Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ΠΩΣ ΔΕΝ
Πώς χώρεσε τόσος πόνος
Στις τσέπες των κοντών παντελονιών
Που φορούσαμε παιδιά;
Τόσες προσδοκίες
Βραδινοί αποχαιρετισμοί
"Αύριο πάλι"που σήμαιναν "ποτέ"
Εκλείψεις και διαψεύσεις;
Εμείς πιστεύαμε
Ότι μαζεύουμε βώλους
Και αρχαία φυστίκια.
Περπατούσαμε ανέμελοι με τα χέρια
Εντός τους
Και δεν ακουμπούσαμε χαμένους έρωτες
Ευχές που δεν θ' άνθιζαν ποτέ
Φίλους που επέπρωτο να γίνουν άστρα.
Αγγίζαμε χαρταετούς κι όχι ερείπια.
Πώς δε νοιώθαμε τον Καιρό
Να λιγοστεύει σαν τη βροχή
Πριν το ουράνιο τόξο;

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
H Στιγμή της σύλληψης
Μοιάζει με τον τελευταίο
Νυχτερινό
Επιβάτη της αυτοκινητάμαξας
Με το σηκωμένο γιακά και τη βαλίτσα.
Ύστερα εμείς
(Αν θέλουμε ναμαστε
Οι εμείς-μεσα-στο-ποίημα)
Ψάχνουμε φθαρμένες εικόνες
Για πλαίσιο:
Το  τρενάκι
Που κουβαλούσε πηλό
Να γεφυρώνει δρομαία
Εαρινά νέφη.
Τις αγριόχηνες να τρυπούν
Το ΄πέπλο του λυκόφωτος.
Τα αερόστατα που,γέρνοντας
Απειλούσαν τους αχυρώνες.
Η αλήθεια είναι ότι
Μέσα στο στίχο ζούμε
Με τους τρόπους και την οικονομία
Ενός χρυσόψαρου στη γυάλα.

ΣΥΜΦΥΡΜΟΣ
Τα νυχτερινά γιασεμιά
Ανεβαίνουν στον ουρανό
Και παίζουν με τους αστερισμούς.
Έτσι, δεν καταλαβαίνεις
Αν
Ό,τι έδρεψες
Για την αγαπημένη
Είναι λουλούδι
Ο Σείριος
Ή ο Πολικός

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΤΑΖΕΡΑ
Δεν περιμένω πολλά
Καθώς ο χρόνος μικραίνει
Τα χελιδόνια κουράζονται
Και τα σεντούκια κλείνουν
Ένα-ένα, ερμητικά
Με περισσότερες φωτογραφίες
Και λιγότερα παιγνίδια
Με κάποιες κάφτρες
Νυχτερινών τσιγάρων
Καθησυχαστικές
Για τον κακό λύκο
Που χάθηκε οριστικά στα παραμύθια:
Ένα κλαράκι ανθισμένης αμυγδαλιάς
Μου φτάνει
Ένα παιδικό
Μονόλεκτο,δειλινό,αυτοσχέδιο
Τραγούδι-
Κάτι σαν το "απιτιρινούια".
Κι ίσως το τελευταίο ποίημα-
Αυτό που μουφερε ο Άη Βασίλης
Κι η μάνα το ακούμπησε στην εταζέρα.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
"Εαυτόν εκένωσε, μορφήν δούλου λαβών"
Αν ψάχνουμε το Νόημα
Μακρύτερα απ' τον εσμό
Των λαμπιονιών
Τα πτερόεντα "εις έτη πολλά"
Και τα της γλώττης ηδέα
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΑΛΙΑ ΚΑΛΑΝΤΑ
Ξεκινούσαμε
Βουλιάζοντας στο χιόνι
Απ'του Κούγκουλου.
Δωμάτιο μοναχικό με κήπο
Μαρουλάκια να τινάζουν το λαιμό
Μέσα απ' το απέραντο λευκό-
Χαρά των σεισοπυγίδων
Και του κοκκινολαίμη.
"Να τα πούμε;"τολμούσαμε
Αν και γνωρίζαμε την απάντηση:
"Ουοχ',έχου θλίψ'".
Είχε κομμένο πόδι στο μηρό
Από κρυοπαγήματα στην Αλβανία.
Τού'λειπε το χωριό του το Καστράκι
Η ακολουθία του Μεγάλου Μετεώρου.
Του'λειπε και το Τσικάγο
Όπου ένα καιρό-παιδί-έβλεπε
Άλογα κάρρων πυροσβεστικών
"Να ζεύουντι μαναχάτα".
"Άστον, μωρέ",έλεγε ο Αλέκος
"Πάμε στη νονά μου, τη Ζαντερογλίνα
Να μας δώσει, απ'το σεντούκι φλουριά".
Ο Ζαντέρογλου
Διάσημος τότε ποδοσφαιριστής
Μας άκουγε στην πόρτα
Έδινε στον Αλέκο δίφραγκο
Και στη χάρη μου μια πενταρίτσα.

 

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

ΟΝΕΙΡΟ ΓΑΤΑΣ ΣΕ ΧΡΩΜΑ ΒΙΟΛΕΤΙ
Προσδοκώ μια Ποίση απλή κι ασύνθετη
Χωρίς παρενθέσεις με λάβαρα προγόνων
Κι αίματα πετεινών.
Χωρίς αιφνίδιες αντιστροφές
Για να
Στεγνώνουν τα κρεμασμένα στον αέρα
Συναισθήματα.
Ένα ποίημα σαν τους γάτους των  κεραμιδιών
Που ονειρεύονται
Τον κίνδυνο σε χρώμα βιολετί.
Προτιμώ την πράξη από τη θεωρία.
Το Μιχάλη Κατσαρό με το νερό
Για τους αυχμηρούς καιρούς
Να μην απαξιώνει τον Έζρα Πάουντ-
"Υπήρξεν" έλεγε "και ποιητής":
Ακουμπούσε κάτω τα μπιτόνια
Και του άπλωνε το χέρι.
Αυτό είναι ποίημα.

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

ΚΙ ΟΤΑΝ
Κι όταν αρχίσεις να σκάβεις
Για το, εντός σου
Κάρβουνο ή διαμάντι
Με νύχια
Με δόντια-
Θυμήσου:
Η αξίνη πάντοτε πέφτει
Απ'τον Ουρανό.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013


ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Πάριδε,Κύριε,τη δριμεία αλαζονία μου.
Γεωσκώληξ είμαι
Θρέμμα των πετεινών τ'ουρανού.
Το γνωρίζω αυτό, όσο
τις γραμμές της παλάμης μου.
Ο φοβισμένος φύλακας της δραχμής
Που μου την εμπιστεύθηκες
Και που την έθαψα στο χώμα.
Ο αποδέκτης των ουαί
Η ανέλαιος λαμπάδα
Ο οικοδόμος της άμμου.
Ίσως που και που να είχα
Ένα υγρό κόμπο
Στην άκρη των ματιών.
Τώρα που το'πα, το θυμάμαι
Αγαπούσα τους αποσταμένους.
Τους πρόσφερα ένα αγκωνάρι
Για στασίδι-
Μου' μοιαζαν τόσο πολύ.
Ίσως κι ένα ποτήρι δροσερό
Να πρόσφερα σε διψασμένο.
Τίποτε άλλο.
Συγχώρησε, Κύριε, τη φιλαυτία μου.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΠΟΤΕ
Κάποτε κουραζόμαστε.
Το πάθος
Να κοινοποιούμε εμπειρίες
Όπως η γνώση μας
Για το  ελλείπον μισό
Του φεγγαριού
Μικραίνει.
Από φωτιά του Άη Γιάννη
Γίνεται πυγολαμπίδα.
Από μια πόλη
Κίτρινη χαλκογραφία.
Η σιωπή
Κατισχύει
Της νυχτωδίας.
Κι ένα λευκό περιστέρι
Χάνεται στη βροχή.
Κάποτε γινόμαστε
Της Ποίησης
Αχθοφόροι.
Ο ΣΠΕΝΣΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΣΑΒΡΙΔΙΑ
"Τους κοίμησα στρωματσάδα" είπε η γιαγιά."Ήρθαν για το παζάρι και μου'φαγαν-δεκαπέντε
νοματαίοι-όλα τα σαβρίδια που μου'φερες να μαγειρέψω".Είχαμε γυρίσει απ' το REX, δώδεκα και
κάτι,ο θείος ο Κώστας δούλευε μηχανικός εκεί, και κείνο το βράδυ παίζαμε το "Γέρο και τη
θάλασσα" κι είχαμε κλάψει κι οι δυο όταν ο Σπένσερ Τρέησι,έφτασε στην ακτή, με το τεράστιο
ψαροκόκκαλο του ξιφία που είχε πιάσει και που τον έφαγαν οι καρχαρίες."Άντε πάμε να
τσιμπήσουμε και να κοιμηθούμε-είμαι ψόφιος απ'την κούραση"είπε ο θείος, τακτοποιώντας τη
μπομπίνα.Στο σπίτι, της οδού Χατζηαργύρη,είδαμε μ'έκπληξη, πάνω από δέκα συγγενείς του παππού
να κοιμούνται σκόρπιοι στην αυλή-είχε πανσέληνο.
Ένα πελώριο άνθος της μανόλιας έπεσε-καθώς ο θείος απαντούσε με γκρίνια στις δικαιολογίες της
γιαγιάς- έπεσε στο λευκό πρόσωπο ενός κοριτσιού αλλά δεν το ξύπνησε.
ΟΙ ΓΥΠΑΕΤΟΙ
Και θα εναλλάσονται οι γυπαετοί
Με τα λευκά ρόδα-
Δεν είναι στο χέρι μας μια επιλογή

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

ΠΡΕΠΕΙ Ν΄ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΑ
Πρέπει ν'αποκοιμήθηκα
Μέσα σ' ένα τρυφερό παραμύθι
Απ' εκείνα που έχουν
Ευτυχισμένο τέλος.
Αυτή την αίσθηση έχω
Μόνος σε τούτη την ακτή
Χωρίς συντρόφους
Δίχως προοπτικές
Άμοιρος των εντάσεων.
Ή
Ένας- ένας
Ανελήφθησαν οι σύντροφοι
Κάηκαν οι αγαπες
Έγιναν αστέρια τα τραγούδια.
Κι όμως
Μ'αρέσει τούτη η μοναξιά.
Λέω να μαζέψω τους κρωγμούς
Των γλάρων
Να τους φυτέψω στην άμμο.
Κι όταν φυτρώσουν
Λεπτόμισχα λουλουδάκια
Να'χω κάποιους
Να διηγούμαι
Το παραμύθι της ζωής μου.΄

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΝΟΗΜΑ
Το "τί" και το "πώς"
Μπορεί
Κάποτε να τα τα βρούμε.
Το "γιατί" είναι
Που θα μας κρύβει πάντα
Ο Ουρανός.
ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ
Μια φλόγα κεριού δε ζητάει πολλά:
Ένα παλιό εκκλησάκι μόνο
Ν'ανάψει τα καντήλια του
Ενώ χαμηλότερα
Θα ξετυλίγεται ο ποταμός
Μακρύς και ασημένιος
Σα συναξάρι.
Μια αγάπη
Ζητάει
Να φωτίσει
Τις σκοτεινές της απολήξεις
Τα "πάντοτε" και τα "αντίο".
Θέλει
Ένα πρόσωπο γωνιώδες και πικραμμένο
Να το-
Σα σμίλη-
Απαλύνει.
Τη νυχτοπεταλούδα
Να της φωνάξει "πρόσεχε"
Κι ένα παλιό παραμύθι
Να παίξει με τις νεράιδες
Και τα βασιλόπουλά του.
Θα υποκλιθεί
Μονάχα
Στης "λεπτής ανάσας αύρα"
Και θα χαθεί
Όπως ένα
Τραγούδι
Μέσα
Στη
Νύχτα.



