Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΕΛΑΦΡΕΣ ΣΑΝ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΧΙΟΝΙ

Παράξενο
Γέμισαν τα χέρια μου λέξεις
Ελαφρές σαν ανοιξιάτικο χιόνι
Σαν το άκρον άωτον
-Περίπου μουσικό-
Του διάφανου.
Λέξεις αυγά αλκυόνης.
Ταξιδεύουν μια θάλασσα στοχασμού
Όπως τα μεσαιωνικά ποντοπόρα.
Παράξενο
Στα βλέφαρά μου
Έμπλεξε μια κίτρινη ομίχλη:
Δεν βλέπω πια τον Κόσμο
Ή
Τον βλέπω μόνο
Ως
Γραφή.




 

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

ΑΛΛΑ ΜΟΣΧΟΜΥΡΙΖΟΥΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

ΝΑ ΠΕΣΕΙ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ
Ένα φιλί ξυπνάει το πρωί
Ξυρίζεται, ντύνεται,ανοίγει την πόρτα
Και ψάχνει τα χείλη
Των ανθρώπων.
Χείλη ροδοπέταλα
Κι άλλα ίσια -ράγες τρένου.
Αλλα μοσχομυρίζουν αναμονή
Κι άλλα χορταριάζουν από αχρησία
Σα παλαιές καπναποθήκες.
Χείλη που ανοίγουν για να τραγουδήσουν
Κι άλλα να κραυγάσουν
Από πόνο ή από χαρά.
Στέκεται σαστισμένο το φιλί
Όπως παιδί που του άφησαν
Για πρώτη φορά στις ενωμένες παλάμες
Να πέσει το δαχτυλίδι.
Κάποια του έχουν δώσει διεύθυνση
Μα του παράπεσε
Ή την πήρε το αεράκι
Που φύσαγε  απ' το παράθυρο.




Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ

ΚΟΠΑΔΙΑ ΜΑΥΡΩΝ ΨΑΡΙΩΝ
Οι παιδικοί φίλοι χάθηκαν
Όπως τα τραγούδια των οδοιπόρων.
Πέρασαν-
Κοπάδια΄μαύρων ψαριών
Που κινούνται
Κάτω απ' τις ρυτίδες της θάλασσας.
Έσβησαν όπως οι Παναγιές
Στα οράματα των Αγίων.
Τίναξαν τά φθαρμένα πέτα τους
Από τη σκόνη του γαλαξία,
Φορτώθηκαν ένα μποξά,
Γεμάτο με φράσεις μισές
Όπως "παίζουμε...
Είναι αργά... εμένα ο πατέρας μου".
Μας χαιρετούσαν έως τη στροφή

 

ΟΙ ΑΠΟΧΕΣ ΤΩΝ ΛΕΠΙΔΟΠΤΕΡΟΛΟΓΩΝ

ΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΣΤΙΧΟΣ
Tα ποιήματα είναι σαν τις μποτίλιες-
Μυρίζουν ακόμη φτηνό ρούμι
Και ταξιδεύουν σε θάλασσες αχαρτογράφητες
Μεταφέροντας μυνήματα στο πουθενά.
Τα ποιήματα είναι πολύχρωμα έντομα:
Διασχίζουν τον αιθέρα σε τεθλασμένες
Αποφεύγοντας τις απόχες των λεπιδοπτερολόγων.
Ποιους ενδιαφέρει η ποίηση
Όταν κοιμάται μέσα σ'άκοπες σελίδες,
Σαν κορίτσι πάνω στο μπράτσο του;
Τί ενυπνιάζεται ένας στίχος γλαυκός;
Η αγορά του τσακίζει το λαιμό
Όπως τα σκαλοπάτια το μεθυσμένο Ελπήνορα.
Τα κορίτσια,οι σκιώδεις στον Άδη,σύντροφοι
Χωρούν  σ'ένα ποίημα,ένα τραγούδι,ένα πουλί
Που πετάει προς τη ρόδινη δύση.







 

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑ ΤΟ ΓΟΛΙΑΘ ΔΕΝ ΕΙΧΑΜΕ ΕΥΛΟΓΙΑ

ΥΓΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΓΟΝΑΤΑ
Τα γόνατά μας έμοιαζαν ξεφλουδισμένα
Καινούργια,υγρά φεγγάρια
Που μύριζαν αλισφακιά κι ατέλειωτα ταξίδια.
Από τις τσέπες τιναζότανε η  φούρκα
Μ'αυτή,μία ζωή
Απειλούσαμε τις μικρές σεισοπυγίδες-
Για τον Γολιάθ δεν είχαμε ευλογία.
Άλλωστε, για βασίλειο είχαμε επιλέξει
Το δάσος
Των λευκορόδινων, κάθε άνοιξη, αλμυριθιών
Και τα σκληρά τα βούρλα
Με τα αυγά των γλάρων στις ρίζες.


