκια του τη μεγάλη ντάλια από την αυλή μας και την πέταξε με χάρη …στη μούρη του μεγαλειώτατου, ο οποίος έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και δεν έβγαλε κιχ…
Φαντάζομαι πως θα σκέφτηκε, παιδί είναι, τι να το κάνεις!!!
Την ιστορία αυτή την ακούω από τότε που γεννήθηκα. Το πρώτο δείγμα αντίστασης στη ζωή του μπαμπά μου, ακολούθησε το πρώτο ποίημα που μου έμαθαν. Εκείνο που με υπερηφάνεια με έβαζε να λέω «έξω φωνή» η θεία μου η Ρούλα στο μπακάλικο του Ανηλιώτη.
«Ο βασιλιάς θε να ‘ρθει
να πιάσει το σπαθί
να πάρει και το φτυάρι
σκατά να κουβαλεί»
Με το «ο βασιλιάς θε να ‘ρθει να πάρει το σπαθί», οι φιλοβασιλικοί θαμώνες κρυφογελούσαν με ικανοποίηση για να τους τα χαλάσει το grand finale μου.
Πολύ αργότερα τις Πρωτοχρονιές που δεχόμασταν για τη γιορτή του μπαμπά κάναμε πάλι φινάλε στη βραδιά με τον Νίκο τον Παγωνάρη όπου τραγουδούσαμε όλα τα αντάρτικα. Και βρόνταγε ο Όλυμπος και άστραφτε η Γκιώνα και συ λαέ βασανισμένε μη ξεχνάς τον Ορωπό, και πέσατε θύματα αδέλφια εσείς. Αυτά ήταν τα πρώτα μου ακούσματα. Βλέπετε ο παππούς είχε βγει από νωρίς στο βουνό.
Μια άλλη ιστορία που άκουγα πολύ συχνά ήθελε τους Γερμανούς να τον ψάχνουν στο σπίτι μας. Βέβαια όλοι ήταν συνενοημένοι να τους πουν ότι ο παππούς είχε πάει στον κάμπο. Μαζί και ο 4χρονος τότε μπαμπάς μου.
«Ο επικεφαλής τους ήταν τεράστιος, με κείνα τα μάτια τα γαλάζια τα γερμανικά» λέει ο πατέρας μου «και τις μαύρες γυαλιστερές μπότες του. Έτσι τεράστιος έσκυψε πάνω μου και μου έκρυψε τον ήλιο».
-   Πού είναι ο πατέρας σου αγοράκι
-   Στον κάμπο.
Έλεγε στον κάμπο αλλά το πρόβλημα ήταν πως έδειχνε το βουνό, αφού κατά κει τον είδε να πηγαίνει.
-   Πού
-   Στον κάμπο
Με την ίδια συνοδευτική κίνηση κατά το βουνό.
-   Τι λέει το παιδί κυρά μου. Πού είναι ο άντρας σου τέλος πάντων στο βουνό ή στον κάμπο
-   Στον κάμπο είναι. Πού να ξέρει μωρό παιδί κατά που να δείξει. Μπερδεύεται.
Το πίστεψε, δεν το πίστεψε δεν θα το μάθουμε ποτέ. Άκρη πάντως δεν έβγαλε.

Εκεί στην αυλή μας στην Πορταριά, με τις πολύχρωμες ντάλιες, με το άρωμα της γαρδένιας, χαϊδεμένη, πολυαγαπημένη εγγονή, ανηψιά και κόρη, πέρασα τα πιο όμορφα χρόνια που μπορεί να έχει ένα παιδί.
Ο παππούς ο Γιάννης, στα 80 του να κάθεται μακαρίως σε μια καρέκλα και η γιαγιά μου η Δήμητρα αεικίνητη να βρίσκει χρόνο για παραμύθια.
Ο παππούς να καταδικάζει στην εσχάτη των ποινών και να εκτελεί τον κόκορα γιατί τόλμησε να με τσιμπήσει και η γιαγιά να σκαρφαλώνει στην κρεβατιά για να μου φέρει τα πρώτα σταφύλια. Οι τρεις παραθερίστριες αδερφές - κάποιας ηλικίας τότε που τις θυμάμαι εγώ- στις οποίες νοικιάζαμε κάποια δωμάτια από το σπίτι μας να μου συνθέτουν τραγούδι και να μου το τραγουδούν και η Ρούλα να με τριγυρνά σ’ όλο το χωριό και να με καμαρώνει.
«Κι ο παππούς σου ο Γιαννάκης
που σε αγαπά πολύ
καμαρώνει όλη μέρα
τη μικρή του εγγονή….»
