Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΘΑ 'ΜΟΥΝ ΕΞΗΝΤΑΤΡΙΩ ΧΡΟΝΩ
Γιατί ενυπνιάζομαι  πάντα την άμπωτη;
Ψες,
με τη βαρκούλα που είχαμε σκαλίσει σε κορμό
φοινικιάς,
κόλλησα πάλι στο βούρκο του Παλαιού
Λιμεναρχείου,ιταλικά καβούρια με τριγύριζαν
κι έβλεπα, στη ροτόντα του Φωταερίου που δε λειτουργούσε
εδώ και χρόνια,την Άννα την Κατσικού,αυτή
που φωνάζαμε,τα παιδιά, μάγισσα, ήθελα καθαρό νερό
να κολυμπήσω, ούτε λακουβίτσα δεν υπήρχε,
άμμος και πέτρες και βούρκος,μαμουνατζήδες
έσκυβαν τραγουδώντας βαριά λαϊκά,σα να φύτευαν
κόρες από κεραμίδι,μακριά φαίνονταν ένα
ατλαζένιο πανί,αλλά όσο, πλησίαζα, απομακρύνονταν
κι ύστερα,
το 'ξερα και στον ύπνο μου,
μόλις χτυπούσε το ξυπνητήρι,θα χάνονταν τα πάντα,
κι εγώ θα'μουν
εξηντατριώ χρονώ.




ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Τώρα κατορθώσαμε να ερμηνεύσουμε τις φρυκτωρίες,
δεν μιλούσαν για τα αρχαία βουνά, ούτε
το τρενάκι του τουβλάδικου
που ανέβαζε το πρωί πηλό στον ουρανό και κατέβαζε παιδιά
και τραγούδια,
οι φωτιές στις κορφές είναι μια εποποιϊα του χρόνου
και χρόνος είναι μια απουσία,
μια τρυφερή αδειοσύνη,
πολλοί
ακούν αποσπάσματα απ'τις συμφωνίες 3 και 5 του Μάλερ,
η Βενετία που χάνεται.
Οι φρυκτωρίες, μιλούν για τον προσωπικό χρόνο που λιγοστεύει,
επιλέγουν το καλύτερο ανάμεσα στο "επιτέλους",
και το"δόξα σοι τω δείξαντι το φως",
επειδή, κατάνυξη δεν είναι ο ζόφος,
είναι
ένα σπουργίτι που τσιμπάει τα υπολείμματα των ποιημάτων,
δεν είναι
ο "δράκων ούτος όν έπλασας εμπαίζειν αυτή",
στα χείλη ακουμπάει μια μαβιά ηλιαχτίδα.




Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

ΑΟΡΑΤΟΙ
Καταντήσαμε το φεγγάρι, μπαλάκι του πινγκ-πονγκ-
κι όμως,
κυκλοφορούν, στον ουρανό, άπειροι ποδηλάτες,

τόσοι λαχειοπώλες,
κραυγάζουνε "κληρώνει",

αόρατοι,
ανάμεσα
στ'αστέρια.


Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

ΦΑΝΤΑΖΕΣΘΕ;
Μικρασιατών με Κουντουριώτου,πλάι στο χαλβατζίδικο,
υπάρχει ακόμη το σπίτι με το πλαίσιο μιας παλιάς ταμπέλας,
σας μιλάω για οίκημα μετασεισμικό-σχέδιο Παρασκευόπουλου,
"Αιχμαλωτίδης, ράπτης",έγραφε,κάποτε,καλλιγραφικά
κι εγώ σταματούσα,
δεν ξέρω τί με τραβούσε στα παλιά ραφεία,
ίσως το μαύρο σίδερο με τα καρβουνάκια,στην άκρη
του πεζοδρομίου ή η οσμή του μάλλινου,
ενδεχομένως και η πιθανότητα,
να γλιστρήσω σε μια δίπλα από ύφασμα
και να κοιμηθώ χίλια χρόνια,
φαντάζεσθε πόσα όνειρα θα είχα να  διηγηθώ στους επιγόνους;