ΓΕΛΙΟ ΠΟΥ ΜΥΡΙΖΕ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

ΣΑΣ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΑΣ ΔΙΛΟΥΒΙΟ
Τα κορίτσια τoυ προσωπικού μας
Πλειστοκαίνου
Εξέπεμπαν από τα ήμερα μάτια τους
Πυγολαμπίδες
Νυχτολούλουδα
Χαρταετούς
Και Κυριακές με βανιλένια "υποβρύχια"
Στην παραλία.
Τραγουδούσαν εκπνέοντας γαλαξίες.
Το γέλιο τους μύριζε πανσέληνο.
Μια μικρή μουσική
Έπαιζε με τα μαλλιά τους.
Τα κορίτσια του προσωπικού μας Διλουβίου
Γέμιζαν ένα πολύχρωμο ταγάρι
Με σφυρίγματα και ανυπόμονα μισόλογα
Φαύνων.
Στο τέλος έβγαζαν φτερά, 
Μεταμορφώνονταν
Σε γλάρους
Και χάνονταν στο πέλαγος.




ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Υπάρχει ένας τόπος καθαρός
Όσο ο βυθός των ματιών του Ιησού

Εκεί,
Σ΄ έναν ουρανό που χρωμάτισε ο Χέλντερλιν
Κι ατένισαν ο Υπερίων και η Διοτίμα

Ατμίζονται κυανοί οιωνοί

Αλλά δεν είναι δικά τους όσα
Χρυσά
-Μ΄ υπόκρουση ένα βαρύ χερουβικό-
Αργοπέφτουν
Πτίλα

Δρομαία άσπιλα νέφη
Μετασχηματίζονται
Σε τρυφερές, των εφηβικών μας ενυπνίων, κόρες

Τα πιο λευκά μας τυλίγουν γιασεμιά


Τα όρια
Των πραγμάτων
Κυνηγούν τα όρια τους -

Κι αυτό στο διηνεκές

Όπως, ακριβώς, συμβαίνει με τη μουσική

















Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ΙΩΔΟΥΣ
Είναι φορές που έρχονται
Εκεί που δεν τους περιμένεις
Και σου μιλούν- σα να μη μεσολάβησε
Ο Καιρός, με τις σπηλιές
Και τις απότομες στροφές του,
Ο Καιρός με το δρεπάνι και τα άνθη
Που'φερε αλλοιώσεις και μια θάλασσα
Στην οποία μπορείς να μελετήσεις
Την αρχιτεκτονική του ιώδους
Και των εκπλήξεων:
Ο Γιώργος ο Αράπης με το τάμπούρλο
Γεμάτο σημαιούλες και πικροδάφνες,
Ο Αλέκος με μια Σύνοψη και τα εγκώμια,
Να του μπουκώνουνε το λάρυγγα,
Ο ιεροσπουδαστής Θεόδωρος-τσέπες γεμάτες
Ερωτήσεις για τον Αμίλκα, τον Αννίβα
Και τους ελέφαντες στις Αλπεις.
Τα κορίτσια,ντροπαλά σα νυχτολούλουδα
Και τ'απαλά
Όπως τα παράξενα τραγούδια τους, δάχτυλα:
Το "ιερισώ" και το "απιτιρινούια"
Τα κορίτσια που βγάζουν 
Από τα μάτια τους γαλαξίες
Και κρύβουν στον κόρφο τους μικρά πουλιά.
Έρχονται κι οι περαμαχαλίτες
Με τσέρκια, σφεντόνες
Και αγκάθινα στεφάνια.
Είναι φορές που μπλέκουν
Στων ενυπνίων μας τις χαρακιές
Τραβούν με κιμωλία μια γραμμή
Κι
"Εδώ"
Ορίζουν
"Τελειώνουνε τα ποιήματά σας".



 

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014


ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΟΥ
Μέσα στις ιστορίες σου, γιαγιά
Μου είχαν προσφερθεί μύρια ενδεχόμενα:
Στα δάση κάθε ίσκιος ήταν ξωτικού.
Έλεγα ότι και η δική μου νεράιδα
Είχε σ’ ένα σεντούκι μαγικό ραβδί κρυμμένο.
Πριγκιποπούλες δεν περίμεναν ξύπνιους βοσκούς
Ηξερα εγώ καλύτερα τα αινίγματα να λύνω,
Χρυσά σε πόδια κοριτσιών γοβάκια να προβάρω.
Αητόπουλο – πώς να με φτάσουν
Των χαλασμάτων μάγισσες και δράκοι.
Μόνο
Με το «κι εμείς ζούμε καλύτερα» του τέλους
Θύμωνα, γιατί έβλεπα γιαγιά,
Την μύτη σου σαν του Πινόκιο να μεγαλώνει.
Αχ, πώς μπορούσα τότε να το νιώσω
Πως ήταν ψέμμα, ειπωμένο από συμπόνια
Για το παιδί που έμενε ανερμάτιστο
Χάνοντας του παραμυθιού τις διέξοδους.


ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΟΣ ΟΠΩΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ
Παράξενο που όλα τα "αντίο"
Ακούγονται κάτω απ'τ'αστέρια
Με το ισοκράτημα των γρύλων.
Πρέπει να γνώρισε
Πολλά απ'τ'ανθρώπινα
Τούτος ο εσμός
Όπως και οι διάττοντες ή οι κομήτες:
Πώς το "για πάντα"
Εκφέρεται ως "αύριο πάλι"
Τί σημαίνει ο μικρός στεναγμός
Ανεπαίσθητος και τεράστιος
Όπως ο Καιρός.

Η ΚΟΜΗ ΤΟΥ ΑΒΕΣΣΑΛΩΜ
Όχι,
Δεν κουραζόμαστε εμείς
Απ' τη στιχοποιία.
Το ποίημα είναι αυτό
Που πρέπει να διαμαρτυρηθεί.
Για την ενδεχομενικότητα
Τους λεξισμούς
Την εμμονή μας να συσκοτίσουμε
Κι εκείνη την άκρη
-Μαντήλι καλαματιανό-
Που αφήσαμε
Για φιόγκο και κορώνα
Και που του γίνεται
Κάτι σαν τη θανάσιμη κόμη
Του Αβεσσαλώμ.

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

ΣΠΟΔΟ ΚΑΙ ΡΟΔΟΠΕΤΑΛΑ
Προσφέρω ό,τι αποκόμισα
Σε μια ζωή εξήντα χρόνων:
Σποδό και ροδοπέταλα
Κυρίως.
Όσοι πιστοί, προσέλθετε
Δίχως να το ξεχνάτε-
Η Ποίηση την ομορφιά
Προτείνει του διάφανου,
Του πικραμύγδαλου τη γεύση.

ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΒΙΟΛΕΤΑ

Στη λεύκα ακούμπησε απαλά εν’ αστέρι.
Η δεσποινίς Βιολέτα δεν μνησικακεί-
(Της είχε στα δεκάξη υποσχεθεί
Το ίδιο, ναι, πως το νυμφίο θα της φέρει).
Έξω η βραδυά ανθίζει λυπημένη,
Θρηνολογούν αναίτια τα τριζόνια
(Είναι δικά της τα φευγάτα χρόνια
Καιροί που γεννηθήκαν πεθαμένοι).
Δεν τα θυμάμαι. Αγαπάει τον Βιγιόν
Παράφορα. Και τους καταραμένους ποιητές.
Πλαγιάζει με εξαίσιους ιππότες – εραστές.
Έφτασε τα πενήντα. Και λοιπόν;
…………………………………..
Το αστέρι κάποιο βράδυ θα κυλήσει.
Το πού μονάχα την ενδιαφέρει.
Στα μάτια του Ωραίου που θα φέρει
Ή στα δικά της μάτια πριν τα κλείσει.

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

TI NA΄ΓINE
 Τι να΄γινε των παιδικών σου χρόνων η χωμάτινη αυλή
με τα  υγρά χαρτόκουτα, μ΄ένα γεράνι πλάι στη σκουριασμένη σόμπα,
το σπίνο να κελαηδάει στο κλουβί , με την πολύχρωμη στο μανταλάκι ρόμπα,
πάνω από την υπνώττουσα  της ψάθινης καρέκλας - Στέλλα ή Βιβή.

Πάνω σε μπλε ποδήλατα, οι απεκδυθέντες των φτερών τους, χάθηκαν και πάνε
και οι πετροπολεμιστές για την τιμή των εαρινών αεροστάτων έχουν  ειρηνεύσει.
Τ΄ άστρα και οι πυγολαμπίδες δεν ξυπνούν με την κρυφή δική σου νεύση.
Δέρμα και φρόνημα χελώνας πλέον φοράς, των μαχαλάδων Μαγγελάνε.