 

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013


ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΤΗΝ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ
Οι λέξεις οξειδώνονται
Στη χρήση των αιώνων
Περνώντας από ρερυπωμένα στόματα
Ακουμπώντας σε νεκρές ψυχές
Ραγισμένες όπως τα πεσμένα φύλλα.
Αν βρείτε κάποια απ'αυτές
Μη της μιλήσετε-
Ξεπλύνετέ την μόνο
Με κρασί και νερό 
Κι αφήστε τη να συνεχίσει
Το ταξίδι που επέλεξε.
Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες λέξεις
Που μένουν άφθαρτες
Όπως τα λείψανα των αγίων.
Λίγες πάντως είναι όσες
Περνούν σε συχνότητες
Που συλλαμβάνουν μονάχα
Οι ονειροπόλοι.
Τις πιάνουν τότε εκείνοι
Ανεπαίσθητα
Από το χέρι.
Και σεργιανούν μαζί
Στα σοκκάκια
Των ποιημάτων.
Ψάχνουν την κοντινότερη
Παιδική χαρά
Να παίξουνε παρέα
Την τσουλήθρα.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013


ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥΣ

Οι λέξεις δεν ακινητούν
Σαν τους νυχτερινούς φρύνους
Στα τενάγη.
Ούτε πέφτουν, μοναχικές και παγωμένες
Απ' τους μουσικούς μονολόγους
Των απελπισμένων.
Ενίοτε, δρουν μοναχικά και με οξύτητα:
Κρατούν αιχμές και δόρατα
Και πολεμούν-
Στη Ρητορική αίφνης.
Ή αφήνονται στα δάχτυλα του Καιρού
Λειαίνονται, όσο τα βότσαλα
Και τότε φωνάζουμε:
"Να ένα ποίημα".
Με τις λέξεις κατασκευάζονται
Ερμαίοι λόφοι-
Οδοδείχτες
Προς τη
Σιγή.
Των απολύτων τη Σιγή:
Του ρόδινου της προέλευσης
Του χρυσαφένιου του προορισμού.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013


Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ
Κι εκεί που θα σβήσει η μορφή σου
Στην άκρη του χωματόδρόμου
Θα τιναχθεί από τη γη ένας κρίνος
Ένα χωνί από στρουθία
Γεμάτο φως
Θα γυρίζει σαν τις παλιές σβούρες
Τις χρωματισμένες με μολύβια
Ένα παιδί θα σηκώσει το χαρταετό του
Ένα παιδί με σφιχτό στόμα
Και δυο ηλιοτρόπια στα μάτια.
Όλα αυτά θα τα πω απουσία σου
Όλ'αυτά και τον υπόλοιπο κόσμο.
ΩΣ ΟΝΑΡ
Περπάτησα δρόμους νυχτερινούς
Με τετρασύλλαβα στα δόντια
Για προσφιλών αναχωρήσεις
Για της μοναξιάς τα άνθη.
Σχεδίασα με το δάχτυλο στο σκοτάδι
Πικτογραφήματα
Που κανείς δεν θα διάβαζε
Εκτός από μένα και τ'άστρα.
Στα γύρω βουνά άναβαν φρυκτωρίες
Παρενθέσεις του ανείπωτου.

"Ως όναρ,ως άνθος,ο βίος παρέρχεται"....

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ
Kαι κάποια βράδια του χειμώνα, έρχονται όσοι έχουν χαθεί, τρυπώνουν στα σκεπάσματα, ξαπλώνουν
κάτω απ' το μαξιλάρι, πλάι στη σοκολάτα που-παιδί- εύρισκες κάθε πρωϊ, και σε
νανουρίζουν.Μερικοί είναι χάρτινοι-όπως ο ήρωας του Ουναμούνο,στην "Καταχνιά", εκείνος που όταν ο δημιουργός του προσπάθησε να τον σκοτώσει, κραύγασε "μα εγώ,Δον Μιγκελ,θέλω να ζήσω".Άλλοι  αφήνουν, διακριτικά και με τρυφεράδα, ο,τι σου απάλυνε τη ζωή:Η γιαγιά Χρυσάνθη τα  δυο κόκκινα χέρια της που σε υπηρετούσαν, ο πατέρας τον ώμο που σ'ανέβαζε, η μάννα τις  ιστορίες απ' τα κατοχικά παιδικά της χρόνια.Είναι μαζί τους κι ο Άγγελός σου που απλώνει στο πρόσωπό σου τις λευκές του φτερούγες,η ευχή "καληνύχτα" των παιδικών σου φίλων κι εκείνο το αστέρι,ο Αλντεμπαράν που έψαχνες επι χρόνια, στο ζοφερό θόλο.
 

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ
Αγαπώ την τεθλασμένη-
Εκείνη την παραπλανητική
Γραμμή των ανοιξιάτικων
Ταξιδιών των εντόμων
Και των πουλιών.
Μοιάζει με της Ποίησης
Τις απόπειρες
Όταν άλλα ξεκινάς να γράψεις
Κι άλλα σου βγαίνουν
Ή
Με των χελιδονιών τις πορείες
Που κόβουν τον εύδιον ουρανό
Όπως εκείνα θέλουν.
Ίσως σημαίνει
Η προτίμησή μου αυτή
Το θέλγητρο
Μιας ατέρμονης πορείας
(Δεν χαρακτηρίζεται η ευθεία
Συντομότερη πάσης γραμμής;)
Του έρωτα
Της ζωής.
Ίσως πάλι να θυμίζει
Την ελευθερία του μεθυσμένου
Το ρίσκο του παίκτη
Του παιδιού το τραγούδι.
Αγαπώ την τεθλασμένη
Που σπάει τη μονοτονία
Όπως ο τρελός τις αόρατες πόρτες.
Όπως το τραγούδι τους γυάλινους πύργους.





Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τί να τα κάνω τα ποιήματα;
Όταν ο κόσμος ματώνει
Εκείνα παραμένουν στις προθήκες τους.
Ποτέ δεν βουτήχτηκαν
Σ'ένα κάδο απορριμάτων
Για να δουν πόσα χέρια θα τα ψαύσουν.
Μιλούν για δάκρυα αλλά δεν κλαίνε.
Τη στιγμή που κάποιος πεθαίνει
Μπροστά μας
Εκείνα μας γυρίζουν το κεφάλι πίσω.
Το τραγούδι τους σπάζει το θρήνο
Όπως ένας διάττων χωρίζει τον ουρανό.
Τί μου χρειάζονται οι στίχοι;
Στην ερημία των πόλεων
Αναζητούν καθρέφτες
Και καλλωπίζονται στα κοιμητήρια.
Ταϊζουνε με μάννα κι αμβροσία
Την κενοδοξία μας.
Λέμε "ως εδώ"-
Μα δεν ξεμπλέκουμε εύκολα με τα ποιήματα.
Μας αγκαλιάζουν όπως
Γυναίκα
Αγαπημένη.
Μας κυνηγούν όπως
Οι Ευμενίδες
Για της δικής μας της ψυχής
Το φόνο.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΙΣΩΣ
Απ'τη στιγμή που το δαχτυλίδι
Έπεσε ανάμεσα
Στις ενωμένες μου παλάμες-
Ώς σήμερα-
Ακούω μόνο
Λαχανιασμένους χτύπους ρολογιών
Αδιάκοπα βήματα του Χρόνου
Κούφιο ήχο
Σε στέρνες σκεπαστές.
Κάθομαι οκλαδόν
Σε παρενθέσεις που ανοίγουν μόνες
Και κλείνουν
Για ν'ανοίξουν οι καινούργιες
Μετακινώντας με ξανά.
Το παρόν-πριν ανθίσει-γίνεται παρελθόν.
Καμμια δε μου προσφέρεται ερμηνεία
Ενώ τα πράγματα
Περιφέρονται γύρω μου
Απορημένα.
Δε με φωτίζουν ούτε
Οι, των τοίχων
Αλλόκοτοι γραφίτες.
Ελπίζω μόνο
Ιδιαίτατα
Τις δειλινές ώρες:
Ίσως πέσει από τον ουρανό
Το νόημα-
Ως πόκος ένδροσος-
Στα, σε σχήμα
Ικεσίας πλέον
Υφωμένα μου
Χέρια.
Να έφταιξε
Λέτε
Εκείνο το δαχτυλίδι;



Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ
Υπάρχουν κάποιες μνήμες
Θολές,όπως το εσωτερικό τζάμι
Όταν έξω βρέχει
Και μπορείς, πάνω του με το δάχτυλο
Να μεταμορφώσεις τη γυναίκα της γωνιάς
Με την κόκκινη ομπρέλλα
Σε ιβίσκο.

Όταν σταματήσει η βροχή
Για μια στιγμή-
Μόνο-
Οι μνήμες αυτές

Φωτίζονται.

Κι έρχεται τότε
Η Άνοιξη,
Με τα πουλιά και τα λευκά νέφη.
Απ'τα σεντούκια πετάγονται
Παιδικές ζωγραφιές και μικροί στρόβιλοι
Χιόνι από πέταλα
Και κάποια μακρινή
Γραμμοφωνημένη μελωδία.

Για μια μόνο στιγμή

Πριν όλα σβήσουν
Στην ατέρμονη
Απροσδιοριστία.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

ΑΣ
Ας ακολουθήσουμε τον Φ.Σ.Φιτζέραλντ
Στη μέθοδο
Του "μουσικού πριονιού".

Αν εκείνος εύρισκε σπασμένα πιατικά-
Κόβοντας μ'αυτό-
Ένα σερβιτόρο πολυτελούς ρεστωράν,

Εμείς
Στα χέρια ενός παιδιού,
Θ'ανακαλύπταμε
Ηδύπνοα
Ρόδα,
"Μη"
Και
"Γενηθήτω". 
(Μ'ένα νι,παρακαλώ).

Το φόβο,
Αν σκάβαμε
Το στέρνο ενός αλόγου.

Κι ένα,
Απίστευτα απλό,
"Νυν απολύοις",
Στην καρδιά
Κάθε
Σοφού.



Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΜΟΥ ΕΚΛΕΙΨΗ
Ο Άλλος δεν είναι η Κόλασή μου,
Ούτε,βέβαια,ο Παράδεισος.
Άσοφα σοφίσματα σοφών, όλα αυτά.

Ο Άλλος είναι ο καθρέφτης μου.

Κάθε γκριμάτσα οδύνης
Στο πρόσωπό του,
Είναι σημάδι και δικού μου πόνου.
Κάθε τριαντάφυλλο στο χέρι του,
Ποίημα που εμπνεύστηκα και του προσφέρω.
Η ραγισματιά του, ένας χωρισμός μου.
Το παλίμψηστο, ο Καιρός.
Το χώμα είναι η κοινή μας φθορά.

Κι ένα μπλε φεγγάρι-
Αυτό που δε θα το δω-
Η μοναχική μου έκλειψη.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

ΡΑΣΚΟΛΝΙΚΩΦ ΧΩΡΙΣ ΘΕΩΡΙΕΣ
Σας έχω ξαναμιλήσει για την Αντριάννα
Τον τραβεστί σφάχτη, με τις γαλότσες
Και την κοτσίδα,στο πίσω του φαλακρού του
Κεφαλιού.

Ματωμένος,

Ένας Ρασκόλνικωφ
Χωρίς θεωρίες,

Έτρεχε καθημερινά στην οδό Αθηνών.

Τις Κυριακές φορούσε ροζ ταγιέρ
Και πουλούσε, φτιαγμένες στο κοπανέλι,
Δαντέλες αιθεροϋφαντες
Έξω από την Εκκλησία.

Τί σημασία έχει αν όλα
Έχουν πλέον σβήσει;
Εγώ σηκώνω τη σημαία
Μιας, του ευτελούς
Ποίησης.

Συγχωρήστε με.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΧΙΟΝΙ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ
H,εξηκοντούτις,Δεσποινίς Οικονομάκη
Δεν ακούγονταν στην παράδοση.
Οι νότες, άηχα έπεφταν
Απ'το στοματάκι της.
"Πείτε σ' αυτόν τον αλιτήριο
Να μη κάνει
Με το ποδήλατό του
Τόση φασαρία"-
Ζητούσε επιτακτικά.

Βέβαια, ο αλιτήριος βρίσκονταν
Μέσα στην αίθουσα
Και τραβούσε την άκρη του σπάγγου
Του δεμένου στο κουδούνι
Του δικού του
Ποδηλάτου
Είχε περάσει το σχοινί
Απ'το ανοιχτό παράθυρο.

Ήταν ολόγλυκος Απρίλης

Αλλ'έξαφνα άρχισε να πέφτει
Ένα ανάλαφρο χιόνι

Τρυφερότερο απ' τις μύχιες
Προθέσεις
Της Δεσποινίδας

Που ήθελε ν'ακούμε
Τα νυχτερινά του Σοπέν
Ενώ εκείνη καθάριζε
Το σουσάμι
Απ'το κουλούρι της.

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΧΕΡΟΥΒΙΜ
Η Γλώσσα
Είναι κάτι περισσότερο
Από εργαλείο.
Στην κάθε κούφη λέξη,
Πλαγιάζει κι ένα Χερουβίμ,
Μ'ένα χαμόγελο ανθισμένο.
Ένα χαμόγελο που βλέπουν
Οι ποιητές μονάχα.
Το κόβουν,όπως μια μαργαρίτα,
Το φορούν,όπως ένα στεφάνι,
Και γράφουν ασταμάτητα.