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΛΑΙΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ
Θα'θελα να μουν ένα ταπεινό "μη με λησμόνει"
ανάμεσα στα γυμνά δάχτυλα αγαπημένης,
ένας λαϊκός χορός του Μπραμς,
που κυματίζει σε κρύα ευδία,
θα'θελα
ν'ασχοληθώ με την αρχιτεκτονική του ουράνιου τόξου,
ιδιαίτατα,
να σβήνω με μια πελώρια γομολάστιχα, ό,τι πληγώνει
τα μάτια μου και βέβαια ν'αποκτήσω την ικανότητα να
διατάσσω τα πετροχελίδονα "φέρτε μου πίσω τα σπίτια
με τις ρετσινολαδιές και τους νεκρούς σκύλους που
δε σταμάτησαν,εντούτοις, να γαβγίζουν,
φέρτε μου την οσμή
του κυριακάτικου στιφάδου,όταν βλέπαμε τον πατέρα να
δένει την πετσέτα κι ακούγαμε τα νέα ταλέντα του Οικονομίδη".

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

ΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
Το βράδυ μας φέρνει τ'αστέρια και τις νυχτοπεταλούδες
καθώς και τα ενύπνια που διασχίζουν οι πεθαμένοι μας,
μας επισκέπτονται και τους κερνούμε καρυδάκι γλυκό,
θυμόμαστε τα παλιά(εκείνοι κοιτάζουν ανυπόμονοι τα ρολόγια)
στα μαλλιά τους κρέμονται χαλκοπράσινα
σκουλαρίκια,κάνουν παράξενες ερωτήσεις,"πού ισορροπεί ο χρόνος;",
καλό είναι να μην τους απαντήσεις γιατί οι ερωτήσεις γίνονται
δυσκολότερες, "ποια είναι η σχέση του καιρού με την αιωνιότητα;",
αν σωπάσεις χάνονται σιγά-σιγά,ορισμένοι ξεχνούν τα φτερά τους
στον καναπέ,τα προβάρεις σαν ένα ζευγάρι παντούφλες και,ξαφνικά,
καταλαβαίνεις πως σύντομα θα'σαι κι εσύ στη θέση τους,θα περάσεις
στην άλλη πλευρά του καθρέφτη,θα μπεις στο όνειρο του συντρόφου σου.







Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΣΚΑΜΝΑΚΙ
Πριν κοιμηθούν τα εγγόνια, άναβε το καντήλι,
έκανε τις πενήντα στρωτές της μετάνοιες,και
τραβούσε,πλάι στο κρεββάτι,ένα κοντό σκαμνί,
να μη κουράζεται ο φύλακας άγγελος
που τα παράστεκε-
κάπου την έχω δει αυτή τη φωτογραφία,κάπου
τα'χω ακούσει αυτά,μα δε θυμάμαι,
δεν ήταν,πάντως, η δική μου γιαγιά-
αυτή, στην Κατοχή,
έπαιρνε, τη ανοχή της νύφης της, νύχτα,κρυφά,
ένα μπουκάλι λάδι,
απ'τη γαλιάγρια του σπαγγοραμένου αδελφού
και παρακάλαγε την Αγιαναργύτσα, καθώς
κατέβαινε το καλντερίμι
"για τα παιδάκια μου το κάνω",
κι η εξωτερική εικόνα συγκατένευε,
κουνώντας το κεφάλι.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

ΕΝ ΤΗ ΚΑΡΔΙΑ
Αγαπώ τα ποιήματα  που μιλούν για τρένα,
εκείνα που αγνοούν σταθμούς, βαμμένους
με το κιτρινόμαυρο χρώμα του καιρού,
τα ευπλόκαμα γυαλιστερά δέντρα του χειμώνα,
μια θάλασσα ολόγυμνη και τα κυκλάμινα των βράχων,
αγαπώ τα δακρυσμένα μάτια των αλόγων,
κι ένα μικρό
λυπημένο Χριστό,
καθώς περιμένει τη Μητέρα του
κάτω από μια χουρμαδιά,
να της μιλήσει-
εκείνη
"διετήρει πάντα τα ρήματα αυτού, εν τη καρδία αυτής".


Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

ΤΙ ΚΑΛΑ ΗΤΑΝ;
Η μοναξιά μου ανθίζει όπως ένα libertango,
νυχτερινόν και μπλε,
ασθμαίνον κι αφόρητα ρυθμικό,σαν το πέρυσι
που θυμήθηκες, "τί καλά που ήταν..." είχες πει.


ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΠΝΙΖΩ ΟΥΡΑΝΟ
Για όλα τα πράγματα υπάρχει ένα τέλος,
θα σταματήσω κάποτε να γράφω,όπως σταματούμε
να παίζουμε ρώσικη ρουλέτα,
το τελευταίο ποίημα θα μείνει ημιτελές,
ως ακατόρθωτο,
θ'αφήσω το μολύβι-
απ'τα δάχτυλά μου θ'ανεβαίνει
ένα παγωμένο γαλάζιο
σαν να καπνίζω ουρανό,
παρέα με όσους μπορούν,ακόμη,να κλαίνε.






Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΤΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΚΑΝΕ;
Τις βραδιές που ο Θωμάς ο Πολύχρονος,ο Μπαζιάνας
και οι άλλοι κανταδόροι,
στόλιζαν τις κιθάρες τους, πολύχρωμες κορδέλες,
εκείνος
τραγουδούσε,κατεβαίνοντας με τις αρβύλες τα καλντερίμια,
σαν νά ' τανε μουλάρι,τράκα-τρουκ, "αρχιφασίστεεες",
το φεγγάρι
φτερνίζονταν άηχα,"και κεφαλαιοκρατία",
αυτό το τελευταίο
το πρόφερε "κεφαλιοκρατιάαα",
ύστερα πήγαινε στο χειμωνιάτικο,με τη γάτα,
τον Πόπο,
μετρούσαν τις λίρες που είχαν στο εικόνισμα,
η μάνα μου,στον εμφύλιο, τους παρακολουθούσε,
απ'την κλειδαρότρυπα,
εγώ τον γνώρισα πολύ αργότερα.
να γυρίζει στα δάχτυλα
χαρτονομίσματα,μικροπωλητής σάπιων φιρικιών
στις λαϊκές,Κόρο τον φώναζαν,από εκείνο το
μακρόσυρτο "κεφαλαιοκρατίααα"του εμφυλίου,
αρβύλες καστανιέτες
και κορόνες,
κι έπειτα,ξαφνικά, έσβησε πάνω στον πάγκο,
"γιατί
δεν τον άφηνε ο Θεούλης",μου έλεγε  τον καημό του
ο Νίκος
ο γιος του,ογδόντα χρόνων έφυγε ο Κόρος,"ας τον άφηνε
να μετράει και να τραγουδάει,τί το κακό έκανε;".






Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

ΜΕ ΤΑ ΣΤΡΩΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ
Τα πουλιά,ως γνωστόν,ξεδιψούν με ουρανό,
κι αφήνουν, σε μας, το αίμα και τη μνήμη
που στάζουν,κυρίως, τα παλαιά σπίτια.
Ενίοτε,μας αφήνουν και τα ίδια τα σπίτια,
έρχονται οι κινηματογραφιστές τότε,
όσοι τυραννιούνται απ'την Ιστορία,
πιάνουν τους σβόλους του χρόνου και τους
τυλίγουν με σελιλόιντ,λένε "αυτό"-
μετά τη σεκάνς,
κοιτούν το ερείπιο και προσπαθούν ν' ανασυνθέσουν γραφίτες,
"ζήτω η ελευθ", τί να συνέβη στη συνέχεια;
Στο μεταξύ νυχτώνει,
ανάβουν οι πινακίδες των φροντιστηρίων,
μυρίζουν
οι χειμωνανθοί,
ένα ζευγάρι περπατάει κρατημένο απ'το χέρι,
με τα ταγάρια του και τα στρωτά παπούτσια.





Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕ
Τα όνειρα εκείνης της εποχής ήσαν ασπρόμαυρα,
οι σιωπές και τα διαλείμματα το ίδιο,οι φυστικοστραγαλάδες
και ο ταξιθέτης,η μάνα κι ο πατέρας ασπρόμαυροι, το αγιόκλημα
κι ο μηχανικός στην καμπίνα του,το φεγγάρι λευκό
και ο ουρανός πάντα μαύρος,
μόνον η μουσική είχε χρώμα,
ένα
μπλε που ιρίδιζε πότε-πότε, και βρίσκαμε σ' εκείνο το κενό,
"η συνέχεια επί της οθόνης",όλο το κόκκινο
της ζωής που μας περίμενε.

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

ΚΑΙ ΡΑΓΙΣΜΕΝΕΣ
Κι αν σας μιλώ για τα όνειρά μου
μ'ένα κλαδάκι ανθισμένης μυγδαλιάς,
είναι γιατί
οι λέξεις,
εύθρυπτες μου προσφέρθηκαν και ραγισμένες.