Έχουν όλα αθόρυβα πετάξει στις σελήνης τις  αχνές σκιές
 όπου μιαιφονία έχει τυπωθεί κι όπου ο ωραίος Ενδυμίων
κοιμάται. Κι από εκεί, στων τρυφερών σου ενυπνίων,
απρόσκλητοι επισκέπτες, απαλύνουν τις πικρές βραδιές.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΕΙΨΑΝΑ
Τα ξεραμένα λουλούδια
Που βρίσκουμε στις σελίδες
Παλαιών βιβλίων
Μιλούν για το θάνατο των ερώτων.
Σκύβουμε 
Κι απαλά,
Τα εγγίζουμε με τα χείλη.
Δεν πρόκειται για προσκύνηση
Όπως κάνουμε
Με τα λείψανα των Αγίων.
Είναι το φιλί της ζωής
Που ανασταίνει μνήμες.
ΚΑΤΩ ΑΠO TIΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΡΟΔΑΚΙΝΙΕΣ
Σκύβουμε στα χωνιά των ασφοδέλων
Να ξανακούσουμε τα παλιά παραμύθια
Για τα χαμένα στο δάσος παιδιά
Που μ'αυτά μας αποκοίμιζαν,
Όταν πλάγιαζαν δίπλα μας,
Οι ακριβοί μας, σήμερα, κεκοιμημένοι.
Ψιθυριστά μας θυμίζουν
Τις κυριακάτικες αιθρίες στις παραλίες
Όταν τους κρατούσαμε σφιχτά το χέρι
Ενώ ξεδιπλώνονταν παντιέρες κι εμβατήρια.
Άλλοτε ζωντανεύουν, οι νεκροί,
Στρωμένα τραπέζια στα περιβόλια,
Κάτω από ανθισμένες ροδακινιές.
Για τις ήσυχες κάμαρες μας μιλούν,
Με τη μυρωδιά του σκοταδιού
Και του σαρακιού
Το μονότονο τραγούδι
Ενώ στους τοίχους
Καμαρώνουν,στα κάδρα τους,οι πρόγονοι
Και μια γυάλα με Πύργο Λευκό
Περιμένει να την τινάξεις,
Για να στρώσει το δικό της το χιόνι.



Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

ΟΠΩΣ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Πέρασε πια η εποχή
Που τ'αερόστατα μας σεργιανούσαν
Στον Παράδεισο:
Στους μπαξέδες εννοώ
Με τα όνειρα των πουλιών,
Με την αγρύπνια των γρύλων,
Την οσμή της ανθισμένης πασχαλιάς
Και κάτι κρυφό
Που φύτρωνε στους ώμους
Όπως τα φτερά των αγγέλων.
Σ'ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ
Το μουστάκι σου μια τούφα από λινάρι
Μπαμπακένιε Σπήντυ απόψε κιτρινίζει..
Γέρασες;Βλέπω την άκρη του ν'αγγίζει
Το ίδιο οξειδωμένο, πένθιμο φεγγάρι.
Θυμάσαι..Κρεμούσε τα φιλιά της
Στο φεγγάρι."Για τα γενέθλιά σου
Δώρο".Πρόσεξα μόνο την ουρά σου-
Μαύρο κορδόνι μες την αγκαλιά της.
Όλα είναι ίδια όπως τότε.Αδελφή
Μιας νύχτας από χρόνια πεθαμένης
Η νύχτα που με βρίσκει να μιλώ
Με σένα,ποντικάκι μπιμπελό
Που'μαθες ν' αγαπάς και να σωπαίνεις.


Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΤΑ ΠΑΝΕΡΑΚΙΑ
Κατεβαίναμε τη λεωφόρο
Με μάτια φάρους
Για τα κορίτσια που έπρεπε να ξέρουν
Από τί να φυλαχθούν.
Στην ανοιχτή παλάμη μας
Καθότανε το ποίημα
Φτιαγμένο από ένα μικρόν αγέρα
Παλιές,εν παραθέσει,φωτογραφίες
Κι, ενίοτε,ένα σουβλάκι
Μ'άρωμα πασχαλιάς ή βιολέτας.
Δεν ξέρω τί συνέβη
Ανάμεσα στην αιωνιότητα και το σήμερα-
Πέσαν τα βλέφαρα,οι φάροι σβήσαν
Το ποίημα πέταξε μακριά
Με τις φωτογραφίες και τον άνεμο
Ή τα κορίτσια τα κατάπιε
Ο λύκος ο κακός;
(Πάντως,τα πανεράκια τους
Βρίσκονται στη γωνιά-
Γεμάτα ψώνια).
Κι έμειναν
Η λεωφόρος με τις ακακίες της
Και τ' αυτοκίνητά της,
Κι ένα νυχτερινό ελικόπτερο
Που επιμένει.

ΣΗΜΕΡΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ


1963
Ο πατέρας να ζυγίζει με δράμια
Ξερό χταποδάκι και χαλβά-
Μακρύτερα το ρόδινα ανθισμένο
Δάσος των αλμυριθιών
Με τσαντήρια,ζευγαράκια,
Σπανίως, καμμιά τίγρη-
Το φωνάζαμε στη μάνα το τελευταίο
Όταν πήγαινε
Να μας σαπουνίσει τ'αυτιά
Και τρέχαμε προς τα κει:
"Προτιμώ"λέγαμε"να με φάει".
Ο Άγιος Χόντος έπαιζε
Στο σιδεροτράπεζο, κολτσίνα
Με το Σπανό και το Θεσσαλινικιό.
Οι εφημερίδα έγραφε
Για τις συγκεντρώσεις της ΕΡΕ
Της Ένωσης Κέντρου και της ΕΔΑ.
Για το δεύτερο Γοργοπόταμο.
Ο Αντρέας, ο φωτογράφος, χόρευε
Στο σκαλί, άηχο τσιφτετέλι
Για να πετύχει την πόζα
Της δίχρονης Ρούλας.
Κάποτε έμπαινε στο μαγαζί
Ο Σπύρος και ζητούσε
Να σπάσουμε ένα ποτήρι
Να βγάλει το ψωμάκι του κι αυτός
Που όλη τη μέρα ξελαρυγγίζονταν
Στους χωματόδρομους,με τη στίξη
Των αλόγων,φωνάζοντας-
Τραγουδιστά περίπου-
"Γυαλικά σπασμένα κολλούμε".
Τη θυμάμαι όλη αυτή
Τη φωνογραφία των πλανοδίων
Μα πιο καλά
Περπατούν στους έλικες του μυαλού,
Ο "κλουβάκια,πουλάκια.κρεμάστρες"
Κι ο "μαστχάς παιδιά".

 

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ
Από πού έρχεται αυτή η μουσική;
Μήπως τη γέννησαν
Μικροί νυχτερινοί κήποι;
Χωρούσε στα κελύφη
Ενός εσμού ναυτίλων;
Μήπως
Τη συντηρεί η διάθεσή μας
Να τη φορέσουμε κατάσαρκα
Σαν τη φανέλα που έπλεξαν
Χέρια ακριβά;
Πού κατευθύνεται αυτή η μουσική;
Ταξιδεύει σα σημαία
Σε προκυμαία;
Αποκοιμιέται
Σε μπαλκόνια,
Πλάι στο φύκο και το φούλι;
Τη δεσμεύουν τα αειθαλή φυλλώματα;
Οι χαμηλότονες λέξεις
Των γυναικών που αγαπήθηκαν;
Και η ουσία της ποια να' ναι;
Τα όρια των βλεμμάτων,
Τα δοξαστικά
Των κοτσύφων μινυρίσματα;
ΤΡΟΠΙΣΜΟΙ
Νύχτα σ'άγνωστους δρόμους
Ανθίζουν τα παράθυρα ένα-ένα
Με το ρυθμό που κάποτε έτρεμαν
Πλάι σου, τα βλέφαρα αγαπημένης.
Μες το σκοτάδι τα παράθυρα
Σου καταθέτουν ένα αίσθημα
Ξενου, ταυτόχρονα,κι οικείου:
Όπως ένα ταχυδρομικό περιστέρι
Που βρίσκει τον προορισμό του
Εξακόσια μίλια μακρύτερα
Ή μια σφυρίχτρα στην ομίχλη.
Όπως το ξερό κλαράκι της πασχαλιάς
Που κάποτε ομολόγησε έναν έρωτα
Και τώρα κείται στη σελίδα 47
Του "Υπερίωνα"-
Δίχως να ξέρεις το γιατί.
Σαν ένα αδέσποτο μαντολίνο.
Πίσω απ'τις χλωμές κουρτίνες
Βρίσκονται άνθρωποι
Που, όπως εσύ, ήρθανε και θα φύγουν.
 

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΡΚΑ
Του Γκουαλντακιβίρ τα μυρωμένα
                   θόλωσε νερά
Μ'αίμα ανδαλουσιάνικο,το ρόδο
                της πληγής σου.
Άφησε η Λόλα τους τορέρος
                τα βαμβακερά
Και κλαίει, κρατώντας ένα
                αστείο φασουλή σου.


ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ
Καθώς
Τα αισθαντικά
Λιποθυμούσαν στα πλατανορέμματα
Αηδόνια
Ανέβαιναν τα κεκραγάρια.
Η προσευχή γινότανε θυμίαμα
Που-ως γαλαξίας-τύλιγε τ'αστέρια.
Όλα πάνω απ'τη φιδίσια
Σιωπή
Του ποταμού.
Στην κορυφή του βουνού
Μια φρυκτωρία:
Το νέο φεγγάρι.
Ανήγγειλε
Σε βερβερίτσες και προσκυνητές
Την αρχαία μιαιφονία.
(Είναι ο Κάιν με την πέτρα-
Μας εξηγούσε,παλαιότερα,η γιαγιά
Κι ας αγνοούσε
Ότι ο θόλος, ο έναστρος
Πράγματι
Φωτογράφιζε τον Καιρό).