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

ΠΟΤΕ


Ποτέ δεν είναι νωρίς
Ποτέ δεν είναι αργά
Να θυμηθείς

Κι ο πατέρας,στη στροφή,
Ένωνε το τρίξιμο
Του προσθετικού στο δεξί του πόδι,
Μ'ένα μακρόσυρτο "η Παρθένος σήμερον"

Στην ανθρακιά του ουρανού
Ζεσταίνονταν οι άγγελοι
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
Η γενέτειρα έλκει με γη
Ή
Ακολουθώ τους Ουρανοδείχτες,
Τα πουλιά και τα σύννεφα;

Έτσι,
Εν τόπω στάσει,
Δεν είναι ευδιάκριτο.

Ανομίας νεότητός μου
Μη μνησθής, Κύριε.

Άσε με,τουλάχιστον, εδώ
Στο λαβύρινθο της διερώτησης:

Να ψάχνω στα απορρίματα για Ποίηση,
Να σκορπίζω τα ποιήματά μου αυτά,
Όπως ο Κοντορεβυθούλης,
Για τους νυχτωμένους
Στο
Δάσος.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ΣΤΙΓΜΗ
Το hinc et nunc θυμίζει
Τις φέτες ψωμιού
Που ο παππούς μοίραζε στο τραπέζι
Όμοιες και ισομεγέθεις για όλους

Εμείς είμαστε που κάνουμε
Την ίδια Στιγμή
Προσωπικό μας
Ενυδρείο

Κι άλλος "ιοστεφής τε και λιπαρός"
Αναδεικνύεται
Άλλοι κραυγάζουν
Ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός-
Πάντοτε, βέβαια, μακριά
Από καθρέφτες-

Κάποιες κούφες σεισοπυγίδες
Χειροκροτούνται εν τη Εθνική Οδώ

Είναι κι εκείνοι που οργώνουν
Το ελάχιστο του προσωπικού τους
Καιρού
Με δάκρυα
Για την
Σωτηρία
Του
Σύμπαντος
Κόσμου


Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
Οι ήρωες των παλαιών ταινιών
Που βλέπαμε, καθισμένοι στα χαλίκια
Των θερινών σινεμά,
Πίσω απ' τή φαρδειά φούστα της μάνας,
Με το έντονο κραγιόν στα χείλη,
Έρχονται κάποτε και
Κάθονται απέναντί μας.
Πίνουν το λικέρ που τους σερβίρουμε
Πετώντας ένα "δεν είμαι φίλος".
Μας λένε συνέχειες που λησμονήσαμε,
Τις περιπέτειες τους:
Με αφηρημένους μηχανικούς,
Με φυστικοστραγαλάδες κι ευταξίες,
Με τη γιαγιά του πατέρα
Που σήκωνε το μπαστούνι
Σ' όσους αρνούνταν να το πάρουν το κορίτσι.
Ύστερα, μας χαιρετούν
Και περνούν από τον τοίχο.
Πετούν πάνω από βραδινά συνεργεία
Κι από μάντρες
Όπου κουρνιάζουν κουκουβάγιες,
Πάνω σε σκουριασμένα μεγάφωνα
Απ' όπου ακούγονται-
Ψιθυριστά πλέον-
Οι τελευταίες διαφημίσεις
Για το Στάνταρ Χλωρ
Kαι τις μπογές ρούχων Βλασσόπουλου.


ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ
Ξένισεν ο τρόπος
Του ποιητή Μ.Μ.
Όταν-χθαμαλή τη φωνή-
Διάβασε το ποίημά του "Βιογραφικόν"
Ως εξής:
1946, 1947,1948 κ.ο.κ.
"Ο Αριστοτέλης τί θα'λεγε;"κραύγασα,
Ξαφνιάζοντας το αμφιθέατρο.
Την επομένη-ίσως και πριν τριάντα χρόνια-
Τρόμαζα στη θέα του τεράστιου
Ψαροκόκκαλου
Που είδε ο Σπένσερ Τρέϊση,
Αντί του ξιφία που τραβούσε-
Εκλεκτό των καρχαριών έδεσμα.

Από τα χρόνια μας,
Καθώς περνάει ο Καιρός,
Μου'λεγε με τον τρόπο του
Ο σοφός Μιχαήλ,
Χάνεται η μνήμη και τα συναισθήματα.

Μένουν μονάχα
Αύξοντες
Αριθμοί


ΗΤΑΝ
Ήταν ένας έρωτας που θύμιζε ναυτίλο
Που ανεβοκατέβαινε σ'αρυτίδωτη θάλασσα.
Ή ένα παιδί ευτυχισμένο και γαλάζιο-
Τόσο γαλάζιο,όσον η ευτυχία.
Ήταν μια πόλη μακρινή και κρυστάλλινη
Που σκέπαζε αργά ένα χιόνι ανθοπετάλων,
Μια αίσθηση ποθητού γυρισμού,
Ένα τραγούδι νυχτερινής σειρήνας.

Όταν ξύπνησα είδα
Ότι μου έχουνε σερβίρει
Και πάλι
Μαύρο
Γάλα
ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ
Τί Μαρινέτι κι Εμπειρίκος;
Τί "ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου";
Ποια τα κουραφέξαλα
Φουτουριστών
Ντανταϊστών
Υπερρεαλιστών;
Η ποίηση είναι χωμάτινη.
Χωμάτινη και φωτεινή.
Επειδή
Χοϊκός και ηλιόφρων
Είναι εκείνος
Που, αδράχνοντας το ευτελές,
Το ζυμώνει με το Χρόνο
Και τη συνθέτει.
ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΑ
Τί Μαρινέτι κι Εμπειρίκος;
Τί "ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου";
Ποια τα κουραφέξαλα
Φουτουριστών
Ντανταϊστών
Υπερρεαλιστών;
Η ποίηση είναι χωμάτινη.
Χωμάτινη και φωτεινή.
Επειδή
Χωμάτινος και ηλιόφρων
Είναι εκείνος
Που, αδράχνοντας το ευτελές,
Το ζυμώνει με το Χρόνο
Και τη συνθέτει.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Ο ΞΕΝΟΣ ΝΟΥΣ

Προχθές, τους έβλεπα
Ως ποδηλάτες του ουρανού.
Σήμερα περπατούσαν στις αλλέες
Κινούμενα-λες- αγάλματα:
Ο Τσακιτζής, ιππότης των ορέων
Και ο,άλλοτε μοναχικός,
Όπως ο λύκος της στέππας,
Πορτοφολάς του Μπρεσσόν.
"Μα"τόλμησα "σεις είσθε φαντάσματα,
Ανύπαρκτοι, χωρίς τον ξένο νου".
Γέλασαν κάτω απ' τα ραγισμένα
Καπέλλα τους."Και συ";
Ρώτησαν μονομιάς"και συ,
Νομίζεις ότι διαφέρεις;".

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ
Κι ύστερα ήρθανε οι λέξεις-
Ένθετα εντός μας
Καταλήξανε
Μορφώματα.
Δεν ερμηνεύουν τίποτε.
Δεν είναι, όπως τα πουλιά,
Ξέφτια του Παραδείσου.
Δεν είναι, όπως τα σύννεφα,
Σαν παλαιές, πού'σβήσανε,
Αγάπες.
Μόνο, στιγμές, σκιρτούν
Γυρεύοντας ν' ανθίσουνε
Τραγούδια. 

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013


ΠΟΣΟ
Πόσο εσείς κι εγώ θα ωφεληθούμε
Αν κάθε ουρανό ονομάσω
Αδιέξοδο;
Τί θα κερδίσει η ποίηση
Αν τα παιδιά
Πιο λυπημένα
Ζωγραφίσω;
Γι αυτό πάντα ένα φως αφήνω
Να ανάβει
Να αιωρείται ένα χάδι
Κάποιο ν'ακούγεται στο ζόφο
Τραγούδι προς παραμυθίαν  
Ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ
Δος μας ξανά, Κύριε,μια μέρα
Από τα παιδικά μας χρόνια
Μια μέρα μ'ανθισμένο ουρανό
Τότε που τα νέφη φορούσαν
Οικεία μας πράγματα κι ανθρώπους
Τα δέντρα ανθίζανε μια λύπη χαρωπή
Και γέμιζαν τα τελευταία παραμύθια
Την του ύπνου μας αιθρία
Κοιμόμαστε μ'ένα εύπλαστο,δροσερό αστέρι
Σφιγμένο στην παλάμη
Τα όνειρά μας ήσαν λευκά
Όπως τα φτερά των αγγέλων
Φέρε μας, Κύριε,τους μικρούς στροβίλους
Τα πετροχελίδονα και τις τουλούμπες
Τα αρχαία άλογα και τις γονυκλισίες
Τα δοξαστικά, τα φυσοκάλαμα
Το τρενάκι που κουβαλούσε πηλό
Στο τουβλάδικο του Τσαλαπάτα
Δος μας,Κύριε,΄το στεναγμό και την ειρήνη 

Γιάννης Τσίγκρας

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ
Εδώ μετρούμε το χρόνο με παράδοξα
Απουσίας διαστήματα
-Τόσος καιρός απ' το θάνατο του δείνος δημιουργού-.

Τί άραγε ωφελούν
Αυτές οι επέτειοι;

Οι άπειρες θύρες στη Συνέχεια;

Κατά κανόνα, ο τιμώμενος υπήρξεν
Όπως ο συγγραφέας των "Δαιμονισμένων":
Όπως κι εκείνος, θα τρελαίνονταν
Στη σκέψη ότι κάηκε η πόλη
Όπου είχε εμπιστευθεί ένα χειρόγραφό του.

Προς τί η δική μου έγνοια
Για το "χωρίς του",
Αν δεν τον γνώρισα προσωπικά;

Θα τον ευγνωμονώ
Βέβαια
Γι αυτό που μου πρόσφερε
Κι έκανε λιγότερο ανιαρή τη ζωή μου.

Κάποιος αρνήθηκε το δέκατο βραβείο-μπράβο του
Άλλος κυκλοφορούσε μ'ένα μυρμηκοφάγο για σκυλάκι.
-Το ονειρεύτηκα κι εγώ αυτό-.

Όμως, πάνω απ' όλα, μετράει το έργο τους
Που ταξιδεύει
Με μαγικό χαλί

Χωρίς τον Ιζνογούντ
Πάνω του σταυροπόδι.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ
Απ' των πασχαλανθών τη χώρα
Ερχόμαστε

Μια μακρινή Επικράτεια
Όπου υγρές κυνηγούσαμε σκιές 
Και πολύχρωμες πεταλούδες 

Εκεί Κρατούσαμε το κερί από τη φλόγα του
Κι ανεβαίναμε έως εβδόμου ουρανού
Με τα τσέρκια και τα λαμπερά ποδήλατα

Μουσική νιώθαμε την ουσία της ψυχής

Όταν άνοιγαν τα νυχτολούλουδα το βράδυ
Υποκλινόμαστε μπροστά τους

Ποιος σχοινοβάτης μας μετέφερε ώς εδώ
Στη γη της αράχνης και του κάκτου
Ποιος τον ικάρειο ενθουσιασμό μας σκούπισε
Από το μέτωπο και τους ώμους;

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

ΔΑΓΚΕΡΟΤΥΠΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Τ'άστρα που ανάβουν ένα- ένα,
Σα νυχτερινά τσιγάρα,
Υπάρχουν κι όταν,
Πολύβουοι, φθειρόμαστε στην Αγορά
Κραυγάζοντας του Μηδενός την αξία.
Η σκόνη των γαλαξιών αιωρείται,
Την ώρα που οι λέξεις
Σφυρίζουν, μέσα από σάπια δόντια,
Σαν τα ποντίκια που τσιρίζουν στην παγίδα.
Οι αστερισμοί κι οι γαλαξίες
Αποτελούν το αρνητικό
Μιας
Του Χρόνου
Δαγκεροτυπίας,
Που μελετάει ο Άγγελος
Ανύστακτος,πλάι μας, να μένει.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΕΛΙΟΤΙΚΟΝ ΑΠΡΙΛΗ
Οι γυναίκες μάζευαν με τις σκούπες
Εκείνο τον ελιοτικόν Απρίλη
Τα νεκρά χελιδόνια
Απ'το γιαπί της γειτονιάς
Το "Χριστός Ανέστη" των γραφιτών
Έμοιαζε ξεχασμένο
Καθώς οι άνδρες τσακώνονταν για την ΕΡΕ και το Κέντρο
Σουβλίζοντας το αρνί
Μόνον ο Νικολάκης ο Κρεμαστάς
Πήγαινε, όπως μας είπε, στον "τα..τα..τα.."
(Κατάλοιπο εμφυλιακής σφαίρας η ανημπόρια αυτή)
"Στον τάφο της Ιφιγένειας"
Σε λίγο χορεύαμε την Παπαλάμπραινα
Ενώ νιφάδες έμπλεκαν με πέταλα γκορτσιάς