Πηγαίναμε στο κομμωτήριο της Ρούλας, αδερφής του πατέρα μου, όπου ανακάτευα τα μανό της –τάχα πως βοηθούσα- και όλες οι πελάτισσες (ξένες παραθερίστριες κυρίως) άφηναν πουρμπουάρ στο κομμωτριάκι.
Εκεί στην αυλή μας ράψαμε και την Πηλειορίτικη στολή μου, γαλάζια με κόκκινο κοντογούνι και αυτοσχέδιο φέσι με διπλή ασημένια φούντα. Μ’ αυτή τη στολή έγινα 5χρονο παρανυφάκι στον Πηλειορίτικο γάμο.
Τη γαλάζια μου στολή τη φορούσα κάθε χρονιά μέχρι που μου μίκρυνε και αντικαταστάθηκε με άλλες στολές, ώσπου πολλά χρόνια αργότερα φόρεσα και τη στολή της νύφης.
Η πομπή του γάμου ξεκινά ακόμη από την αυλή μας. Φορτώνουμε τις θηκιαστές με τα προικιά στα άλογα, κερνάμε μπακλαβά, γεμίζουμε τις φτσέλες με τσίπουρο, βοηθάμε τα μπρατίμια με τα λευκά τους μαντήλια. Με τις όμορφες ντάλιες μας στολίζουμε τα άλογα και το φλάμπρο. Το έμβλημα του γάμου. Δύο καλάμια ενώνονται σε σχήμα σταυρού, με ένα κατακκόκινο μήλο στη μέση και ένα μαντήλι με χρυσές άκρες να κυματίζει στο αεράκι.
Η πομπή ξεκινά με τα όργανα να παίζουν τις γαμήλιες πατινάδες κι εμείς ακολουθούμε χορεύοντας και τραγουδώντας.
Ακόμα και τώρα κάποιο μικρό παρανυφάκι χορεύει φορώντας τη γαλάζια μου στολή.
Τα καλοκαίρια της εφηβείας μου, στην Πορταριά έβγαλα και το πρώτο μου χατζηλίκι. Στις κατασκηνώσεις του Ερυθρού Σταυρού, εκεί που οι γυναίκες του Συνεταιρισμού έχουν το εργαστήριό τους και παρασκευάζουν τα υπέροχα παραδοσιακά γλυκά τους, έκανα την πρώτη μου δουλειά.
Ο τεράστιος πλάτανος στη μέση της κατασκήνωσης έχει ακούσει πολλά τραγούδια, έχει δει πολλές βραδιές ψυχαγωγίας, έχει μάθει πολλά μυστικά γύρω από τη φωτιά. Αυτή η κατασκήνωση έχει μεγαλώσει παιδιά απ’ όλη την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό αφού φιλοξενούσε τα μέλη των αποστολών των Φεστιβάλ χορού, που γίνονται κάθε καλοκαίρι στο χωριό.
Τα καλοκαίρια όμως έφευγαν γρήγορα. Οι σκηνές μαζεύονταν. Το χώμα άρχιζε να μυρίζει βροχή, ξύλο, κάστανο, τζάκι. Οι ντάλιες μας μαραίνονταν. Εμείς φεύγαμε για να ξεχειμωνιάσουμε στο Βόλο, για να επιστρέψουμε τα Χριστούγεννα. Το σπίτι μας να μυρίζει μήλο και η γιαγιά που από χρόνια έχει «φύγει» να νομίζω πως θα καθίσει πάλι στο «καμαράκι» της για να πιάσει από κει που αφήσαμε το παραμύθι μας.
-Όχι γιαγιά δεν το λες καλά.
-Μπρε γιέ μ’ αφού το ξερεις καλύτερα
-Γιαγιά, κορίτσι είμαι.
Συνηθισμένος αυτός ο μεταξύ μας διάλογος. «Γιαγιά πες μου πάλι για τα καλλικαντζαράκια» της έλεγα και μου έλεγε την ιστορία της φίλης της που την πέτυχαν «εδώ πιο κάτω στο καλντρίμ» και της έδωσαν έναν ασημένιο δίσκο να κερνάει. Κέρναγε εκείνη, χόρευαν αυτοί, ώσπου στο τέλος ξημέρωσε, έγιναν αυτοί καπνός, της έμεινε της κυράς ο δίσκος, ο ασημένιος. «Αν τους συναντήσεις δεν πρέπει να τους μιλήσεις. Θα σου πάρουν τη λαλιά»… κι αδύνατον να κοιμηθώ εγώ μη τυχόν και κατέβει κανείς άσχημος μαλλιαρός καλλικάντζαρος από το τζάκι.