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014


ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΣΟΥ
Κύριε,είμαστε άνθρωποι ασήμαντοι-
Μας λείπει η παραφορά του Πέτρου
Οι πτώσεις και τα δάκρυα τα πικρά.
Στα κύματα δεν περπατήσαμε
Για να, βουλιάζοντας,
Σου πιάσουμε το χέρι.
Ούτε τολμήσαμε να γύρουμε
Στο στήθος σου,
Όπως ο Ιωάννης
Την ώρα τη φριχτή του Δείπνου.
Τίποτε δεν πήραμε
Από τους εκλεκτούς Σου.
Ούτε που θα το αντέχαμε.
Τη χάρη δώσε μας,Χριστέ
Της Χαναναίας
Που, σα σκυλάκι,χόρταινε
Από τα ψίχουλα των λόγων σου
Όσα,απρόσεκτα,ποδοπατούσαν
Οι δικοί σου.
Ή της αιμορροούσας την αιδημοσύνη
Να εγγίσουμε το κράσπεδο
Των ιματίων Σου
Για να στερέψει η πηγή
Της αμαρτίας.
ΤΟ ΚΕΡΑΤΕΝΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ
Είπαμε ότι τελειώνουμε με την Ποίηση.

Κι ήρθαν
Κορυδαλλοί και παπαρούνες
Ικετεύοντάς μας-
Θέλαν τα χρώματα και τις κορδέλλες
Των κελαηδισμών τους.

Συνεχίσαμε

Μα οι σκουριασμένοι αρκουδιάρηδες
Μας παρακάλεσαν να αναβάλλουμε.
Έπρεπε να τελειώσουν την παράσταση
"Πώς η Γιουβουκλάκη
Αγκαλιάζει τον Παπαμιχαήλ".

Τότε σου ξαναμιλήσαμε Έζρα Πάουντ
(Είχαμε "κόψει φιλία"
Τραβώντας το μικρό μας δάχτυλάκι
Μετά τα "επτά συν ένα κάντος"-
Το θυμάσαι ασφαλώς)
Και σε ρωτήσαμε τι ακριβώς σημαίνει
Ο στίχος σου:
"Αυτό
Το κερατένιο επάγγελμα του λογοτέχνη".






Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014


ΔΕ ΖΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Ο παππούς Γαρύφαλλος που συνήθιζε-
Παίζοντας το ρόλο
Της Γοργόνας με το δασύτριχο στήθος
Και το μακρύ σώβρακο-
Να ρωτάει τα μεσημέρια,
Που οι σκιές χαράζαν το ταβάνι,
Εμένα
Τον καθισμένο στα γόνατά του
Καπετάν Γιάννη,
Αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος,
Ήταν βέβαιος προχθές βράδυ
Που μ'επισκέφθηκε στον ύπνο μου
(Πενήντα χρόνια μετά το θάνατό του)
Ότι
Έκανε λάθος που επέμενε
Στην ερώτησή του:
"Μου το'πε ο Άγιος Σισώης:
Δάκρυσα για τη ματαιότητα
Των ανθρωπίνων" μου είπε
"Όταν στάθηκα πάνω απ' τον τάφο του.
Ο Μεγαλέξαντρος δε ζει,αγόρι μου
Τζάμπα σε κούρασα
Αλλ' ήθελα να μάθω".

 
ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Οι υψηλόφρονες και οι οραματιστές
Γράφουν τη μεγάλη Ποίηση.
Εμείς
Απλά χωμάτινα λουλούδια
Ταπεινά μη με λησμόνει
Αφήνουμε, πριν χαθούμε
Λίγο απ' το άρωμα
-Δωρεά κι αυτό του Θεού-
Για να μας θυμούνται
Όσοι μας αγαπούν
Πριν κι εκείνοι μετοικήσουν
Στο γαλάζιο Επέκεινα

 

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΑ
Από τις ρωγμές του Χρόνου
Τρυπώνουν μνήμες-
Βιαστικές
Και
Ημιτελείς
Όπως τα τραγούδια των τρελών,
Φθαρμένες όσο ένα ποδήλατο
Στην αποθήκη.
Κλείστε αυτά τα παράθυρα-
Δεν μπορώ να βλέπω τη σκόνη
Των γκρεμισμένων αυτοκρατοριών,
Τις "υπέρ ψάμμον θαλάσσης
Άμετρον πληθύν"
Των ψυχών
Που έγιναν άστρα.
Κυρίως δεν μπορώ να αισθάνομαι
Μάτια ανεστραμμένα
Σαν τα, μετά τη βροχή, ηλιοτρόπια.