ΤΟ ΑΔΙΑΣΤΑΤΟ ΤΟΠΙΟ
Το μόνο που αποδέχομαι
Εν τέλει
Είναι ότι δεν είμαι μόνο
Ό,τι,θεωρώ ότι είμαι.
Δεν εννοώ το ζενίθ και το ναδίρ
Της πράξης και του πρακτέου.
Δεν εννοώ μια περίμετρο
Οντολογικής αυτοδιερεύνησης.
Στην πατρίδα της ηλικίας μου
Δεν υπάρχουν καθρέφτες του βάθους
Κι,εξ'άλλου, ο στοχασμός
Έχει τα όριά του.
Μουσικά όρια αλλ'
Υπαρκτά.
Μια βεβαιότητα περιγράφω:
Ότι ο μισός βρέχομαι
Απ' τη Στιγμή
Όπως την εννοούσε ο Κierkegaard:
To αδιάστατο τοπίο
Της Αιωνιότητας.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΝΟΣΤΟΥ
Κάποια,που πλάι μου δεν είναι πια
Πρόσωπα αγαπημένα
Να μείνουν εύχομαι για πάντα αγάλματα
Στα ελικώδη μονοπάτια του εγκεφάλου

Δεν ξέρω αν υπάρχει τέτοια δυνατότητα
Όμως δεν την αποζητώ την Επανάληψη

Αρκεί που η μνήμη ζωντανεύει τα φαντάσματα
Τότε, κάνω ένα προσκλητήριο απόντων
Ζώντων τε και κεκοιμημένων
Και ιχνηλατώ άλλες σχέσεων καταλήξεις

Τοποθετώ στα χείλη τους
Εύηχα ρήματα
Ή
Τη σιωπή την κραυγαλέα

Φτιάχνω,που λένε,τη ζωή μας 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ


Να'ναι εκεί πάνω η σκυλίτσα;
Ρώταγε κοιτάζοντας το ραγισμένο
Από διάττοντες
Θόλο
Κι ύστερα έμπαινε στην τσιγκοπαράγκα της
Και κοιμόταν
Με με το σπιρτόκουτο του χρυσοζούζουνα
Στην φούχτα
Την ονομάσαμε εν τέλει Λάικα
Είχε εφτά γάτες κι ένα πετεινό
Τις νύχτες ο Πακιαπάκιας της τραγουδούσε
Παρεφθαρμένα λαϊκά
"Είναι τ'αδέλφια μου πολλά..."
Τί απέμεινε απ'όλα εκείνα;
Οι μπαξέδες χτίσθηκαν-
Δεν υπάρχουν χρυσοζούζουνες
Ούτε ακούγεται ο κοασμός των βατράχων-
Η Λάικα πήρε εργατικό διαμέρισμα
Ο Πακιαπάκιας σώπασε
Τα "αδέλφια" ξανάγιναν ντέρτια
Το σκυλάκι προσθαλασσώθηκε
Για να πεθάνει στη γη
Και μόνον οι διάττοντες
Μας θυμίζουν παλιές ιστορίες

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


Εκείνα τα παραμύθια
Με τους καλούς και τους κακούς
Με το κορίτσι που έγινε αστέρι
Να μας οδηγεί όταν χανόμαστε στο δάσος
Με τα φωσφορίζοντα βότσαλα του Κοντορεβυθούλη
Που άνοιγαν νυχτερινές εξόδους
Σε κοπιώδεις λαβυρίνθους
Με προσωποποιημένη την αθωότητα
Στα μισάνοιχτα χείλη της κόρης
Που περίμενε, αιώνες κοιμισμένη,το φιλί
Με τον ξύλινο ανθρωπάκο-ένα νευρόσπαστο
Που ο θεός Τζεπέτο του' χε τοποθετήσει
Για έξωθεν νυχτερινή συνείδηση
Ένα γρύλο με μπαστούνι και σμόκιν
Όλα, γιατί τ'αναγνώρισα, τα ονόμασα
Προσομοιώσεις όσων 
Στα χρόνια που ακολούθησαν
Έχω ζήσει
Αργά όμως,πολύ αργά, συνέβη αυτό
Τώρα κοιτάζω μόνο μπροστά
Σ'ένα γλαυκό Επέκεινα
Που κρύβει το υπερδιάστατο Απλό
Κι Αιώνιο
Της αγαλλίασης ή της απουσίας

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

ΦΟΥΡΝΟΣ ΒΕΛΕΤΖΑ
Ο ηρωϊκός Κουταλιανός με τα κανόνια υπό μάλης-
Κάτω κάτιαζε μια κόκκινη κότα-
Κι η Μαργαρίτα Βασδέκη πίσω απ' το βράχο του Σαρακηνού
Να πυροβολεί, στα 1864, τους Τούρκους-
Εδώ που,στο μεσοπόλεμο,φούρνιζε ο Βελέτζας
Και σήμερα τοποθετεί βαρέλια με πετρέλαιο ο ιδιοκτήτης
Που' σαι καημένε Θεόφιλε,με το σκυλολόι πίσω σου
Και τα παιδιά με τις τσέπες γεμάτες γιουχαϊσματα
Να φτιάξεις λέοντες, να ερωτευτείς την Αρετούσα
Να σου τραβήξουν τη σκάλα κι εσύ να γελάς
Σήμερα φορούμε οι μισοί τζην και μας τραβούν
Οι ελάχιστοι με τους λαιμοδέτες
Που κι αυτούς τους σέρνουν τραπεζίτες
Αόρατοι
Σαν τον ήρωα του Χέρμπερτ Τζόρτζ Γουέλς
Ένας ζωγράφος του ονείρου και του μύθου- φουστανελάς
Θα'χε εξαιρετική θέση σε φρενοκομείο
 
ΤΙΠΟΤΕ
Τίποτε δεν έρχεται
Από μακρινούς γαλαξίες
Μέσα στη γλώσσα σου στροβιλίζεται
Ένα "μνήσθητι Κύριε"
Καθώς ο Χρόνος γίνεται
Ποδηλάτης
Και τα τραγούδια αρχίζουν
Να ομολογούν την ηλικία τους
Τα πάντα τότε
Γράφονται με το αίμα της καρδιάς
Και φτάνουν σε μια θάλασσα
Που διασχίζουν οι Γλυκοφιλούσες
 

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

ΘΥΜΗΤΑΡΙΑ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Oι ψυχές, σ' άλλους τόπους
Ανοίγουν μιαν ομπρέλλα
Και ταξιδεύουν
Στα μέρη μας κάθονται
Σα λυπημένα παιδιά
Πλάι στα θυμητάρια
Ένθεν κακείθεν των δρόμων
Κουνούν τα λευκά φτερά τους
Στους ώμους
Τραγουδώντας:
"Στο τριαντάφυλλο
Μαζί με την πορφύρα
Δόθηκε και το αγκάθι
Γι αυτό το μαρασμό θα δείτε
Ως του θανάτου του τρόπο"
 

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΗΡΩΕΣ ΠΟΛΤΟΥ
Προσωπικά προτιμούσα
Τους υποδυόμενους δεύτερους ρόλους
Ήρωες της λογοτεχνίας πολτού:
Τον αγαθό σκύλο Γκούφη
Τον Ποκοπίκο και τη μελιστάλαχτη Χουχού
Κι αργότερα τον αχόρταγο Σπίθα
Τα δεκάδες Ζουζούνια και Τζιτζίκια
Που σκότωνε ο Δαρεμάς
Μ'αντίτιμο ένα δάκρυ μας
Κι ένα διφραγκάκι
Ή στο τζάμπα-κάτω από ευκαλύπτους
Που δρόσιζαν τον περιπτερά της γειτονιάς
Ο Ταρζάν κι ο Γιώργος Θαλάσσης
Έμεναν πολύ πίσω
Στις Εθνικές γιορτές τους ξεπερνούσε
Και η πλέον άσχημη συμμαθήτριά μας
Πέφτοντας στο γκρεμό του Ζαλόγγου
Ήγουν, στο πάπλωμα που στρώναμε
Στο πλάι της μεγάλης σκάλας
Κάτω απ' τα χειροκροτήματα των γονέων
Και των χελιδονιών τα τσιρίγματα



 Η ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ
Τί ή για ποιον ή γιατί
Να γράψεις
Όταν όλοι έχουμε καταντήσει
Σιτοπώλαι;
Στις αύλακες του μυαλού
Έχουν αποκοιμηθεί
Αρχαίες κόρες
Ντυμένες το κροκάτο χρώμα
Νοεμβριάτικου απογεύματος
Η μνήμη και η κίνηση
Δεν επιφέρουν την Επανάληψη
Κι ο Κωνσταντίνος Κωνστάντιος
Η τραυλή αυτή περσόνα του Κίρκεγκωρ
Υπήρξεν υπερβολικά αισιόδοξος
Πιστεύοντας ότι το αντίρροπο
Της Ανάμνησης
Θα μπορούσε να ανακαλυφτεί

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ
Στα μισά της δεκαετίας του 60
Έπεσε ένα αεροπλάνο στα Πευκάκια
Τρέξαμε να δούμε από κοντά
Πώς είναι τα συντρίμμια ενός αεροπλάνου
Το Λιμενικό βέβαια
Είχεν αποκλείσει την περιοχή
(Το βράδυ, προσευχηθήκαμε όλοι
Για την τύχη του πιλότου-
Δεν επέζησε)
Κάποιοι μάγκες, κατάφεραν
Μέρες μετά,είναι η αλήθεια
Να μαζέψουν μέταλο σε κομματάκια
Και να το μοσχοπουλήσουν σε μας
(Κομμάτι και δεκαρούλα
Ή χρυσοζούζουνας
Δεμένος με κλωστή)
Το πιάναμε πάνω στη φανέλλα
Το νικέλιο αυτό
Σα χαϊμαλί
Ένα τέτοιο κρατούσα σφιχτά
Το βράδυ που ο Ολυμπιακός
Κέρδισε τη Σάντος του Πελέ
Η αλήθεια είναι ότι
Ευχόμουνα να χάσει-
Σα σωστός αεκτζής
ΤΕΤΟΙΟΝ ΚΑΙΡΟ Η ΑΝΟΙΞΗ
Tέτοιον καιρό η Άνοιξη
Κρύβεται στους αστερισμούς
Στον Αλντεμπαράν, το Σείριο
Και τις Πλειάδες
Σχεδιάζει, προσεκτικά
Mια νέα ανθοφορία
Μεριμνά για
Τον αλλοτροπισμό των ανθρώπων
Επωάζει τα αυγά των ερώτων
Όταν, στοχαστικά,κοιτάζει
Το αχανές και παγερό σκοτάδι
Είναι για να υπολογίσει
Ποιοί θα τη συνοδεύουν
Στην επόμενη αναχώρησή της

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

ΤΙ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕ;
Από την εποχή
Που,κρατώντας μια σφαίρα γυάλινη
Με το χιονισμένο Λευκό Πύργο
Ακούγαμε, στα σκοτεινά δωμάτια
Σερενάτες σαρακιού παλαιών επίπλων
Και τις μπουκωμένες με καρφίτσες μοδίστρες
Να πετούν ένα "εδώ σου πάει"
Απ'τον Καιρό των αεροστάτων και των τριζονιών
Των λούνα-παρκ, του γύρου του θανάτου
Και της ανάμικτης οσμής χαλβά
Κι ασετυλίνης
Τί μεσολάβησε ώς το Σήμερα
Της σούπας ασήμων ημερών;
Tο χρύσειον-κατά Λουκιανόν- άωτον
Ή
Η σκοτεινή του βίου μας οπή;

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ
Θα'ρθει κι ο Καιρός του αναγκαίου εκτελωνισμού
Μια δεσμίδα χειρόγραφα θα παρουσιάσεις
Στους ανθρώπους με τα επιμανίκια
Τους κονδυλοφόρους
Και το ζυγό ακριβείας
"Η απόλυτη αθωότητα"
Απολογητικά σχεδόν, θα ονομάσεις
Εκείνοι θα σε κοιτάξουν καχύποπτα
Και θα ζυγίσουν
Με αντίβαρο, το όνειρο μιας πεταλούδας
Με ζύγι,το στεναγμό ενός Αγίου
Μη περιμένεις και μεγάλη
Εκ μέρους τους
Επιείκεια

 

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΛΙΠΑΣΜΑ
Η ατομοκρατία των καιρών
Τούτο το χάσμα με τις αγριοσυκιές
Και την σκληρή εμμονή στο  Τίποτε
Τινάζει τα κυκλάμινα των στίχων
Για τον άνθρωπο που χαίρεται
Ή που πονά
Πώς να το πώ;
Είναι σαν το καπέλο του θαυματοποιού
Που καταπίνει κουρελόχαρτα
Και γεννά  λευκά περιστέρια