ΣΑ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΠΙΔΑ
Κι έτσι,τα βράδια, περπατώ στους βρεγμένους δρόμους
μ'ένα ποίημα να κουδουνίζει στην τσέπη,
σαν νικέλινο άστρο,
να γυαλίζουν οι γυμνοί βραχίονες των δέντρων,
βράδια  του γυρισμού
στην υγρή πατρίδα των ενυπνίων-
απόψε δε θα γράψω,
θα ταξιδέψω μόνο,προσέχοντας μη ξυπνήσω τον Ενδυμίωνα,
(μια χαρακιά
στη σελήνη).
Θα σηκωθεί ένας βιαστικός άνεμος και θα μου φέρει
τη μοναξιά
σαν μια μεγάλη,τελευταία ελπίδα.






Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
Δεν είμαι ο μόνος λυπημένος εδώ,
στο σκοτάδι
δεν ξεχωρίζω ποιος κλαίει πλάι μου,
ίσως
να μην το μάθω ποτέ,
υπάρχουν τόσοι που σκέπασαν οι λάκκοι
της νύχτας,
στα ανοιχτά τους μάτια μετρούσα τα
σκουριασμένα αστέρια,κάπου εδώ γύρω
βρίσκονται,
δεν είμαι ο μόνος λυπημένος.





Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

ΟΔΟΣ ΛΑΠΙΘΩΝ
Ο θάνατος είναι ένας καλοκαιριάτικος αέρας
στην οδό Λαπιθών,
πλάι στα στεγνά συντριβάνια, με τους αθιγγανόπαιδες
και τις ανθισμένες τιλιές.
Είμαι κι εγώ εκεί,
ψάχνω ανάμεσα στις πλάκες και τις φωνές των κερδοσκόπων,
για τα αρχαία σου,
υγρά μαργαριτάρια.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΟ
Kι ύστερα χάθηκε η αυλή των Ψυγείων "Μουστακαλή",
τα φορτηγά με τις μανούβρες τους,οι εργάτες που φώναζαν
"έλα" και "πίσω" και "σιγά-σιγά",

εξαϋλώθηκαν,

το οικόπεδο
έγινε πολυκατάστημα,
με σιωπηλές εργάτριες και ταμίες,

κι έμεινα μόνος, στο κομμάτι του μαντρότοιχου
που δεν
γκρεμίστηκε,
έμεινα να πατώ στο σίδερο για να φτάνω
και ν' ακουμπώ στο μάγουλο την παλάμη,
για να σας διηγούμαι
τις ιστορίες ενός κόσμου που περνάει από μπροστά μου

(κάθε άνθρωπος ξετυλίγει μια γάζα,σα μπαλάντα,πίσω του,
όπου χωρούν τα παρελθόντα και τα μέλλοντα)

και να σας
τα αφηγούμαι,όπως οι γιαγιάδες πλέκοντας κοπανέλι,
μας έφεγγαν το δάσος με τα παραμύθια τους.


Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015


Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ
Ενίοτε, κάποια λέξη κινείται διαρκώς,
σαν τη σεισοπυγίδα του χιονιά, ή στέκει
στο ένα πόδι επί ώρες,
όπως ο πελαργός και το ορθογραφικό λάθος,
-punctum, κατά τον Ρολλάν Μπαρτ-
καταστρέφοντας τη σύνολη,
γαλήνια επιφάνεια
του κειμένου.


Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

ΟΥΤΕ ΚΟΡΝΙΖΑ
Κάποτε, τα πρόσωπα  μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας,
θ'αρχίζουν να κραυγάζουν,γιατί μας ξέχασε
ο χρόνος,
στηθήκαμε εδώ, σκούροι κάτω απ'το διαυγές φως,
επειδή μας υποσχέθηκαν αιωνιότητα, στηθήκαμε
όπως οι πελαργοί,
περιμένοντας ένα τοίχο,μια διήγηση προπάτορα,
"αυτός έφυγε από κακουχίες το 1897" ή κάτι παρόμοιο
μείναμε,δεκαετίες,διψασμένοι, νηστικοί,
ένα τοίχο ζητούσαμε και
τον επισκέπτη,
"καρυδάκι,ευχαριστώ δεν είμαι φίλος,ποιος
κρέμεται απέναντι,εκεί,πάνω απ'το παράθυρο;",
δεν αποκτήσαμε
παρά αυτό το μυγοδιάστικτο πλαίσιο κι ένα σκοτεινό κουτί,
από σοκολατάκια του '36,ούτε καν κορνίζα και μεγέθυνση.






ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΚΑΡΔΙΕΣ
Τρέφαμε τις φωτιές των ανοιξιάτικων αεροστάτων,
με πριονίδι από ποιήματα,στίχους ημιτελείς
πούπουλα λευκών περιστεριών,σπίθες από αστερισμούς,

και,
για
στουπί,
κρεμούσαμε

την παιδική μας καρδιά.



Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

ΑΚΙΝΗΤΙΝΔΑ
Κάποτε ψάχναμε,στη γραφή, λόγους αντισυμβατικούς,
ξέρετε
ανάποδα περισπώμενες,η Βασίλισσα του Νότου εγερθήσεται,
κι ύστερα ήλθαν τα μπλε φεγγάρια
και οι νύχτες των παιδικών μνημών,τα παιγνίδια που γέρασαν
με παράδοξα ονόματα: χαλκή μυία,ακινητίνδα,αποδιδρασκίνδα
πεντέλιθα,γεμίζαμε τετράδια με τα ονόματά τους,κι ύστερα
μια φίλη μου είπε-είναι ποίημα,μ'έκανε να κλάψω.
Τη θυμήθηκα, όταν άκουσα στο κιόσκι,απέναντι,την πανσπερμία
να καταθέτει τη γλώσσα που κουβάλησε σαν πατρίδα, κι αν
αποδιδρασκίνδα είναι το κυνηγητό και χαλκή μυία η τυφλόμυγα,
τότε
η ποίηση οφείλει να ταξιδεύει στη λέξη κι η τελευταία στο χωροχρόνο
σαν πατρίδα τρυφερή,σε "κάνει να κλαις",το αποκούμπι σου.








Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015


ΚΑΙ ΠΑΛΙ Η ΜΑΝΙΑ ΤΩΝ 105
Nα σκάψω με τα νύχια,ψάχνοντας την προσωπική μου μυθολογία,
ψάχνοντας το παλιό γήπεδο,η μανιά πρωτοστατούσε στη
δίβαθμη κερκίδα,"α,ρε ψαρόμυαλ',"φώναζε τους αγχιαλίτες,
η μανιά του πατέρα,105,κοντά στο σημαιάκι του κόρνερ,
μωρέ
σας τα χω πει,
πώς ο γαμπρός της ο Πρίντζος,έκοβε φέτες
πάχους χιλιοστού,
"σκορδάδες" ήσαν οι ριζομυλιώτες-ανοίγει η πόρτα,
ο αέρας, δεν έρχεσαι πάλι-ένα βράδυ είχα ένα τηλεφώνημα,
κάποιος
έψαχνε να με βρει, το'χα κάνει διήγημα
"αυτή είναι ζωντανός άνθρωπος,όχι σαλατοπερσόνα
της Σ.Τ.,δεν  γράφω ολόκληρο τ'όνομα,0-0 το σκορ,
ο Γιαλατζής ήταν τότε φαντάρος,
ντρίμπλαρε και το βουνό που λένε,αυτός και,σ'άλλον αγώνα,
ο Μποτίνος,σας μιλώ για το παλιό γήπεδο του Ολυμπιακού,
τώρα
οικόπεδο με πολυκατοικία και βρωμόδεντρα,δίπλα το ποτάμι,
εφτά τσιγγάνοι εξωφυλαρούχοι ανέβαζαν την μπάλα,
εκεί, παλιότερα
η πλημμύρα έπνιξε κόσμο,0-0 και η μανιά με μια μαγκούρα έμβλημα
-πέθανε εκείνο το βράδυ.











ΤΑ ΜΟΝΟΠΕΤΡΑ ΤΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
Υπάρχει κι ένας αέρας απαιτητικός,μαζεύει,από τα δάχτυλα,
τα μονόπετρα
των ακριβών μας τραγουδιών,μαζεύει τα άστρα
όσων απομακρύνονται, σκορπίζει τις παραμυθίες

"πρόκειται για κομήτες
θα τους βλέπετε συχνά",

γι αυτό ρέουν, εντός μας, με θαλάσσιους ρυθμούς τα όνειρα,
κι ό.τι μένει γυμνό,όπως
η μουσική άπνοια των τροπικών,
ό,τι χαράζει, στο στερέωμα, μια αρμόνικα,
οφείλουμε να το νιώσουμε
ως ουσία
του απερίγραπτου πόνου.










Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

ΒΙΟΛΕΤΕΡΑ
Κι αν καταλήξαμε στο συμπέρασμα
πως
επανάληψη δεν υφίσταται,εμείς θα προσπαθούμε,
θα βάζουμε ένα δίσκο παλιό στο γραμμόφωνο,
θα χορεύουμε, αγκαλιά μ'ένα σκουπόξυλο, τη Βιολετέρα,
είναι εύκολο,από κει και πέρα,να καλημερίσουμε
το σακάκι μας,
να χειροκροτήσουμε τα τριζάτα παπούτσια μας,
σαν σημαία μεσίστια να κρατήσουμε
ένα φύλλο εφημερίδας του '75,και τα δάκρυα για ποιον;
Είμαστε η Μπλανς Ντυμπουά και δωρίζουμε ένα φεγγάρι
από χαρτί,χωρίς πόθο αληθοφάνειας,
"το ψεύτικο σας προτείνω,το αληθινό πώς να το δεχτείτε;"
ή ο Σουήνη που πλένει τα πόδια του με σαμπάνια,
ο Φληβάς,σε καιρούς στέγνιας,αφού χόρτασε από θάλασσα,
δίψασε για ουρανό-όλοι διψούμε για ουρανό,όχι μόνον
οι πνιγμένοι-
έτσι μπορούμε να ξαναζήσουμε,
κατά κάποιο τρόπο.





ΛΟΓΟΥΣ ΩΔΩΝ
Τα δέντρα υποκλίνονται στο χρόνο που περνάει
μαζί μας,κι εσύ μου ζητούσες "λόγους ωδών",δεν είναι
ο έρωτας,είναι ο πόνος,κολληθείη η γλώσσα μου
τω λάρυγγί μου,εάν μη σου μνησθώ,κι οι ιτιές
με τους κρεμασμένους αυλούς και τις κιθάρες,

το ξέρω, σου'χα τάξει μια εκδρομή,
ανάμεσα στους αστερισμούς, το ταξίδι δεν έγινε,
κράτησα μόνο δυο κρίνα,τ'ανθισμένα σου μάτια.




Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

ΚΙ Ο,ΤΙ ΚΥΟΦΟΡΕΙ ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ
Παραδόξως, εργαστήκαμε σκληρά
να αποποιηθούμε την ποίηση,
ως δώρο του αγγέλου μας,
γέμισε η ψυχή
σπασμένα νυχτερινά ομοιότυπα,καθρεφτάκια,
κόμπους ηλέκτρου,
άδεια πηγάδια,


η ποίηση είναι το απλό κι ανεπίστρεπτα φευγαλέο,
απερίγραπτο και υπερούσιο,άναρχο κι ατέρμον,
η σιωπή κι ό,τι κυοφορεί μυστικά αυτή η σιωπή


και δακρύζουμε με κάθε "ωσάν", τίποτε
δεν είναι το ίδιο με κάτι άλλο,
οι μυστικοί πατέρες θα μπορούσαν
να ερμηνεύσουν το τί,το γιατί και το πώς,

όμως εμείς κρατιόμαστε από ανθρωπομορφισμούς,
περιμένουμε να συνεχίσει ο Ιβάν Καραμάζωφ την ερμηνεία
του ποιήματός του,μ'όποια παραδοξολογία,αντί να ζήσουμε
το φιλί του Ιησού,ως κρατουμένου,στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή

και την απομάκρυνσή του, μέσα στη νύχτα.


Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

 ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ
Η αλήθεια είναι πως οι ιδέες μας
έχουν στερέψει,σαν τα παλιά πηγάδια και τα τενάγη,
βούρλα φυτρώνουν αντί για νούφαρα,
όπως η ενύπνια θάλασσα
που όλο απομακρύνεται
και λες " μα εδώ κολυμπούσα παιδάκι,
τώρα ανέβηκε ο βυθός, μόνο πέτρες,φύκια και καβούρια",
έτσι,κι όταν στερεύουν οι ιδέες μας,πέφτει μια ομίχλη βαριά
μια σκοτεινιά,
οι ιδέες ήταν ένας κόκκινος βαθύς ήλιος
ήσαν οι ανοιξιάτικες ανεμώνες
που άναβαν ξαφνικά μπροστά σου σαν τα λαμπιόνια
στις παλιές αυλόθυρες,
ενώ τα πιτσιρίκια,μαζεμένα
κάτω από τοίχους γεμάτους ίσκιους,άκουγαν από 45αράκι,
τον "Μεγαλέξαντρο και το καταραμένο φίδι".

ΤΥΨΗ ΚΑΙ ΧΑΔΙ
Ο καθένας μας είναι ταυτόχρονα, στην καταγωγή, πηλός
και ουρανός, δυνάμει,
ο μεσονύχτιος ζόφος και το λαμπερό θερινό μεσημέρι,
ο χαμένος δεινόσαυρος και η τρυφεράδα των πουλιών,
τύψη και χάδι,
μια άσπρη πεταλούδα κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.
Είμαστε τόσα πράγματα μαζί,πόλοι μιας σφαίρας που γυρίζει,
χέρι του Κάιν που, σπάνια είναι η αλήθεια,
χαϊδεύει ένα μικρό,
ξυπόλυτο
Χριστό.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015


ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
Ψάξαμε για αρχαία  καλοκαίρια,
στην άλω των νυχτερινών μας τραγουδιών
και στων γυμνών δέντρων
τον ύπνο.
Ψάξαμε για μια ποίηση άφατη, όσον η θάλασσα
που φιλοξενεί τα διάχυτα φώτα μιας προκυμαίας.
Ψάξαμε μάταια-
οι παιδικές λέξεις έχουν σταματήσει από χρόνια
να μιλούν,
τη μέρα
πέφτουν αργά σαν πούπουλα,
το βράδυ σβήνουν,
οι στύλοι των φάρων δεν πετούν πλέον υγρές κολώνες,
μονάχα σκοτεινά σκυλιά ξεσχίζουνε τη νύχτα
κι ένα παμπάλαιο μπαλόνι φεγγαριού,
σημαίνει τη μιαιφονία.






ADANSONIA DIGITATA
Η καλοσύνη είναι ένα κίτρινo πουλί
που πίνει ουρανό απ'τις παλάμες των αγγέλων,
και τραγουδάει για ό,τι έφυγε ενώ να καθίσει περιμέναμε,
στα κλαδιά μιας Adansonia digitata,
ενός μπαομπάμπ,
στη ρίζα του έχουν θαφτεί εφτά χιλιάδες ποιητές,
κι είν' τα τραγούδια τους που υψώνουμε παντιέρες,
απ'τον καιρό της υποβρύχιας βανίλιας ώς τις άδειες
παραλίες,
τις διασχίζουν δυο γάντια παιδικά,ένα κασκέτο
και το τύμπανο,
τη θάλασσα ρυτιδώνει ο βοριάς και την τρυπούν
υπάκουοι ναυτίλοι.





Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
Κι όταν όλα συμπυκνωθούν σ'ένα ουράνιο
γαλάζιο,
τόσο όσο θα χωράει στων μανάδων μας
τις δαχτυλήθρες,τα ποιήματα μας
όταν θα μυρίσουν
πασχαλιά και αγιοκέρι,
τότε θα θυμηθώ πώς έσταξε
το τελευταίο σου δάκρυ-
βουβό σαν λυπημένη εκκλησιά,
πράο,όπως τα μάτια της Γλυκοφιλούσας,κι
ο χωρισμός θα μείνει,βέβαια,κοκάλινο τετελεσμένο
αλλά κάθε τραγούδι μας θ'ασπρίζει όσο τα νάματα
και θα φωτίζονται οι προθέσεις των παιδιών,
όταν τις νύχτες γίνονται άστρα.


ΓΛΥΚΥΤΑΤΕ ΜΟΥ,ΠΟΚΟΠΙΚΟ
Έχω ένα σημειωματάριο κάτω απ'το μαξιλάρι,
για κάποιες ιδέες που,τα βράδια, πετούν,σαν τα κουνούπια,
παρόλα αυτά, κάθε πρωί με βρίσκει,μ'ένα σφαγμένο
πετεινό στα χέρια,αναρωτιέμαι πού να πήγαν τα εξαίσια
όνειρά μου,πρέπει να τα τύλιξα σ'ένα μαντήλι καλαματιανό
ή να τα δώρισα στις επόμενες στιγμές, τώρα έχουμε βαρύνει,
πουθενά δεν ακούγονται τα νταούλια και οι πίπιζες των γύφτων
τέτοιες μέρες,άσε που τους ρομανάραμε, τότε μου'λεγαν "αυτοί
ίνι γκιφτ,ιμίς τσιγγάν'",μας έφαγε η πολιτική ορθότης, αδελφέ,
στο μνήμα του Ανεμοδουρά μια γλυπτή τηλεόραση,
δεν ανθίζει, πλέον,η λογοτεχνία πολτού,γλυκύτατέ μου Ποκοπίκο.







Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Η ΛΕΞΗ
Κι ενώ,κάποτε χάθηκα σε μίας λέξης
τους μαιάνδρους,
παρόλ' αυτά,
δεν πίστεψα ότι θα μου' λειπεν ο προσανατολισμός.
Γιατί
η λέξη ήταν ξέσκεπη
κι έβλεπα τον ουρανό της σταθερά γαλάζιο
- αυτόν θα κοίταζα,
στα επόμενα χίλια τριακόσια  χρόνια,
ώσπου να βρω την έξοδο.

Ίσως και να συνήθιζα,να μη,πλέον, μου χρειαζόταν
η διαφυγή.




Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Ή ΑΡΑΧΝΗΣ ΠΕΠΛΟ
Ο χρόνος υφίσταται και ως στικτό,με παπαρούνες, χιόνι,
είναι,επίσης, ένα άλογο που καλπάζει τα μεσάνυχτα,
δείτε τον και σα σφαίρα πύρινη.
Κι ο άγγελός σου διασχίζει κάθε του Στιγμή
κι αέναα επάνω σου απλώνει τις φτερούγες
όσο,τουλάχιστον, κοιτάς,
προς το στιλπνά εβένινο παράθυρο,
κάτι που μοιάζει με ρωγμή,
κάτι, σα νεύρο φύλλου


ή αράχνης πέπλο.






Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015


-ΠΡΟΣΕΧΕ
O Σταύρος Τορνές, αποκοιμήθηκε στην καρέκλα,
κάτω απ'τον πλάτανο,στο φερώνυμο καφενείο της οδού
Κροκίου,στα Παλαιά Μαγαζεία του Βόλου, κι ονειρεύτηκε
μια πορεία στο χώρο και το χρόνο,ν'αναζητάει ένα άλογο.
Προσωπικά,ώς το προβλέψιμο τέλος,θα τοποθετούσα μια
συνάντηση με τον "Πορτοφολά" του Μπρεσόν,καθώς και
με το σκοτεινόν Εφέσιο,είναι ένα τρίο αχτύπητο,ιδιαίτερα ο
Ηράκλειτος,με τα μουσικά σπαράγματά του, λείπει μια
ολιστική διάθεση κι απ' τους τρεις, κι απ' τους
κινηματογραφιστές κι απ' τον προσωκρατικό,
α, στο δρόμο, θα
μπορούσαν να σώσουν τον Ρολάν Μπαρτ,από ατύχημα,
φωνάζοντάς του εγκαίρως την ίδια λέξη-πρόσεχε.





Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΟ
Το Κατίγκω παρουσιάσθηκε στην άκρη του πρασόκηπου
μ'ένα πιάτο κατσαμάκι στα χέρια,αυτό μπορείτε να το
μετονομάσετε και διακειμενικότητα,γιατί και πού βρισκόμουν
όταν έψαυαν αρχαίες φλέβες,ο Έζρα Πάουντ,δημιουργούσε
εξαιρετικά ψηφιδωτά,πρέπει από κάτω να υπάρχει το μονόχρωμο
χέρι των κατοίκων της ΚΑΤΑΗ, πολλοί φοβήθηκαν το πλήθος τους,
στο"Χειμωνιάτικο φως",κάποιος αυτοκτονεί απ'αυτό το φόβο ή
είναι η έλλειψη πίστης, πίστη στην απιστία,εν πάση περιπτώσει
το Κατίγκω φωνάζει το Χρυσάνθ' και το Μαργιολί,να μοιραστούν
το καλαμποκάλευρο,τα χειμερινά τους πουλιά είναι τα στούκας,πόσο
χαμαιλεοντίζουμε για να σωθούμε,ακόμη και στη λογοτεχνία-εκεί για
να σώσουμε τη γραφή.

ΚΑΙ ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ
Πώς θα περπατήσω και πάλι-
μόνος αυτή τη φορά-
τους ίδιους βραδινούς δρόμους,
όταν όλα χάνονται
κι εσύ, εξακολουθείς να φοράς
το ραγισμένο ύφος μιας πωλήτριας κουμπιών,
να κοιτάζεις τα γυμνά δέντρα, στο σκοτάδι,
και να σωπαίνεις...