 

ΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΠΑΖΑΡΙΑ
Απ'τα παλαιά παζάρια
Στην πλατεία Ρήγα Φεραίου
Μου'μειναν φωτογραφίες-
Αυτή του αείμνηστου Κυριάκου
Με την πλαστική πεταλούδα
Και μια άλλη
Με τον ( επίσης βιαστικό)Παύλο
Σε χαλβατζίδικο.
Τα αισθήματα
Δε μεταδίδονται,βέβαια,με φωτογραφίες.
Αίφνης, πώς θα γευθείς
Το χαλβά Φαρσάλων
Με την οσμή ασετυλίνης και κανέλλας;
Πού βρίσκονται οι αθάνατοι
Αδελφοί Ρίμπα
Πάνω στις μηχανές τους
Μπροστά στο γύρο του θανάτου;
Για τον νεανία
Που μ' ένα εσώρουχο στο κεφάλι
Κραύγαζε "γυναίκε βολιώτισσε"
Σας έγραψα ήδη.
Όμως, εγώ νοσταλγώ
Και την ασώματο κεφαλή
Τα καρουζέλ και τους μικροφωνισμούς
Το βουητό και "το μαλλί της γρηάς"
Το τρένο του τρόμου
Και τους παραμορφωτικούς καθρέφτες
Που μ' έκαναν λεπτό κι υδροκέφαλο.
Νοσταλγώ τους πάγκους με τα βιβλία-
Την "Ωραία της ημέρας"και τη "Νανά"
Πλάι στο
"Υπόγειο" του Ντοστογιέφσκι.
Κακέκτυπα αλλά φθηνά
Που τα κόβαμε με το δάχτυλο βιαστικά
Στο χώρο με τις βελέτζες
Τις πάντες και τα χαλιά.
Κάποιες φορές σταματούσαμε
Και με μάτια πολυεστιακά
Πιάναμε τη ροή μιας κόμης από έβενο
Διαβάζοντας ταυτόχρονα
Το "Από υαλί χρωματιστό"του Καβάφη


 

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014


ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ
Δε γράψαμε τίποτε για τους τσιρκολάνους
Της αθώας μας αρχαίας ηλικίας -
Κυρίως μ' ενδιέφεραν τα λιοντάρια
Ο μεθυσμένος κλόουν Μίσκα-
Τόσες τσέπες, τόσες τούμπες
Τόσο χειροκρότημα...
Κι ένα παιδί που έκανε το γύρο του στίβου
Καβάλα σε μια τεράστια χελώνα γκαλαπάγκος.

Ένα πρωί
Οι άγριοι φίλοι μου
Δραπέτευσαν από μια πορτούλα μικρή.

"Γαλακτοπώλης τις το επέρασε για σκύλο
Και το κυνήγησε με πέτρες"
Έγραφαν την επομένη οι εφημερίδες.
"Μια γηραιά κυρία είδεν άλλο
Στην πόρτα του πλυσταριού της.
Ευτυχώς ήσαν χορτασμένα-ίσως και να  νύσταζαν".

Το παράπονό μου υπήρξε για καιρό
Ότι δεν επισκέφθηκαν εμένα
Που τόσο τ'αγαπούσα.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014


ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΑ
Εκείνα τα τσέρκια
Που σπρώχναμε, παιδιά,
Οι περισσότεροι τ'αλλάξαν μ'αυτοκίνητα.
Για κάποιους γίναν,
Σ'ολόκληρή τους τη ζωή,
Τροχοί του μαρτυρίου.
Ενώ, σ' έλάχιστους παρέμειναν
Ό,τι,από εκείνα τα χρόνια,υπήρξαν:
Οι φωτοστέφανοι Αγίων.

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

ΤΡΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΖΟΦΟΥ
Εδώ, στην άκρη του Καιρού
Ισορροπεί ένας κήπος
Νυχτερινός.
Πιασμένος σε μικρές πυγολαμπίδες
Άδειος από νεκρούς αδριάντες
Γεμάτος από ενύπνια πουλιών.
Εδώ, το απρόβλεπτο ελλοχεύει-
Είναι το τσικ της νυχτερίδας
Στο μάγουλό σου
Η αστρόσκονη στην κόμη και το πέτο
Κι ένας λευκός ιβίσκος-
Τραύμα στην αθωότητα του ζόφου.
Εδώ, στην κώχη του ματιού
Ας δούμε κάθε δάκρυ
Οθόνη
(Οι κήποι όλοι μοιάζουν)
Για μία προσευχή
Ένα φίλημα
Μια προδοσία.
 

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ΜΑΣ ΚΟΡΟΪΔΕΨΕ Ο ΡΑΨΩΔΟΣ
Τα πουλιά κι οι πεταλούδες
Εδώ
Γίνονται
Φως.
Κι εκεί που πηγαίνουμε θα βρούμε
Τις κόρες με τ' ατέλειωτα βλέμματα
Και στα μαλλιά τους καρφωμένα
Τα
Νυχτερινά γιασεμιά.
Δεν υπάρχει πουθενά
Η Νέκυια των ίσκιων
Που διψούν για αίμα τράγου-
Τελικά
Ο τυφλός ραψωδός
Μας κορόϊδεψε.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΛΟΥΝ ΝΤΥΛΑΝ ΤΟΜΑΣ
Τα ποιήματα
Δεν φιλοξενούν πάντοτε
Τις σερπατίνες και τις άνουρες
Αλεπούδες
Του κλόουν Ντύλαν Τόμας
Ή
Τα πολύηχα σκαρίμπεια κουδουνάκια.
Κάποιοι στίχοι είναι κρυστάλλινοι.
Στη γλώσσα προσφέρονται των εγγόνων
Της Σταχομαζώχτρας.
Αλλοι ανασταίνουν το μάγο
Της Αιώνιας Επιστροφής-
Μια που όλα τελειώνουν και ξαναρχίζουν
Οφείλουμε να τ'αποδώσουμε έτσι
Ώστε να φανεί η ομοιότητα
Όπως φαίνεται ένας Άγγελος
Όπως ακούγεται το μπιγκ-μπαγκ
Αν γυρίσουμε στα βραχέα
Ένα ραδιόφωνο της δεκαετίας του 50
Μαζί με μαρς και κοασμούς
Και το "καλημέρα παιδάκια"
Της θείας Λένας.

 

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΕΙΝΑΙ ΓΔΑΡΜΕΝΟ ΦΩΣ
Φεύγω
Προς το φεγγάρι που ενεδρεύει
Ανάμεσα στα τελευταία σπίτια
Του Συνοικισμού.
Προχωρώ
Τυλιγμένος το ατέλειωτο πριόνισμα
Των γρύλων-ένα τεριρέμ δοξαστικό.
Το σκοτάδι είναι μόνο γδαρμένο φως.
Άτεχνα γδαρμένο
Με υπολείμματα άστρων και κομητών.
Περπατώ και βουλιάζω
Σε χρεμετίσματα αρχαίων αλόγων
Που σαπίζουν στην άκρη των λιθοστρώτων.
Ξεπερνώ παιδικά επιτάφια κεριά
Εφηβικούς λαβυρίνθους
Βεβαιότητες ενηλίκων.
Αποχαιρετώ μόνο τον άνεμο
Και κινούμενους πάνω σε τοίχους-
Σαν αποχαιρετιστήρια μαντήλια-
Ίσκιους κληματαριάς.

 

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΥ ΣΚΥΛΟΥ
Ο άνθρωπος που σ'ακολουθεί
Όπως ο, τυλιγμένος την οσμή
Της αραβικής ακακίας
Ίσκιος του μεσημεριού
Έχει το βλέμμα λυπημένου σκύλου.
Ισορροπεί την, απ' όλα, παραίτηση
Σαν σβούρα
Στην άκρη των δακτύλων.
Μιλάει για το μυστήριο της απουσίας
Προοπτικής.
Βάζει στοιχήματα με τον εαυτό του:
"Υπάρχω, αν στρίβοντας τη γωνιά
Δω κάτι σαν ποίημα-
Ένα παιδί,να πούμε"
Ο άνθρωπος αυτός διαπερνά
Τους τοίχους και τα δευτερόλεπτα.
Καταλήγει ο ίδιος
Θεώρημα.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

ΓΙΑ ΤΣΙΓΑΡΑ
Τίποτε δε χάνεται
Ο Καιρός θα στήσει και πάλι μπροστά μας
Ό,τι αφήσαμε πίσω.
Ένα ον ή ένα σκηνικό
Ένα τραγούδι ή μια σημαία.
Όλα θυμίζουν την πορεία του κλόουν
Το μεθυσμένο διαβάτη.
Ένα σκαραβαίο
Ένα παιδί,μια κόκκινη σβούρα.
Κι ό,τι ειπώθηκε για την Ιστορία
Πέστε το λογοπαίγνιο ατυχές.
Απλώς, κάποια φορά
Ο κύκλος θα επαναληφθεί
Και το δικό μας βλέμμα θα λείπει
Θα'χουμε πεταχθεί-
Ας το διατυπώσουμε έτσι-
Στο περίπτερο
Κάποιου ξένου Γαλαξία
Για τσιγάρα.