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΤΗΡ ΠΑΝΤΩΝ
Δεν είναι φορείς υβριδίων
Οι θεωρίες
Θυμάμαι τον"Μόργκαν τον τρελό εραστή"
Να παριστάνει το θυμωμένο γορίλα
Μπροστά στον τάφο του Καρόλου
Ακούσιου πατέρα του Ιωσήφ με το ματωμένο μουστάκι
Άλλοι πίστεψαν σε φυλετική ανωτερότητα
Επειδή ο ενθουσιαστικός τους συνεπήρε
Λόγος για τον εαυτό 
Επεκτεινόμενο στον αιώνα
Κείμενα εξαίσια
Που, αντί για τραπέζι εργαστηρίου
Τα απλώνουμε στον πάγκο του χασάπη
Θεέ μου
Κάνε να μην ισχύσει ο λόγος  του Εγγονόπουλου
Για τα "λίγα και πικραμμένα ποιήματά"
Τα "γραμμένα "πίσω απ'αγγελτήρια θανάτου"
Κάνε να γράψουμε απλά κι ανόθευτα
Για τη ζωή, τα λουλούδια,τη θάλασσα
Την Αγάπη

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

ΚΑΤΩΦΛΙΑ
Παντού υπάρχουν κατώφλια
Σημεία εκκίνησης
Αίθουσες για μια ατέλειωτη αναμονή
Τί αρχίζει, τί τελείωσε, τί περιμένουμε
Στον κόσμο των συμβόλων;
Μοιάζουν με τα παιδικά στοιχήματα όλα αυτά-
"Μη πατάς τα διάκενα των πλακιδίων"
Ή "θα συμβεί αν η κοπέλλα της γωνιάς
Κλείσει το πράσινο αλεξήλιόν της"
Στην ηλικία που κοιτάς μπροστά
Ορίζει ο ήχος του ρολογιού-
Το "τικ"του δευτερολέπτου-
Άν η πόρτα ανοίγει στον ασέληνο ζόφο
Ή στο υπέρ τη φωτεινότητα Φως

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013


Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ
Κι όταν τον ρώτησα τί σημαίνει
Ένα "Η σκοτεινή Νέκυϊα"
Στην ταμπέλλα του μικρού καφενείου
Ο πατέρας κίνησε τον δεξί του ώμο
Την ίδια στιγμή ακούστηκε
Το σφύριγμα αόρατου πλοίου
Κι ο τυφλός ακκορντεονίστας
Που κάθονταν απέναντί μας
Σηκώθηκε απ' την καρέκλα
Τινάζοντας από πάνω του
Άνθη μελικοκκιάς

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΜΟΝΟ
Μόνο που οι ποιητές, δε θ' άλλάξουν τον Κόσμο
Με πολύτροπα δάκρια
Και πολύκροτα "σαν"
Με ρωμαλέα
Κι αδαμάντινα
Ρήματα
Τί θα προσφέρουν στο κορμί μας
Οι περισσότερες ρυτίδες;
Τί θα προσφέρουν στην ψυχή μας
Οι περισσότερες ραγισματιές;
Ένα τραγούδι ανθισμένο περιμένουν ανυπόμονα
Εκείνοι των οποίων
Τετάρακται
Και κατώδυνός εστίν
Η καρδιά-
Όσοι νιώθουν 
Ότι αχνά συντονίζονται
Με μακρινά τους ακόμη
Χερουβικά
ΚΑT' ΟΝΑΡ
Απ'τα βλέφαρα κρέμεται ένας ύπνος
Γεμάτος κινήσεις αχνών σκαραβαίων
Η πόλη άδεια
Δίχως αδριάντες και ποδήλατα
Δίχως ένα κόκκινον ήλιο
Πιασμένο με μανταλάκι
Στην απέναντι ταράτσα
Οθόνες νεφών  κυνηγιούνται
Ψιθυριστά ακούγεται μια αφήγηση
Μακρυά σα συναξάρι
Σαν το ποτάμι που ασημίζει από ψηλά
Τις άναστρες νύχτες

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ
 
Μια νυχτοπεταλούδα στο φως της αυλής
Φάνηκε τεράστια στον απέναντι λευκό τοίχο
Τ'ανθάκια του γιασεμιού άσπριζαν πλάι μας
Ακούστηκε ένα χρεμέτισμα
Η κυρία Κλειώ είχεν ακουμπήσει
Το 45αράκι στο πικάπ
Κι ευθύς εμφανίστηκαν
Απ'το σκοτάδι,λες,κομμένοι
Ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, ο Μπαρμπαγιώργος
Κι ο πειναλέος ο καμπούρης
Με την οικογένεια
Οι άλλοι δεν το πήραν είδηση
Μα εγώ
Ακουσα το θίασο να μιλάει για τις ζωές μας
Τί κουβάλησε ο καθένας το μεσημέρι
Απ'το φούρνο
(Σίγουρα καρφωτή αυτή του Καραγκιόζη)
Ο δράκος, πριν πεθάνει,μου προφήτεψε
Φόβους μου μελλοντικούς 
Στο τέλος ήλθε κι ο Νιόνιος
Με μπουγαρινάτη κιθάρα
Για τση γυναίκες,έλεγε,και τσου καημούς
Πράματα -τότε μου- ακατανόητα
Μόνον εκείνη η πεταλούδα μεγάλωνε συνέχεια
Ώσπου τα σκοτεινά φτερά της ακουμπήσαν
Στης οικοδέσποινας τα μάτια

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΣΑΜΑΛΑΔΕΣ
Οι σαμαλάδες εμφανίστηκαν στις αρχές του 1960
Ήσαν δωδεκάχρονα παιδιά
Με μια τάβλα γλυκό κάτω απ' τη μασχάλη
Και μια σπάτουλα στο δεξί χέρι
Διέσχιζαν,διαλαλώντας, την πόλη
Την τετραγώνιζαν αυτή τη γενέτειρα
Το σχήμμα της έδιναν φακέλλων
Αυτά τα γράμματα δεν έμεναν ανεπίδοτα
Κάποτε τα άνοιγαν οι ίδιοι
Στην άκρη κάποιου χωματόδρομου με νυχτολούλουδα
Ισορροπώντας την τάβλα στο γόνατο
Και διάβαζαν τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν
Εύρισκαν λέξεις γλυκύτερες απ' το σάμαλι
Για την αγάπη που δε γεύτηκαν οι ίδιοι
Για την αγάπη που μπορούσαν να προσφέρουν


Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΥΨΙΠΕΤΕΙΣ ΚΑΙ ΧΟΪΚΟΙ
Οι λέξεις είναι όπως τα τοπία στα όνειρα
Δεν μεταμφιέζονται απλώς-
Μεταμορφώνονται
Μοιάζουν με τους εύθραυστους
Κορυδαλλούς
Στα χέρια των παιδιών
Βρίσκονται πάνω από
Τους πολύτιμους λίθους
Γιατί ονομάζουν
Το κάθε τί
Στο σύμπαν
Ορατό κι αόρατο
Υψιπετές και χοϊκό
Οι λέξεις αποτελούν κελύφη
Που περικλείουν την Ουσία
Όσων κατανοούμε και των επέκεινα α-νοήτων
Αποφαντικά ονομάζουν και το Υπέρτατο
Εντούτοις είναι τρυφερές
Όσο οι τεθλασμένες ανοιξιάτικων εντόμων
Όσον οι προθέσεις εκείνων
Που ανακαλύπτουν ένα ανθάκι
Σε μια σελίδα παλαιού βιβλίου

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΟ ΚΑΘΑΡΟ ΤΗΣ ΒΙΩΜΑ


Η Αγάπη δεν ακούγεται σαν το τζιτζίκι
Στον κλωβό δυο ενωμένων παιδικών χεριών
Καταργεί πολύχρωμες παντιέρες
Και θριαβικά του θανάτου εμβατήρια
Αψίδες δεν ανυψώνει
Τείνει προς το σημείο
Μηδέν
Του λόγου
Κι έξαφνα
Ως πράξη
Γιγαντώνεται
Η Αγάπη ανάβει ένα φως
Στο σκοτάδι της ψυχής
Όπου νυχτεριδόμορφοι πετούνε δαίμονες 
Υπάρχει ξένη προς
Το
Ίδιον
Βλέπει τον Άλλο
Κι όχι τους καθρέφτες

Την έμπονη προτείνει προσευχή:
Πέρα απ' την κούφη αγαπολογία
Να μας δοθεί να φτάσουμε
Στο καθαρό της
Βίωμα

(Στην Κατερίνα Δε. Στα. Πα.)

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

ΦΥΛΛΟΒΟΛΑ
Όλα τα στοχαστικά ποιήματα
Καταλήγουν, στο νόημά τους, φυλλοβόλα
Δεν υφίσταται, όμως,ένας Γαλαξίας αληθειών
Που να βεβαιώνει την ανάγκη της ύπαρξής τους
Η Αλήθεια δεν είναι φέτες καρπουζιού
Να τη μοιράσεις, όπως τα ιμάτια

Είναι ο μονοκόματος θείος χιτώνας

Ούτε τα αειθαλή κι ανθισμένα
Τα, επ'εμοί, αστικολυρικά στιχουργήματα
Tρέφουν ψευδαισθήσεις για την αιωνιότητα
Διακοσμούν, απλώς, τις γωνιές του μυαλού
Όπως οι ζωγραφιές στα παιδικά δωμάτια
Όταν μια ΄κάθετη γραμμή τιτλοφορείται"η γιαγιά μου"

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

ΚΙΚΙΡΙΚΙ
Σε κάποια αποκριάτικη Κυριακή του 1962
Είχε φορέσει καφάσι με τουλπάνι στο κεφάλι
Και φαρδιά στρατιωτικά παντελόνια-του αδελφού
Ήταν η μόνη που δε γνωρίσαμε
Της προσάψαμε,έκτοτε,το παρωνύμι
Κικιρίκι
Όταν ο πατέρας της έπαιρνε στον ώμο
Μια πλεξίδα σκόρδα για να βγει στη γύρα
Τον συνόδευε ώς την αυλόθυρα
Ανάμεσα σε εαρινά τριαντάφυλλα και πασχαλιές
Ύστερα ξεχάσαμε την παρουσία και των τριών
Μόνο στο πέρασμα του δρεπανηφόρου τους θυμόμαστε
Και προσέχαμε μη γελάσουμε με την παλιά
Εκείνη μνήμη την αταίριαστη στην περίσταση
Προχτές,βέβαια,ένα ανεμίζον κηδειόσημο στο στύλο
Με το επίσημο όνομά της
Μας θύμισε ότι εδώ και χρόνια
Δεν λαλούν στη γειτονιά οι πετεινοί
Τα σκόρδα τα πουλούν στα μάρκετ
Άρα, οι λιγότερο ευαίσθητοι, μπορούσαν
Να θυμηθούν και να γελάσουν
Μόνη είχε απομείνει άλλωστε, ποιος να πειραχτεί;

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΑΜΑΤOYME
Κάποτε σταματούμε να γράφουμε
Η ποίηση,σκεφτόμαστε,δε μας πρόφερε και πολλά

Στην πραγματικότητα, βέβαια, εμείς δεν προσφέραμε
Σ' αυτό που είδαμε σα γυάλινο πύργο που μας περιέχει
Και στους απέξω-όσους μελετούμε
Ως εμβριθείς λεπιδοπτερολόγοι

Η ποίηση είναι το ιαματικό λαδάκι
Απ' το άσβηστο καντήλι της γιαγιάς
Κι όχι η ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου

Στο ποίημα γρανάζια δε γυρίζουνε τροχούς

Ένας ξυπόλητος Χριστός μονάχα περπατάει
Και ευλογεί
Ακόμη κι εμάς

Τους θλιμμένους ναρκίσσους

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

ΙΑΣΟΝΟΣ 1960
Έσπρωξα την πράσινη πόρτα
Ο άντρας, με τόνα πόδι πάνω στ' άλλο
Ξερακιανός-το καβουράκι να του σκιάζει
Το μέτωπο και τα μάτια-
Μοιράζονταν
Κάτω από μυγόστικτη κορδέλλα
Ένα πιάτο τηγανητές μαρίδες
Μ'ένα μαύρο γάτο
Η σερβιτόρα ώρμησε πάνω μου
Πίσω ακούστηκαν χλιμιντρίσματα
Οι αμαξάδες έφταναν στην πιάτσα
Ένας- ένας με χλωμά πρόσωπα κ' ιδρωμένα άλογα

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013


ΕΔΩ
Εδώ που φτάσαμε φυσάει το Αιώνιο
Ρίχνει τα φύλλα από τις λέξεις
Ο τόπος που ακολουθεί ανθίζει
Σαν μια ασύνθετη, απλή,υπέρλογη
Καινούργια καλοσύνη

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΠΗΛΙΝΕΣ ΚΟΡΕΣ
Κάποτε ζούσα σε μια χώρα
Με βούρλα, αλμυρίθια και γλάρους
Με κεραμιδένιες κόρες
Που έπλεαν σε χθόνιο κρόουλ-πλάι σ' αετώματα
Είχαν προηγηθεί οι σεισμοί του '55
Και τα μπάζα δημιούργησαν τη Νέκυιά μου
Είχα κι ένα τσέρκι και μια φούρκα
Και την πεποίθηση ότι ήμουνα μεγάλος
Τόσο, ώστε να ζητώ απ'τα πήλινα αγάλματα
Να μου μιλήσουν για σκάλες και κήπους
Για παιγνιδίσματα του φεγγαριού
Με τα χαμένα δάχτυλα αρχαίων φοινίκων
Ακουμπούσα στο σαγόνι τις παλάμες και ρωτούσα
Συνήθως μου'κλεβε το τσέρκι
Ο πρώτος που περνούσε σαμαλάς

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

O πατέρας, η μανιά Σταυρούλα, ο θείος Τόλιος 1932

Ριζόμυλος. Σ΄εκείνες τις στατικές οικογενειακές πόζες -δοκίμια για τον Καιρό 

ΕΙΚΟΝΑ
Ευδία
Μακρινό και μισοσβησμένο
Ακούγεται σμυρνέικο μαρς
Στην΄προκυμαία
Το παιδί
Σε μια κορδέλα έχει δέσει ένα γλάρο                                             
Και τον ακολουθεί
Όπως το πεπρωμένο
Όπως το Χρόνο που μετριέται
Με τις
Ασημένιες
Ρυτίδες
Της θάλασσας

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

ΣΤΙΣ ΑΚΡΩΡΕΙΕΣ
Στις ακρώρειες των λέξεων
Φύεται μόνον ένα λουνα παρκ
Με ασφοδέλους στα στόματα όσων
Τις πρόφεραν κατά καιρούς

Στα όρια φυτρώνουν λουλούδια
Μ' εκείνο το ιώδες
Που προσδοκά την επανάληψη

Στις κλιτύες τους
Ανηφορίζουν ποιητές κι άλλοι επαίτες
Του νοήματος

Ενώ, ψηλότερα
Σε πορφυρά συννεφάκια
Εχουν στηθεί τραπέζια με μελανοδοχεία
Και οι τελώνες περνούν τα επιμανίκιά τους
Ζυγοί τοποθετούνται για να μετρήσουν
Το βάρος και τις προθέσεις των λαλούντων

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΕΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΙ
Μάζεψα τα ακριβά μου πράγματα και λόγια
Σ' ένα στρογγυλό κουτί
Από σοκολατάκια- του 1938
Εκεί που η μητέρα έθαβε παλιές φωτογραφίες
Ένα κουτί κυκλικό είναι
Με διαγώνιο ίχνη από σταγόνες
Σπέρματος μεταξοσκώληκα
Τοποθέτησα το πρώτο "ας"και πάνω του
Ένα "τρέχουμε;"
Πιο ψηλά το πρώτο δαχτυλίδι
Που κύλησε στη σχισμή των ενωμένων μου χεριών
Ένα φιλί, ένα διάττοντα, το πρώτο
Που εισέπραξα "όχι" και την οσμή
Κομμένου και μαλακού χορταριού
Ένα αγγελάκι, μόνο, δε χωρούσε
Έμεινε έξω κι έκτοτε
Στο μέρος βουίζει της καρδιάς
 

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

ΤΕΛΕΣΙΟΥΡΓΙΑ
Η ποίηση τελεσιουργείται
Στο βουερό άηχο της πράξης
Κι άπρακτο του λόγου
Ο οποίoς αποτελεί επίσης πράξη

Στο μεταλεκτικό
Κι όχι,κατ'ανάγκην, έξω απ' τη λέξη
Ενδεχομένως,εντός του πυρήνα της
Ανθίζει, ως ένας εκ των ένδον φωτισμός
Όπως στις βυζαντινές εικόνες

Την ποίηση τη βρίσκουμε στην εναργή ατοπία
Των αποφάνσεων
Γνωρίζουμε, κυρίως

Δεν
Αποτελεί
Ποίηση
ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ
Ογκανίζουσες οι αγριόχηνες πετούσαν, σφηνοειδώς
-Κι απ'τη Δύση-
Έξω απ' το σπίτι με το φούξια λαμπιόνι
Πέρασαν δυο άνδρες
Ο ένας έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του
Ο άλλος σκούπισε μια φυσαρμόνικα στο μανίκι

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Ο ΧΡΟΝΟΣ

ΟΙ ΘΕΡΙΝΕΣ ΜΑΣ ΝΥΧΤΕΣ
Λυσίκομη τη θυμάμαι
Μ'ένα διπλό φούλι στα χείλη
Ν'αναγγέλει το  μέγα Επερχόμενο:
Τη θερινή νύχτα, με τους γαλαξίες
Και τις μεθυσμένες νυχτερίδες
Άναβαν τότε- φρυκτωρίες-
Στους γύρω λόφους οι αστερισμοί
Ο Δεδούσης ξετύλιγε την Άρκτο
Εγώ κρατούσα την ουρά
Με τον Πολικό ανάμεσα στα φρύδια
Και το κάθε, στο Σύμπαν, παιδί
Αναλάβαινε το ρόλο του
Μόνο ένα μικρό
Μικρό και πικραμμένο
Στέκονταν κυρτωμένο στη γωνιά
Μιλούσε με το Χρόνο, τον κρυμμένο
Στο λαιμό της σκουριασμένης τουλούμπας
Στους ίσκιους των φυλλωμάτων
Που έπαιζαν στις ακιδωτές μάνδρες
Ποτέ δε μας μετέφερε τι του'λεγε
Όταν το καταλάβαμε ήταν αργά
ΤΑ ΟΝΤΑ
Η διερώτηση
"Γιατί να υπάρχουν τα όντα κι όχι το τίποτε;"
Μάλλον πρέπει να θεωρηθεί άστοχη
Τα όντα καλλύπτουν το "τίποτε"
Που είναι μια λέξη- ένα πράγμα
Στο πραγμοειδές του ανθίζουν λουλούδια
Σκοτεινά λουλούδια-πράγματα
Που ασθμαίνουν
Μικραίνοντας
Ή προσπαθώντας να απαλλαγούν
Απ'την ουσία τους
Παραμένοντας κούφια κελύφη απουσίας

Πώς να γράψεις ένα ποίημα στο τίποτε;
Σου χρειάζονται τα όντα
Όπως τα κάστανα στη γεμιστή κότα της γιαγιάς

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ
Η Ζωή δεν είναι το ημιτελές όνειρο μιας πεταλούδας
Που βαραίνει στο ακατανόητο ημίφως- τη νομιμότητα
Δεν χρήζει εκ μέρους μας, νοήματος
Όσα λείπουν από σένα, τα κρύβω εγώ
Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού μου
Στην εποχή που αντίκειται της διαχείρισης
Κι απαιτεί άλογη κτήση
Κύριε, δεν κατανοήσαμε τη δεύτερη μεγάλη εντολή
Εν ή κείνται ο Νόμος και οι Προφήτες
Συγχώρησέ μας

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

ΠΕΡΠΑΤΗΣΑΜΕ
Περπατήσαμε αυτούς τους δρόμους
Και σ'ευτυχέστερες στιγμές
Τότε που οι γυναίκες δίπλα μας
Όταν σταματούσαν για ένα "για φαντάσου"
Μύριζαν έντονα νεραντζάνθι
Τότε που στο στερέωμα
Γύριζαν κομήτες κι αερόστατα
Σαν ένα καρουζέλ που κυνηγούν οι φωτογράφοι
Περπατήσαμε αυτούς τους δρόμους
Μ'αέρα που σφύριζε: "ο Καιρός"
Φώναζε:"ο Καιρός είναι ο κανελί σκύλος
Που,έντρομος,κυνηγάει τον ήχο του πόνου του"

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΛΕΞΕΙΣ
Όλβιες οι λέξεις στην κουβέντα μας
Τι αχνοσήματα ουσιαστικά, τι ρωμαλέα ρήματα
Ουρές προθέσεων κι εγκλιτικών.
Εκείνο μόνο, το πικραμύγδαλο το νόημα
Παίζει, στη φράση, το κρυφτούλι
Σαν τα νυχτερινά παιδιά
ΕΝΑΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
Όταν Σ' άκουσα να λές
"Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά"
(αργότερα το μελετούσα στην άρνηση
και το πικρό μου κλάμα)
υπήρξα ο ευτυχέστερος του κόσμου.
Δεν φανταζόμουν το υδάτινο βουνό,
την άνοδό μου μ' ένα Σου "ελθέ",
τη βύθισή μου με το φόβο.
Κύριε,τώρα το ξέρω:
Οι πέτρες τόσο στέρεα συγκρατούν
Όσο εύκολα βουλιάζουν.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013


ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΟΙΗΣΗ
Αγαπώ κάποιους ποιητές
που αγνοούν καλλιέπειες και άνθη.
Κάνουν το μολύβι τους νυστέρι
κι ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου,
αποκαλύπτοντας δράκοντες
ή
αστραφτερούς αγγέλους.
Αγαπώ κάποιους ποιητές
που, κοιτάζοντας βαθιά εντός τους,
βλέπουν τον Καιρό της Επιλογής και της Προσφοράς.
Το ποίημα, τότε, φαίνεται ο κρυφός μαργαρίτης
που φυλάχθηκε από τα δόντια των χοίρων,
χάρη του πονεμένου.
Το ποίημα,τότε, γίνεται το έλαιον και ο οίνος.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Παράξενο
Υπάρχει και η θάλασσα
Τη θυμόμαστε,κάποτε, στους χωρισμούς
Αλλά και τότε τη γεμίζουμε ιπποκάμπους
Αστερίες και εσμούς ναυτίλων
Η θάλασσα, εντούτοις, μ' εκείνο το ρυτιδωμένο
-Στους βοριάδες-
Δέρμα
Υπόσχεται το οριστικό κι αμετάκλητο
Υπόσχεται την όχθη της
Στο παιδί που παίζει με τα κότσια
Τους κωπηλάτες που θρηνούν
Τον Ελπήνορα
Με τον τσακισμένο αυχένα
-Εκείνη της Νέκυιας
Τη μεθυσμένη σκιά-
Η θάλασσα μιλάει ταυτόχρονα
Στο κριτσινάρι και τον Αλδεβαράν
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
Ανοίγω χωνάκια εαρινών στρουθίων
Τα γεμίζω με φως
Ένα κορίτσι απέναντι, περπατάει
-Ανάμεσα σε στροβίλους-
Με μάτια-υγρές μαργαρίτες
Κουρτίνες αποκαλύπτουν στο φύσημα του αέρα
Παλαιά έπιπλα, μια γυάλα με χιονισμένο τοπίο
Ακούγεται ακόμη και το σαράκι να ισοκρατεί
Κι όμως, το πόνημα μένει ατέλειωτο
Λείπει, θα ' λεγε ο Αλεξανδρινός
Η ποιητική του ιδέα
 
 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

ΟΠΩΣ

Υπάρχουν ποντοπόρα πλοία
Που δεν αναχώρησαν από πουθενά
Και το νόστιμον ήμαρ τους δε θα ξημερώσει

Περνούν μόνο
Μακρινά
Κι
Άγρυπνα

Όπως οι άγγελοι
Και οι αστερισμοί

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

O ΙΣΚΙΟΣ

ΟΙ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΙ ΚΙ Ο ΓΕΔΕΩΝ
Ωτομοτρίς να ξυπνούν κορυδαλλούς και παπαρούνες
Στα σκοδοχώραφα του κάμπου

Σκονισμένοι αγριοβασιλικοί σε αυλές
Και
Πλατέες

Στα μπακάλικα να ζυγίζουν λειψά
Κιρκινέκια με το κρώξιμο του αναπότρεπτου
Δυο σανίδες το αναγκαίον και δή κάτω από αποστολιάτικη συκιά

Ο Κουρουμπλής να ταϊζει λουκουμάκι τη μαίμού
Που έδειξε στο "κοινον"
Πώς αγκαλιάζει η Γιουβουκλάκη τον Παπαμιχαήλ

Κι ο ίσκιος του οσιομάρτυρος
Γεδεών
Του δια Χριστόν σαλού
Να μακραίνει
Ώς την
Αϊδιότητα

Παιδικής
Στιγμής

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ
Μεσημβρινή και βραδινή φωνογραφία
Στη δεκαετία του 50

O Σπυράκος-"γυαλικά σπασμένα κολούμεν"
Άγνωστος ποδηλάτης-"κουτια γάλα σκόνη αγοράζω, οι χούλα χουπ δέκα"
Κοντός κι αδύναμος-"πουλάκια,κλουβάκια,κρεμάστρες"
"Λεκάνες καθαρίζουμε"-ο Καραμούζας
"Μαστχάς παιδιά" και "Σαμαλάκι, πολύ γλυκό"
(Καραγκιόζης στο σπίτι της Κλειούς, από σαρανταπενταράκι
Κι ενώ έπαιζαν οι σκιές της κληματαριάς στούς τοίχους)
"Πω..πω..ένας φίδης" ή
"Είμαι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών"

Σημείωση:Να προσθέσω παντού ουρές
Κι ότι ο Σπυρέτος τραγουδούσε την ικανότητά του

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΤΕΡΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ
Οι τερματοφύλακες των πάρκων
Βραδείς κι ανεπιθύμητοι απ' όλους
-Σχεδόν αποδιοπομπαίοι-
Φορούν ραγισμένα κασκέτα
Οι κινήσεις τους, με τον καιρό, αποκτούν
Μιαν εξαίσια ακαμψία αγαλμάτων
Ολομόναχοι κοιτούν το φεγγάρι
Κι ενίοτε,τα λυπημένα στα παράθυρα,παιδιά
Η κρυφή έγνοια των τερματοφυλάκων, πάντως, είναι
Ανείπωτα κι ανιδιοτελώς,ν'αγαπούν
Τα φυλλώματα και τους ιστορημένους με καρδιές κι αρκτικά
Κορμούς των δέντρων
Που στέγασαν τους έρωτες εκείνων που τους απορρίπτουν.

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΗΛΙΚΙΕΣ

ΛΙΓΑ
Λίγα πράγματα μου έχουν απομείνει
Από κάθε ηλικία μου, άλλωστε, κρατούσα ελάχιστα
Στη μετεφηβεία η οσμή των λαστιχένιων παππουτσιών
Της νεότητάς μου ένα εαρινό γιασεμί ή το "όχι"
Στο παγωμένα ερωτηματικό "να τα πούμε;"
Ακολούθησε το παράλιο κοίταγμα του ρολογιού στην ομίχλη
Τα ταγάρια των κοριτσιών κι η απαγγελία
(Αργότερα προστέθηκαν οι μυστικοι-ο Άγιος Μάξιμος, ο Αββάς Ισαάκ
Τα τέκνα της Φιλοκαλίας κι ο Νίκος Γαβριήλ Πετζίκης
Ο φαρμακοτρίφτης ποταμός των ομοιοτήτων κι εραστής του Συναξαριού) 
Σήμερα ζητώ ένα παράθυρο και τα πάθια του "Μπάρμπα Γιαννιού του Έρωντα"
Ή  τη μυρουδιά των μοβ κρίνων απ"Το νησί της Ουρανίτσας"του ταπεινού μας Μεγάλου.
Τίποτε περισσότερο

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΛΟΓΟ

ΟΙ ΑΓΑΠΑΝΘΟΙ
Οι γυναίκες με δυο ανθισμένους στο πρόσωπο
Αγάπανθους
Έπαιρναν βιαστικά τα παιδιά απ' το Σχολείο
Και τα σαγματοποιεία,πεταλωτήρια και κουρεία
Γέμιζαν από
Ξύλινες ταμπέλες
Με το
"Επιστρέφω αμέσως"
Εκεί
Στον
Τσιγκομαχαλά του Παλαιού Λιμεναρχείου
Ακούγονταν τα βράδια ο καλπασμός
Ενός αρχαίου αλόγου

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΩΣ ΑΝΘΟΣ ΚΙ ΟΝΑΡ

Οι ερέτες του πλου προς την Εκάτη,έχουν αποκοιμηθεί
Μες το ευσύνοπτο όνειρο ενός αόρατου δρυοκολάπτη
Που κουράστηκε να εισβάλλει σε ξύλινα μεσημέρια και να χτυπά
Όπως τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια του λούνα- παρκ
Όπως οι αγαθές μας προθέσεις, τα σκοτεινά αποτελέσματα

Τον ακούγαμε κι είχαμε την αίσθηση σύνολου του δάσους

Μόνο που δεν πιστεύαμε ότι ως άνθος κι ως όναρ περνούν
Οι στιγμές
'Οτι χάνονται οι παντιέρες και τα ποντοπόρα των επαναστάσεων

Ξοδέψαμε μια ζωή για να νιώσουμε ότι
Πάντοτε οι κωπηλάτες θα κουράζονται
Και θα διπλώνουν το τραγούδι τους για μαξιλάρι

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝ ΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ

Αν αφαιρέσεις τις φολίδες του Καιρού
Μένω ο ίδιος
Φρόνιμος κι απροσπαθής
Κρυμμένος στις γωνιές των προθέσεών μου
Ζω σε σπήλαια που μου σκεπάζουν την αυγουστιάτικην έλλειψη
Το δεύτερο φεγγάρι,αρνητικό της αιώνιας μιαιφονίας
Καταλαμβάνω το εδώ και τώρα της Αιωνιότητας
Το στριμωγμένο σε μια δαχτυλήθρα βελανιδιού
Ανάβω σπίρτο ( το τσιγάρο το 'χω κόψει ) με μια
Μικρή κωλοφωτιά
Που ερωτεύεται τα δάχτυλα των πικραμμένων

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΑΛΗΨΗ


ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ ΠΡΙΝ
Κι ήλθαν τα πετροχελίδονα κι ανύψωσαν, μυριάδες,
τα αετώματα, τις σκάλες-βουνά του Ζαλόγγου στις εθνικές επετείους-
και το 9ο Δημοτικό Σχολείο ανελήφθη σ' έναν ουρανό καθαρό
με δρομαία νέφη,σωρείτες μάλλον.
Κι απόμεινε στην αυλή ο Κύριος Κώτσης, με το βιολάκι του
να παίζει την "πανώρια πολιτεία", ενώ στην αυλόπορτα είχε σταθεί,
περίλυπη η Άννα η κατσικού,αυτή, ντε, που φωνάζαμε μάγισσα.
Κι απελευθερώθηκαν από τα φοβερά υπόγεια με τους ποντικούς
ο Αγγελάρας κι ο Τακουνάκιας.
Τρεις χιλιάδες έτη φωτός πριν.

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟΦΑΝΣΕΙΣ

Είναι μια παράταξη αποφάνσεων ο ορισμός 
Το τί είναι πέρα από την ποίηση, ορίζει το τί είναι ποίηση
 
Πάντως
 
Το ασύνθετο 
Ας επιδιώκουν οι ποιητές
Το παιδικό και θεϊκά απλό
Ας το κυνηγούν
 
Αλλ' όχι με καραμπίνα γι αγριόχοιρους

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ


ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ
Κι όταν γεμίζει ο αέρας αρχαία πτηνά
Τα "δεν", τα "πρέπει", τα "τουναντίον"
Κι άλλα κρέμονται απ' τα δάχτυλα
Άλλα ευλύγιστα περνούν στην κόμη
Κι ένα αβάστακτα τρελό, μου λύνει τις περικνημίδες
Τοποθετώ, μπροστά μου, το πλαίσιο που
Ονομάσαμε
Ποίημα
Και
Καλλωπίζομαι
Στον άργυρό του

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Θα'ρθει κι ο Καιρός του "ώς εδώ"
Το τραγούδι θα' χει τελειώσει,τα ρόδια θα ραίνουν το χώμα
Πυκνές στάλες θα παίζουν στα βλέφαρα του Θεού
Η,σαν τον καλπασμό μικρού ιππικού, βοή
Της μπόρας που πλησιάζει θα μεγαλώνει
Όπως τα ανυπόμονα κρουστά μιας ορχήστρας
Εισάγουν στη Συφωνία του κόκκινου Βατερλό
 
Όπως η Σιωπή κάθεται σταυροπόδι
Στην πίστα της καρδιάς κι ανάβει τσιγάρο
Για να στοχαστεί πάνω στην έκλειψη των ερώτων
Και στην έκλειψη εκείνων που έζησαν τους έρωτες

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

ΒΡΟΤΕΙΑ ΣΚΕΨΗ

Η ποσότητα του αέρα που εκτοπίζεις βαραίνει ανεπαισθήτως
Κι όμως
Δεν είσαι τόσος, μια που συμπαντικές θεωρίες χωρείς

Μιαν ερμηνεία κατανοείς
Της μεταμόρφωσης του κορακώνυμου σε κατσαρίδα

Βελούδινες νιώθεις νυχτοπεταλούδες στην κλειστή παλάμη
Και την παράδοξη απόδοση στον
Παλαιότατο των Ημερών
Βροτείας σκέψης:

"Κι εκεί πάνω τραγουδούν παιδιά νυχτερινά-σας πήραμε,σας πήραμε
Και βάτραχοι,τενόροι σκοτεινοί, κοάζουν σε τενάγη"

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΣΤΩ ΚΙ ΑΝ
Έστω κι αν συνήθισα να δραπετεύω συχνά
Η Αγορά μένει πίσω μου
Με τους ρήτορες να εκτοξεύουν χάρτινες σαϊτες τις λέξεις τους
Ξυπνώντας κύνες μακελείων-σχήματα παλαιά
Έστω κι αν γέμισα τις λέξεις λαγούμια
Αυτές προτείνονται ακόμη στις συναλλαγές
Κι αν την αρχιτεκτονική του κυανού  μελετώ
Κάποιοι θα μείνουν να χαράσσουν πάνω του
Θνησιγενή "σ' αγαπώ"- πλάι σε ονόματα
Κατά βάθος,στομφώδη κι ανοίκεια

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΦΗ

ΤΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Πίσω από ένα εξαιρετικά δομημένο κείμενο
Υπάρχει άλλο ένα απλό
Ή
Η μοναχική κραυγή:
"Φοβάμαι"
ΤΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Πίσω από ένα εξαιρετικά δομημένο κείμενο
Υπάρχει άλλο ένα απλό
Ή
Η μοναχική κραυγή:
"Φοβάμαι"
Γι αυτό ισχυρίζομαι ότι ο ποιητής-κυρίως-
Δεν είναι νάρκισσος
Αλλά το χαμένο παιδί
Που κραυγάζει,ζητώντας
Ένα χέρι
Πάνω του να γαντζωθεί

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ;

ΕΙΜΑΣΤΕ
 
Είμαστε φτιαγμένοι από ορθοπλωρούσες Παναγιές
Μυρίζουμε πλατανόφυλλο και χειμερινό λεπίδι φεγγαριού
Μακριά μας περιμένει η Μαυρομαντηλού και ένας ιππόκαμπος
Που βήχοντας ξερνάει τα παιδιά του
Οι φαύνοι κι οι μικρές κωλοφωτιές ανάβουν το τσιγάρο μας
Καθόμαστε σταυροπόδι μέσα στο των πλατειών αγριοβασιλικό 
 
Σαν σε αντίλαλο το Χαϊντεγεριανό μας συνεπαίρνει
Γιατί να υπάρχουμε εμείς κι όχι το μηδέν;

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013



ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΛΩΝ

Επί  των ελών Δημητριάδος, εκεί καθίσαμε και  εκλαύσαμεν. 
Θυμηθήκαμε τη γη των αγαλμάτων με το χθόνιο κρόουλ-μετασεισμική γαρ εποχή-τους κρωγμούς των γλάρων, τα βούρλα και το σπιτάκι των αλατωρύχων, πλάι στη θάλασσα. Δεν υπήρχαν δέντρα για να κρεμάσουμε τους αυλούς και τα πνευστά μας. 
Μόνο μια βρύση με γλυφό νερό.

Κάθε  ηλικία και μια άγνωστη χώρα.
Μα εμείς δεν ξεχνούμε και μοιρολογούμε την, των παιδικών ημερών μας, Ιερουσαλήμ.
Tότε που ψάλλαμε τα Εγκώμια, περνώντας αργά, μέσα απ' τα ανθισμένα μπουκετάκια της πασχαλιάς.
Ο Καραβασίλης, ο Αράπης, ο Τσαλούχας, εξαπτέρυγοι, πλάι στους ψάλτες που ητούντο τον μεγάλο Ξένο.    


Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΚΑΜΝΑΚΙ

ΤΟ ΣΚΑΜΝΑΚΙ

Τελευταία, εξετάζω συχνότερα, τα βράδια, τον Ουρανό
-Ο  αστρολάβος που μου’ λαχε  είναι αόρατο τριζόνι-
Έρχονται κι οι παιδικοί φίλοι με την κραυγή «αερόστατο»
 Κρίμα- είναι απλώς ο Πολικός…
Δεν θα γείρει σε κανένα αχυρώνα, δεν θα
Αποτελέσει τρόπαιο των ωκυπόδων, ούτε ξυπνητήρι ακανθυλίδας
Οι αναλυτές θ’ αποφανθούν- «τον σημαδέψανε τα παιδικά του χρόνια»
Ίσως να’ χουν δίκιο, αν και δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί
Τοποθετώ, μετά την προσευχή, ένα σκαμνάκι

Πλάι στο κρεβάτι, τον φύλακα, να ξεκουράζει, άγγελό μου.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ

Ψηλά  ασθμαίνοντα άστρα κι αστερισμοί
Ο Ωρίων, ο Σείριος, ο Betelguese
Πιο κάτω το εαρινό επίπεδο του ύπνου
Κι ακόμη  βαρύτερος ο χειμώνας εκείνων
Που δεν μπορούν να ταξιδέψουν στον ύπνο-
Γιατί έχασαν το προνόμιο στους αστραγάλους.

Το νυχτεριδόμορφο νυχτερινό λουλούδι
Τρυπάει ύπνο κι εγρήγορση
Και μ’ ένα τσέρκι  στην καρδιά
Χαράσσει τη μεγάλη σύμβαση

Το απόν

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΠΟΛΥΤΟ
Σ'ένα πέλαγος σχετικοτήτων-
-Κι η λέξη πέλαγος εδώ ακυριολεκτεί-
Διψούμε το απλό και απόλυτο
Κι όπου υπάρχει δίψα υπάρχει και νερό

Να, γιατί γράφουμε συνέχεια στίχους
Για το Θεό,τον Ουρανό,την Αγάπη

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΦΟΡΗΤΟ


Άτοπο δεν είναι να κυνηγούμε πολύτροπες λέξεις
Να κρεμόμαστε απ' αυτές
Σαν από εαρινά αερόστατα
Και να ταξιδεύουμε σε ολοφώτεινους ουρανούς;

Αφόρητα δεν είναι όλ'αυτά
Όταν
Παιδιά
Θηλάζουν
Κάδους σκουπιδιών;

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Μερικές φορές, στο απόβροχο
Πέφτουν από τον ουρανό
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες:

Πέφτουν συγγενείς με ημιμύστακα, φορτωμένο έπαρση

Αλλού, ο χρόνος είναι κρεμασμένος σε γυναικεία βλέφαρα

Τα παιδιά πέφτουν ανάλαφρα
Παίζοντας το «μέλισσα, μέλισσα, μέλι γλυκύτατον».

Κάρα γεμάτα πολύχρωμα πλήθη που άδουν
Τον «Χαραλάμπη» και το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο»

Ο πατέρας με γαρίφαλο στ’ αυτί

Ρέουν ακόμη
Πάθη τσιγγάνας σε υστερόγραφο δελταρίου:
«Μάθε, μάνα, ότι ο γιος σου
Σκότωσε δύο και τον κλείσαν μέσα

Από υγείαν υγιαίνουμε» 

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΥΠΟΓΡΑΦΗ :ΑΡΛΕΚΙΝΟΣ

Εγγίζει της σιωπής σου το πυρρό το μέταλλο
μια ματωμένη μου πληγή αριστερά στο στήθος.
Μιας μαργαρίτας ήταν ΔΕΝ το τελευταίο πέταλο.
το ‘ξερες – μα σου χρειαζόταν ο γαλάζιος μύθος:

Θ’ άφηνε τα παράξενα κλισέ του ο ποιητής
κι ίσως για χάρη σου να ζέσταινε τον ήλιο.
Των ιπποτών ο έσχατος σε μακρινό βασίλειο
δικός σου τροβαδούρος και ταυτόχρονα εραστής.

Πρόλαβα μοναχά μία μπαλάντα να σου γράψω.
Κάτι για νυχτολούλουδα υγρά – υπογραφή Αρλεκίνος.
Χαρτί που ξέσκισα στον άνεμο όταν εκείνος
σ’ αγκάλιαζε και δεν μπορούσα ούτε να κλάψω.





Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Κάποια ποιήματα θυμίζουν  τα  χαμένα στο δάσος παιδιά
Ενίοτε τραγουδούν, καταπίνοντας φόβους για την αποδοχή τους
Άλλοτε, ταυτίζονται με  την Κοκκινοσκουφίτσα
(Ο κακός λύκος της κριτικής, πάντοτε ενεδρεύει )
Μερικές φορές, συμφύρονται  στο των νάνων εσμό
Παίζοντας το ρόλο των, υπέρ τον γελοίο, γελοίων
Μερικά ψάχνουν –δολιχοδρόμο- τον Πολικό
Είναι τα  πολιτικά ή τα απαγγελόμενα φιλαγοραία
Άλλα μοιράζονται τα μυστικά τους με τα’ αηδόνια

Μόνον  ένα  μακρινό κι άσημο στεγνώνει
Το φως του

Όπως η μικρή
Αδιάφορη
Πυγολαμπίδα

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Tα πουλιά τρέφονται από φως
Κι εκείνο το ελάχιστο, σαν πνοή
Που αποτελεί την πικρήν απουσία
Γύρω από τα στόματα των γυναικών που αγαπήσαμε
Και χάσαμε

Ακολουθούν τους δρόμους που χάραξαν
Σιωπηλά
Εξαπτέρυγα

Τα πουλιά είναι οι οδοδείχτες για τον Ουρανό
Έρχονται από το τίποτε και
Κατευθύνονται στο πουθενά

Τις δυο αυτές ατοπίες συλλαμβάνουν
Λεταίσθητοι κι αισθαντικοί ποιητές
Όπως ο Σαραντάρης κι ο Αρσένι Ταρκόφσκι





Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΚΟΣΜΙΚΟΙ ΣΟΦΟΙ

Ο Σαρτρ ισχυρίζεται: «κόλαση είναι οι άλλοι»
Κι ο Βιτγκενστάιν το αναιρεί
Με το «κόλαση είναι ο εαυτός μας»

Κανείς κοσμικός σοφός δε σκέφτηκε
                       
                        Ότι κόλαση αποτελεί η στέρηση του Θεού;

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

ΣΧΗΜΑ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΟΣ ΜΑΝΤΙΛΙΟΥ

ΣΧΗΜΑ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΟΣ ΜΑΝΤΙΛΙΟΥ

Πάτερ ήμαρτον εις τον Ουρανόν και ενώπιόν Σου.
Δε ζητώ δακτύλιον κι ο μόσχος ο σιτευτός δεν μου αξίζει-
Αυτό το «πίσω ολοταχώς» θα μου αρκούσε στο Χρόνο
Και η υπέρβαση έως την ηλικία των ταχταρισμάτων.

«Το παιδί δεν το γνωρίζει ότι είναι παιδί» σημειώνει ο Χάντκε
Κι εξαιρεί τον παλιμπαιδισμό
Απ’ το αγαπημένο του επινόημα του   μηδενός
Το παιδί αξίζει περισσότερο από τον προπεπτωκότα ενήλικα γενάρχη
Ιδιαίτατα όταν ο πηλός του παίρνει το σχήμα
Ανεμίζοντος λευκού μαντιλιού.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

ΤΙΠΟΤΕ

ΤΙΠΟΤΕ

Τίποτε δεν είναι όπως υπήρχε μόλις χθες.

Ο Μέγας Αόρατος πρέπει να φοράει επιμανίκια  
Και να μετρά σε ζυγό ακριβείας.

Ενίοτε, ακούγεται ο αεροβόλος συριγμός του Μπουνιουέλ
Και κάποιος , μέσα απ’ το πλήθος, πέφτει.

Είναι κι εκείνο το τρίξιμο της πόρτας που ανοίγει και κλείνει,
Πριν προλάβεις, τα ενδότερα να  αντικρίσεις.


Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΔΙΟΛΟΥ ΧΑΡΤΙΝΟΙ

ΗΡΩΕΣ
Κι ήλθαν, μνήμες οι λογισμοί, όπως φτωχοί αρλεκίνοι,
να  του θυμίσουνε  εποχές που αισθημάτων έγεμε περίσσιος:
Στων τρυφερών και «Λευκών Νυχτών» τη σελίδα εκείνη
που ο χωριάτης – τ’ όνομά του Μαρέι;- στητός, τραχύς και ίσιος
 τον εσταύρωνε, «δεν υπάρχει λύκος»-και το χέρι του εκίνει.


Και, μετά τους του Φιοντόρ μουζίκους και επίγειους αγγέλους,
 ήλθαν  του κυρ Αλέξανδρου οι ήρωες, στάζοντας αλισάχνη.
Η Ντελησυφέρω, η Μαχούλα, η Ακριβούλα, το  παιδί ενός τέλους πικρού . Ζωή και θάνατος στο χιόνι και την πάχνη.
Σαν το Γιαννιό- την πόρτα της πολυλογούς να ψάχνει
Να πέσει λευκός, με  του «έρωντα» χτυπημένος το βέλος.

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

ΚΡΕΙΤΤΩΝ ΕΣΤΙ

ΚΡΕΙΤΤΩΝ ΕΣΤΙ

Δεν κινούμαστε μ'αλγορίθμους-ένα ποίημα,
ένα ποίημα πάντα στάζει αίμα καρδιάς.
Κάποτε οι ποιητές, σιωπηρά, καλούν
σε νεκροδείπνους, τους απόντες ερέτες συντρόφους,
 όσους προτίμησαν τους ασφοδέλους από την αγορά.
Κι άλλοτε σκάβουν, σκάβουν ώσπου
να βρουν τον αββά Ισαάκ να-κυρτός- χαράσσει σε πάπυρο:
"Ο αξιωθείς ιδείν εαυτόν
κρείττων εστί
του αξιωθέντως ιδείν τους Αγγέλους".

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


ΚΑΠΟΙΟΙ

Κάποιοι χαμένοι στο δάσος Δρυίδες  
τις νύχτες γίνονται λέξεις.
Φορούν, φωτοστέφανο, την κρυφιότητα
του ποιήματος
κι ακολουθούν την αντίστροφη των μετεωριτών πορεία.
Κάποιες ξεχασμένα στο δάσος τραγούδια
Αποκτούν άλω, διάτρητη από στόματα Σιληνών,
γεμάτη από κραυγές και βελούδινες νυχτοπεταλούδες.


ΠΑΝΤΩΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ

Πάντως δεν είναι ακριβώς η στιγμή
που μας τρομάζει,
αλλ’ η Στιγμή.

Η αϊδιότης.

Το πέραν, το υπέρ, το μετά
του χωροχρόνου.

Προσωπικά γεμίζω με στέρεες λέξεις το ποίημα,
όπως η γιαγιά γέμιζε με κάστανα τη χριστουγεννιάτικη κότα.

Και γράφω στίχους όπως αυτοί:

«Χορεύει πάντα στις βεγγέρες της,
πλάι στα τρισέγγονα
που΄ χουν ακόμη κρεμασμένες χειροβομβίδες στο βρακί τους.

Κι ένας σκονισμένος πρωταγωνιστής του σινεμά
Συνομιλεί ,λέει, συχνά μαζί της.
Προσπαθεί να την πείσει
ότι το πήρε το κορίτσι που τον ικέτευε για αυτό
στο σινε «Πάνθεον»- μια βραδιά του ’62.
Το πήρε, τι να ‘κανε;
Εκείνη είχε σηκώσει το μπαστούνι. 

Τον έσωσε, λέει ο ζεν- τότε- πρεμιέ,
τον γλίτωσε το διάλειμμα
με τα φυστικοστράγαλά του. 




Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

                               


Η, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ, ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ


Καθόμαστε τις νύχτες πίσω από τις μπιγκόνιες
και, ψιθυριστά, μιλούσαμε για τον κομήτη.
Κυριαρχούσε, τότε, στο στερέωμα, σαν οπή στον έβενο
του θόλου, σαν την ψυχή της μαϊμούς που ακολουθούσε
 νωρίτερα τους τσιγγάνους.
Ο Αχιλλέας μιμούνταν τον Βέγγο και το Μανέλη-γέμιζαν,
σ’ επίσημο τραπέζι, τις τσέπες, μ’ελιές.
Κι ο Σκορδάς φώναζε απ’ τις απέναντι γρίλιες: «αφήστε με,
γαμώτο, να κοιμηθώ, αύριο έχω μεροκάματο…».

Ξάφνου και διαμιάς, νεφέλη κούφη, τα σκέπασεν όλα.

Και να’, μαι εδώ, συμπαθητικό γεροντάκι, να πληκτρολογώ:
«Καθόμαστε τις νύχτες πίσω απ’ τις μπιγκόνιες…..»