Κούρνιαζα λοιπόν στην κόκκινη φλοκάτη της, χάϊδευα και την πάντα της με την παράσταση των γυναικών στη βρύση του χωριού και αποκοιμιώμουν. Εκείνη τη φλοκάτη είχε πάρει στα χέρια της κι έτρεχε στο βουνό σ’ έναν από τους βομβαρδισμούς το ’40. Την κρατούσε σφιχτά όσο κι αν της φώναζαν να την πετάξει αφού κατακκόκινη όπως ήταν έδινε στόχο στα εχθρικά αεροπλάνα. Πώς όμως θα ζέσταινε το παιδί χειμώνα καιρό…
Τις φλοκάτες μας τις μαζεύαμε την άνοιξη και τα πρώτα λουλούδια της αυλής μας προορίζονται για τον Επιτάφιο.
Μεγάλη Πέμπτη με μυρωδάτα κεριά, μιγκέδες και πανσέδες για το στεφάνι της Παναγιάς, οι μωβ κορδέλες να μου πλακώνουν την ψυχή και η προσμονή της Ανάστασης να μας ελαφραίνει την καρδιά. Οι γυναίκες να στολίζουν τον Επιτάφιο, ξυλόγλυπτο, βαρύ, εκατόχρονο με τις ντάλιες μας στην κορυφή. Την επομένη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή στην περιφορά του Επιταφίου κεράκια – πυγολαμπίδες να γυρνούν σ’ όλο το χωριό. Εμείς με τις σχολικες ποδιές ή με τις στολές μας να περιμένουμε το «έραναν τον Τάφο» για να ράνουμε με πέταλα ανοιξιάτικα τον Επιτάφιο και όλοι μαζί να υποφέρουμε με το Θείο Δράμα.
Στην Ανάσταση με τα καλά μας να περιμένουμε το πρώτο φως και να προσπαθούμε πεισματικά κόντρα στον άνεμο να το φέρουμε στο σπίτι με τη λαμπάδα της νονάς. Με το πρώτο απ’ τα αυγά που βάφαμε τη Μεγάλη Πέμπτη η γιαγιά με «σταύρωνε» και με λαδάκι τα γυαλίζαμε. ΄Ετσι έκανε και φέτος μια άλλη γιαγιά –η μάνα μου- με τη δική της εγγονή.
Την Κυριακή του Πάσχα όλο το χωριό περνάει ακόμη και τώρα από το σπίτι μας.
Άλλωστε στα χωριά η ιστορία γράφεται στις αυλές….
Για μένα η Πορταριά είναι οι ρίζες μου.
Στον Αη Νικόλα, εκεί που έπαιζα με τα παιδιά του χωριού, εκεί που ξενυχτούσα τη Μ. Πέμπτη, προσευχήθηκα ένα Πάσχα για τη ζωή του πατέρα μου. Κι ο Αη Νικόλας με άκουσε.
Στον Αη Νικόλα παντρεύτηκα ένα υπέροχο καλοκαιρινό απόγευμα, στην ίδια εκκλησία που παντρεύτηκαν οι γονείς μου. Εκεί βάφτισα και το παιδάκι μου, την 3χρονη τώρα πια Εύα μου που αγαπάει την Πορταριά όσο εγώ.
Κρατάω το απαλό χεράκι της στα δικά μου και της δείχνω τα λουλούδια μας. Στην αυλή μας τρέχει και γελάει, ακόμα ένα παιδί στα τόσα που μεγάλωσαν εκεί. Όταν μεγαλώσει λίγο ακόμη θα της μιλήσω για τους ανθρώπους που αγάπησα. Θα της δείξω που ήταν το καφενείο του παππου-Γιάννη, θα της πω και μερικές από τις ιστορίες της γιαγιάς-Δήμητρας.
Στα ματάκια της μετά από λίγα χρόνια θα περιμένω να δω τη χαρά που θα φοράει μια παρόμοια στολή με της μάνας της για να κρατήσει το μπαρμπερομάντηλο και να χορεύει με τα άλλα μπρατιμάκια στον Πηλειορίτικο γάμο. Τώρα βλέπω σε κείνη τον εαυτό μου. Πολυαγαπημένη εγγονή, κόρη και ανηψιά που μεγαλώνει στην αυλή με τις ντάλιες.
Αυτή είναι η δική μας Πορταριά.
Αυτή ελπίζω να είναι και η δική σας. Γεμάτη χρώματα, αρώματα, ήχους από γάργαρα νερά, καμπάνες Ανάστασης, πατινάδες γάμου, δροσερά καλοκαίρια.
Γεμάτη φωνές, ζωές ανθρώπων που αγαπούν και απολαμβάνουν τη ζωή σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο.

Ιούνιος 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου