Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΤΗ
Κι ονειρευτήκαμε, τόσο πολύ, ότι δραπετεύουμε
Ότι από του κόσμου  βγαίνουμε το παραμύθι,
Και τα κουφάρια των χαρταετών φορούμε για καπέλα,
Που,δεν μπορεί,θα απορήσουν τα πουλιά και τα ηλιοτρόπια.
Θα πουν: Αυτοί είναι απόγονοι του Υπαρξιστή του Σίμου
Με το ιπτάμενο τζιπάκι και τις ρέγγες.
Λιάζονται στα λούμπεν της δεκαετίας του 50-"Εμπρός
ποιος είναι;-Είμαι αυτή που έφυγα από την αγκαλιά σου".
Θα δουν στα άσπρα μας μαλλιά μια μπούκλα διαγώνια,
Στο παιδικό μας στήθος ένα χαϊμαλί,
Σα μπλε του μπακλαβά κομμάτι .
Μαζί θ'ανέβουμε, με λυπημένα αυτοκίνητα, τον Μπράλο,
Τότε που η διαδρομή Βόλος-Αθήνα ήταν ταξίδι
Στης Γης στο κέντρο
Κι έτρωγες, φτάνοντας,πατσά με σκόρδο, στην οδό Ικτίνου.




Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014


ΟΝΕΙΡΟ ΑΔΕΞΙΟΥ ΚΑΙ ΦΛΥΑΡΟΥ ΣΥΛΛΕΚΤΗ
Πάνω που είχα δει να κάθεται στα μαλλιά σου
Ένα ποίημα:
-Στάσου εκεί, φώναξα,να το σκιτσάρω
Δε θα προσθέσω κανένα σκληρό επίθετο
Θα ήταν περιττό.
Θα έμοιαζε
Να λεπταίνεις ένα κυπαρίσσι που ζωγράφισε παιδί
Κι αποκάτω έγραψε "ένας άγγελος για τη μαμά μου",
Σα να πέταξες ψηλά, αντί για κορύνες,μαύρες πεταλούδες
Να τακτοποίησες τη Guernica,
Αλλού η σφαγή κι αλλού το τοπίο.

Στο'πα,αλλά τα ποιήματα θυμώνουν
Όπως οι άγιοι με τις κάμερες και τις σημειώσεις

Έτσι, πέταξε και το δικό σου γι άλλη κόμη
Για τ' όνειρο άλλου αδέξιου και φλύαρου συλλέκτη.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014


ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ
Τίποτε δεν υπάρχει απ' την παλιά Νεάπολη
Ούτε βούρλα κι αλμυρίθια, ούτε οι κοασμοί
Που των μαγισσών με τα σκουπόξυλα,
Ιστορούσανε τον φθόνο.

Τα αρχαία σοκολατόπαιδα-ελάχιστα είναι η αλήθεια-
Κύρτωσαν,
Οι άλλοι, κυλούν τα τσέρκια τους ανάμεσα στα σύννεφα.

Οι παράγκες που διέσχιζε ο αρκουδιάρης
Καταντήσανε τριώροφα
Με κυρτούς εξώστες και κυπαρισοειδή στα πεζοδρόμια,
Εκεί που κάποτε μιλούσαμε μέσα απ' τα νυχτολούλουδα
Με τους κεκοιμημένους.

Κι όμως, η θάλασσα που μας αγνοούσε
Μας επισκέπτεται συχνότερα.
Με βουερό χαμόγελο μαζεύει τις οικοσκευές μας.
(Κότες δεν έχουμε, πλέον, να τις ρουφήξει).

Κι όμως, ο καιρός άφησε τα ονόματα
Των βραδινών μας παιγνιδιών:

Παίζουμε ακόμη το κρυφτό, πίσω απ' το δάχτυλό μας
Μας κυνηγάει ο χρόνος και οι χρεώστες
Σκλαβάκια των παθών μας απομένουμε.

Και τις ασέληνες βραδιές ακούγεται από μακριά
Το παιδικό "απιτιρινούια".

 













Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΣΕΡΚΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Κι όλα, εδώ, μου είναι γνώριμα:
Το φεγγάρι που δεν ανέτειλε ακόμη,
Όσα δέντρα χαιρετούν τους έρωτες που στέγασαν,
Βγάζοντας το καπέλο,σαν τον κλόουν Μίσκα,
Κι ένα,φαντάζομαι ξυπόλητο,αγγελούδι
Να κλαίει για το χαμένο τσέρκι των παιδιών.



Ν'ΑΝΘΙΣΕΙΣ ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ψυχή μου, ανάστα, τί καθεύδεις;
Δεν υπάρχει αργά,ο Κύριος του αμπελώνος
Προσφέρει δουλειά και δηνάρια ώς και της ενδεκάτης ώρας
Τους αργούς.
Μ'ένα νόμισμα μπορείς να ανθίσεις
Σαν αιφνίδιο παιδικό τραγούδι,πλάι στο ληστή και την πόρνη,
Κοντά στη Σαμαρείτιδα.
Μπορείς να ονομάσεις τα γαλάζια ανθάκια της Άνοιξης
Και τα αστέρια που έχουν χαθεί κάτω από ωχρά βλέφαρα.
Μπορείς να μάθεις τα μυστικά των παιδιών του Λαμπαδία.
Τα φτερά των φαιδρών και φωτεινών αγγέλων να σε συνοδεύουν,
Εκεί όπου η γονατιστή γιαγιά τοποθετεί μια σπίθα
Στο καντηλάκι κι οι εικόνες, του ημίφωτος, δακρύζουν.

Αρκεί να μην αποκοιμηθείς,στη γωνιά του καφενείου,
Την ώρα που ο εκμισθωτής θα μπει στην αίθουσα.








Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ
Και κανείς δε βρήκε, στη μοναξιά
Ενός νυχτερινού τρένου,
Κάτι απ' την άδεια του ζωή,
Από τις μέρες που περνούν χωρίς κραυγές...

Και κανείς δεν ξοδεύτηκε, όπως ένα κερί,
Για την ερμηνεία ζητήματος λεπτού κι ουρανομήκους,
Όπως το αλληλούϊα.

Τα πετροχελίδονα μόνο, όταν κουβαλούν στους ουρανούς
Πολύτιμα κειμήλια-ένα παιδικό παιγνίδι,μια γρήγορη ανάσα
Ένα δέντρο που κουράστηκε να περιμένει τη βροχή,
Ένα σπίτι με ξεχασμένα τραγούδια
Που σαπίζουν σε γωνιές και σε ερμάρια...

Σε κανένα δε θύμισε ένας βραδινός κουρασμένος σταθμός,
Εκείνους που έγειραν στο ένα πλευρό
Και κοιμήθηκαν ανάμεσα στ'αστέρια.




ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΡΩΓΜΕΣ ΚΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ
Και κάποια βράδια είναι τόσο γλυκά και φευγαλέα
Όσο ένας άγγελος που συνηθίζει να υποκλίνεται.
Τότε, ανασταίνονται οι πεθαμένοι έρωτες,
Και,με αστερισμούς πιασμένους στα μαλλιά,ξαναγυρίζουν
Στους κορμούς των δέντρων με τις καρδιές και τ'αρκτικά.
Ξαναδιαβάζουν το αλφαβητάρι των αρχαίων στεναγμών.
Κρατούν στο ένα χέρι τους μια πολιτεία που στάζει αναμμένη
Στο άλλο κιτρινισμένες υποσχέσεις και το τελευταίο τραγούδι.

Και κάποια βράδια είναι τόσο τρυφερά και δακρυσμένα
Όσον αντιληφθήκανε ο Κιτς και ο Φιτζέραλντ
Που τριγυρνούν έρημους δρόμους
Με τις τσέπες γεμάτες ρωγμές κι αποχαιρετισμούς.

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ΣΤΙΚΤΕΣ Μ'ΑΣΤΕΡΙΑ
Αλλά οι πεθαμένοι μου βουλιάζαν στο λυκόφως
Αργά,ένας-ένας,πλάι στο όνομά του.

Τους ρώτησα "πώς τα περνάτε;".
"Τη μέρα ντυνόμαστε τη  μουσική",μου απαντήσαν,
"Τα βράδια κυνηγούμε τις μεγάλες,
Στικτές μ'αστέρια, πεταλούδες.




ΣΤΡΟΥΘΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΦΩΣ
Συνήθως, αυτός ο άνθρωπος παίζει την αιωνιότητά του
Στα ζάρια
Μ'αγνώστους-κάτι σαν ρώσικη ρουλέτα.
Παίζει σκληρά, όχι με τον τρόπο
Που οι τρυφερές εξαδέλφες αλλάζουν
Τις ζακέτες και τα τραγούδια τους.
Φαντάζομαι ότι επιδιώκει
Ένα όνειρο,σα λευκή οθόνη,
Γεμάτο απ'τις φωνές των νεκρών του,
Κι από στρουθιά γεμάτα φως.
Κάποιες φορές, βέβαια, φαίνεται να σταματάει.
Σηκώνει, τότε, τα υγρά του μάτια
Σ'έναν ουρανό
Με μπλε προοπτική.

"Κύριε" ψελλίζει "ακούμπησε στα χέρια μου
Ένα ποίημα σιωπηλό που θα εννοεί Εσένα".

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014


ΚΑΠΟΙΟ ΕΙΔΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ
Δεν αγαπώ τα ποιήματα όταν στάζουν αίμα.
Ούτε το ανεπίστροφο που μοναχικού διαβάτη νοσταλγώ.
Προτιμώ να γράφω για τις επισκέψεις, με τον πατέρα,
Στο κουρείο του Πατσαντά και στο απέναντι ραφείο του Σόλωνα.
Τα καταστήματα αυτά είχαν πάντοτε μιαν οσμή ταξιδιού:
Με το πλοίο, το Κύκνος, όταν το φερμουάρ της θάλασσας
Άνοιγε, τινάζοντας δελφίνια που ώς την Αιδηψό μας συντροφεύαν.
Κι άλλοτε με το τρένο που ξεπερνούσε τους καπνούς του
Κι έβλεπες τις τούμπες και τους γήλοφους
Να σε χαιρετούν με λευκά, ιδρωμένα μαντίλια.
Στο κουρείο οι βδέλλες σε βαζάκια και το παραπαίδι
Να σε σκουπίζει- το "με γεια" στα μισάνοιχτα δάχτυλα.
Κι ο ράφτης, με τον πετεινό στην ταμπέλα
Και τους τριζάτους, σα λουστρίνια,του ταβανιού ανεμιστήρες.

Βρήκα προχτές τον κάλφα του- ογδοντάχρονο-"θα τακιμιάσω
Με μια πέρδικα" μου'πε "αρκεί να ξέρει για τον Περικλή
Και το Χρυσούν Αιώνα".



Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Κι ανάβανε οι λέξεις, όπως οι πυγολαμπίδες
Μιας παλαιάς άνοιξης, τότε που ο θάνατος
Ήταν ένας ευτυχισμένος περίπατος, κάτω απ' τ'άστρα,
Τότε που έλαμπαν τα βότσαλα στο μονοπάτι της επιστροφής
Κι η θάλασσα γεννούσε αστραφτερές Γλυκοφιλούσες.
Ο ουρανός χωρούσε σε μια λέξη, ζοφερή όπως το ποίημα,
Σπίρτο για το φεγγάρι λέγαμε το αερόστατο
Πιο ψύχραιμο το τσαφ απ'το ολιγόλεκτο του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ
Στη Καζαμπλάνκα-Θα χάσετε το αεροπλάνο σας, κυρία.
Και τα χάρτινα φαναράκια,
Που κουβαλούσαν στη μουσούδα τους οι νυχτερίδες,
Τα ξεχασμένα στο δάσος τραγούδια των παιδιών
Συνήθιζαν να τα ονομάζουν Λαμπαδίες,Σείριους και Πολικούς.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΜΑΤΩΝΕΙ


ΓΗ ΚΑΙ ΣΠΟΔΟΣ
Βρέθηκα μονάχος εδώ,
Γη και σποδός,
Να μετρώ ηλικίες και πετροχελίδονα,
Να μιλώ με ουρανούς και οστά αγαπημένων.
Οι μύθοι μου( οι αλήθειες) προστατεύουν τους συντρόφους,
Τα παιγνίδια με τ'άστρα διασκεδάζουν
Όσους κρατούν τη μια άκρη της κλωστής
Και περιμένουν ν'ανάψω στην άλλη.
Να πάψω να΄μαι ο τυφλός που περπατάει προς τον Κολωνό
Κρατώντας το χέρι της Αντιγόνης
-Τα μαλλιά της μυρίζουν βρεγμένο αγιόκλημα.

Μα εγώ γνωρίζω μόνο να μετράω το ασήμαντο
Γιατί ασήμαντος, ανέκαθεν, υπήρξα:
Χώμα και στάχτη,
Και μια λέξη που ματώνει-
Όπως το ποίημα.



Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΞΕΔΙΨΟΥΝ ΜΕ ΟΥΡΑΝΟ


ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ
Κάθε βράδυ, βγάζω έξω στη βροχή
Ό,τι απέμεινε από την κατασκευή των ποιημάτων,
Να μουσκέψει, να το φάνε τα πρωινά πουλιά:
Βγάζω το πριονίδι της σκληρής στίξης,
Τα επιτατικά μόρια, τα πολύχρωμα επίθετα,
Τους γελοίους αρμούς,
Ένα πριονίδι ύφους-

Καμιά φορά, πετώ και την ίδια την ποιητικήν ιδέα.

Ώς το μεσημέρι έχουν εξαφανιστεί.

Όχι,πάντως,όλα.

Η παλιά εικόνα που έχω
Των σκαμμένων από σφαίρες τοίχων,
Η εικόνα που ποτέ δε μορφώθηκε σε ποίημα,
Μένει πάντα στην άκρη του πιάτου.

Τα πουλιά,ως γνωστόν,ξεδιψούν με ουρανό
Κι αφήνουνε σε μας το αίμα και τη μνήμη
Που πάντα στάζουνε αυτά τα σπίτια.




Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΗΚΑΡΑΝ
Τα ποιήματα έπαψαν, πλέον,να μιλούν,
Οι λέξεις από νοήματα αδειάζουν.

Χάνουν τα μεγάλα γαλάζια φωνήεντα και τις κραυγές τους.

Κι αυτός ο νοτιάς
Να σου κολλάει στο κούτελο, σα γραμματόσημο,
Περασμένες αγάπες...

Μ' ένα συριγμό,να καταντά το φουσκωμένο
-Ίδιο με τα μάγουλα του Ντίλαν Τόμας-
Μπαλόνι,
Θηκάρι άδειο τζιτζικιού.

Εύχου να τραγουδήσει εντός μας,
Τουλάχιστον
Η
Σιωπή,

Όπως στο, ανοιγμένο εις τον Θηκαράν,
Αρχαίο προσευχητάρι.



Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ΦΑΙΔΡΟΙ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΟΙ
Από τα χαρτιά αγγελιών, σε στύλους και σε δέντρα
(Σημαίες του Καιρού μεσίστιες ),
Μας κοιτάζει.Βλέμμα εξαπτέρουγου λυπημένου.
Κι ακούμε, μυστικά, τη φωνή:
"Τίποτε δεν ακουμπάει στο κενό,
Κρατήστε τη σπίθα ανάμεσα στα δόντια σας,
Γεμίστε τον κόρφο, τα μαλλιά και τις χούφτες
Με νεραντζάνθια και δια Χριστόν σαλότητα-
Τρυφερή σαν το χιόνι.

Και,χθαμαλή τη φωνή,
Την ευχή ψιθυρίστε του  Αγίου Ευστρατίου:
"..Αλλά παραλαβέτωσαν αυτήν άγγελοί σου φαιδροί και φωτεινοί".


Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014


ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ
Προσέξτε, θα παραπατήσει ο σχοινοβάτης.
Θα του πέσει το σακί που κουβαλάει στον ώμο
Και θα γεμίσει ο τόπος μουσική.
Τα ηλιοτρόπια δε θα'ναι, πλέον, τα ρολόγια μας
Ούτε το ποίημα η βάρκα μας για το φεγγάρι.
Η μουσική απλώνει και τραβιέται,
Σαν την παλίρροια και την άμπωτη,
Και τότε φαίνονται φθαρμένα παιδικά παιχνίδια.
Η μουσική κρεμάει στα δέντρα τις φωνές μας
Σα να'ναι των πολύχρωμων χαρταετών τα ράκη.
Γι αυτό σας προειδοποιούμε:
"Μην ομιλείτε εις τον σχοινοβάτην".






ΠΟΡΤΑΡΙΑ 2014

"Επέσατε θύματα..."αυτό το ρέκβιεμ του Πορλίγκη
Του επονομαζόμενου και Κόρου,
Πενήντα χρόνια στριφογύριζε στις διηγήσεις της μητέρας,
Όσες αφορούσαν τους πέτρινους τοίχους με τα γιασεμιά
Ή τις κοντές ανάσες που άφηνε η ίδια, τρέχοντας
-Την κυνηγούσαν οι σειρήνες του λιμανιού-.

Εδώ, στο Μέγα Ρέμα

Διακρίνω, πάνω από πουρνάρια,
Το πράσινο  Κεφάλι του Καρόλου Ογλ:

"Έμαθα ότι θα βομβαρδίσεις τη Μακρινίτσα,
Πάω εκεί για σιγουριά"-
Έγραφε στο Ρετζέπ Πασά.

Τί έχει απομείνει απ'όλα αυτά;
Μια μικρή χελώνα που διασχίζει κάθετα το δρόμο.



Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΤΡΙΛΙΖΑ
Κάτω απ' το αγιόκλημα της αυλής
Τα βράδια  κούρνιαζε ένας βάτραχος,
Σιωπηλός όπως η βοσκοπούλα
Στις πάντες της γιαγιάς.
Τον έπιανα συχνά στη χούφτα.
Άναβε τότε, μέσα του, ένα φως.
Η μάνα μου φώναζε “πέταξέ τον, δεν θα γίνει ποτέ βασιλόπουλο”.

Οι υπόλοιποι συνέχιζαν να παίζουν τρίλιζα με τ'αστέρια.





Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

ΟΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ
Μερικά ποιήματα βλασταίνουν από μόνα τους
Έτσι, χωρίς σπορά ή προσπάθεια.

Αίφνης, σήμερα απεγκλώβισα από τη τζαμαρία
-Στο πίσω μέρος του κήπου-
Τρεις μεγάλες, άσπρες πεταλούδες.

Κι ύστερα θυμήθηκα ότι εκεί
Έζησαν και πεθάνανε,κατά καιρούς,
Η μάνα,ο πατέρας και η γιαγιά.

Ακόμη υπάρχει το πήλινο που τους ανάψαμε καντήλι.

Όμως τα παραθύρια είναι ερμητικά κλειστά
Κι ούτε μια χαραμάδα βρίσκεις που να μπάζει.

Το σπίτι,σήμερα, αποτελεί μια σκοτεινή αποθήκη.


ΑΧΤΕΝΙΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Κι ο παπα-Μαραθάς περνούσε ξυπόλητος την Ωραία Πύλη.
Τα μαλλιά του ανέμιζαν στο νυχτερινό αεράκι
Που έμπαινε από τα παράθυρα, μας έρραινε μ'αστέρια
Και δοξαστικές κωδωνοκρουσίες,
Πλεγμένες με τ'ανοιξαντάρια των αηδονιών.

Η γιαγιά ζητούσε τριακόσιες μετάνοιες στις ακοίμητες-
Εμείς σκύβαμε και μασούσαμε λιόσπορα.

Το πρωί,στην επιστροφή, μύριζαν τα γιασεμιά,
Η Ευανθία πλένονταν γυμνή κάτω από τη μανόλια
Και ψάλανε τα κάλαντα τ' αχτένιστα παιδιά.




Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014


ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΦΘΗΝΗ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΗ
Τα ημιτελή μου ποιήματα καταλήγουν επαίτες:
Κάθονται στου δρόμου τις γωνιές
Ζητώντας απ'τον κόσμο να τα τελειώσει.
Λεν "μια βοήθεια"-κι εννοούν μια λέξη
Μια λέξη φτηνή, φθαρμένη αλλά τρυφερή.

Δείχνουν ουλές και τραύματα που άφησε η αμέλειά μου.

Τα βλέπω απ το παράθυρό μου να απλώνουνε το χέρι,
Τα κοιτώ με συμπόνια
Όπως κοιτάς τη γυναίκα με το πράσινο φόρεμα
Ν'ανοίγει μιαν ομπρέλα
Κι είσαι μακριά για να τη βοηθήσεις,

Όπως κοιτάς ένα πουλί να ψάχνει στο χώμα
Και σου λείπουν δυο ψίχουλα να το ταΐσεις.

Η αλήθεια είναι ότι νιώθω κάποιες τύψεις.
Έπρεπε να επιμείνω-

Όμως ένιωθα κουρασμένος για ν'ανταποκριθώ
Στις απαιτήσεις των στίχων τους.

Τ'άφησα,λοιπόν, να φύγουν απ' το φεγγίτη κάποιο βράδυ
Πιστεύοντας ότι θα γίνουν άστρα...

Ψέμματα,κατά την κακή συνήθειά μου,λέω πάλι:
Είναι που πιάστηκα από άλλο ποίημα αβανταδόρικο
Όπως του δρόμου ο δονζουανίσκος  κυνηγάει τις ωραίες.











Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Κι αργά το απόγευμα, ο παππούς άνοιγε τη γκλαβανή
Και,στο κατώι,διάλεγε, από μια στοίβα σπάνιων λέξεων,
Εκείνες που του'κάνανε τη μεγαλύτερη εντύπωση.
Λέξεις, όπως "μτήδα" ή "ακουμπέτ", "ταχ'νο" ή "χιρουπλί".
Ύστερα,ψαύοντας, ανέβαινε τη σκάλα,
Έβγαινε στην αυλή και τίναζε το φορτίο του ψηλά,
Όπως πετάς ένα λουλούδι στην αγαπημένη.
Κόντρα στη βαρύτητα, οι φθόγγοι ανεβαίναν στο στερέωμα
Σαν τα μπαλόνια που αφήνουν τα παιδιά-κι ύστερα κλαίνε.
Κάπου ανάβανε, και λέγαμε "νάτα τα πρώτα αστέρια".
Οι νοικιαστάδες, τότε, έπαιρναν στο χέρι τις ζακέτες
Και κατεβαίναν τον αμαξωτό μ'ένα, στα δόντια τους, τραγούδι
Όπως κλαδάκι αθώου γιασεμιού,
Βουλιάζοντας στο πλέγμα των βαριεστημένων γρύλων.
Κι έπαιζαν τα παιδιά στο δάχτυλο τη σβούρα,
Προσέχοντας να μη στα αρχαία σκοντάψουν χρεμετίσματα.



Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

ΔΑΓΚΩΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΓΕΝΟΙΤΟ
Αφήσαμε στο λιβάδι με τ' ασφοδίλια
Όσους έγειραν ν'αποκοιμηθούν,
Δαγκώνοντας καρτερικά ένα "γένοιτο".

Οι υπόλοιποι γυρίσαμε στα σπίτια μας
Στον τόπο που είχαμε αφήσει μια πατρίδα

Και τον ουρανό της.

Δεν υπήρχε τίποτε απ'αυτά.

Μόνον ένα παιδί ξυπόλυτο,στο ξερό περπατούσε χώμα,
Φώναζε τον καθένα με τ'όνομά του
Κι αναρωτιόντανε γιατί λαμπύριζε
Το αγκάθινο που φορούσαμε στεφάνι.



Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΟΙ ΛΥΠΗΜΕΝΟΙ
Είχε, στη θέση των ματιών,δυο παπαρούνες,
Απ'όπου ξετυλίγονταν το σκρατς παλαιών εμβατηρίων
Και πεταλούδιζαν οι ανάσες ταινιών
Με λυπημένο τέλος.
Κρατούσε, ανάμεσα στα δάχτυλα, των κοριτσιών χαμόγελα.
Τα μοίραζε στης Αγοράς τους λυπημένους:
"Κι εσείς, κι εσείς" τους έλεγε "θα πάρετε.
Το καλοκαίρι φτάνει
Για όλους".

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

ΓΙΑ ΤΑ ΞΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΞΥΛΟΚΟΠΩΝ

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Στα μεγάλα χιόνια,
Ο Νίκος ο Κρεμαστάς
Γύριζε μια σήτα ανάποδα στην αυλή,
Την ανασήκωνε,
Έριχνε ψίχουλα από κάτω
Κι έδενε το ξύλινο στήριγμά της
Με σπάγκο που έφτανε ώς το μισάνοιχτο παράθυρο.

(Πού στο καλό είχε βολέψει τη συνταγή
Για πιτσούνια με πιλάφι;).

Το σπίτι γέμιζε με κοτσύφια κι ακανθυλίδες
Σταρήθρες, σπίνους και ψαρόνια

Σφύριζαν, κάθονταν στο βουλιαγμένο του κρανίο,
Στη ράχη της καρέκλας του,
Στο ξεραμένο του το χέρι.

Τ'απογεύματα αυτός, ο, από σφαίρα του εμφυλίου,
Μισοπαράλυτος,
Μιλούσε με τα κουρνιασμένα πουλιά.

Κυρίως άκουγε
Τις ιστορίες τους για τα πετάγματά τους
Ανάμεσα από ελατοδάση,δρύες βασιλικές,πλατάνια
Και για τα ξερά τραγούδια των ξυλοκόπων.

Το πρωί τους άνοιγε την πόρτα
Κι ας του παραπονιόταν η γυναίκα του:
"Μπροστά στα μάτια σου ήταν το χαρτί-
Στο τραπέζι.
Κλείσε,σε παρακαλώ.
Κρυώνω".




ΕΝ ΤΩ ΜΝΗΣΘΗΝΑΙ
Οι παλιές γειτονιές ταξιδεύουν στη μνήμη
Σαν το ιπτάμενο χαλί του Ιζνογκούντ:
Ανάμεσα από δρομαίες τολύπες νεφών
Που προϋποθέτουν ένα ακρότατο ρυθμό μαντολίνου
-Δικαιωμένο στο επίρρημα στάγδην-
Ανάμεσα στις στέρεες αλκυόνες
Και τα άδεια πρόσωπα των χαμένων συντρόφων
Ή τις κρεμασμένες, στις ακακίες,
Νυχτερινές φωνές των παιδιών.
Και τί κρίμα να΄μαι απ'τους τελευταίους
Που θα ξαπλώσουν,ψελλίζοντας:
"Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν".








Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΚΑΙ ΝΑ ΕΥΛΟΓΕΙ
Προσεκτικά,αυτή την Άνοιξη να τη διπλώσεις
Και να τη βάλεις στο ντουλάπι.
Πρόσεξε, μη ξεχάσεις μέσα της λέξεις
Που' χει ανάγκη το στερέωμα:
Ακριβές
Και
Σπάνιες
Όσο για τον τυφλό το λευκό του μπαστούνι,
Για τη γιαγιά το κεντημένο μοιρολόι,
Για τα παιδιά μια δέσμη από παιγνίδια.

Να κλείσεις τρυφερά αυτή την εποχή
Όπως περνάς στο αυτί ένα τριαντάφυλλο,
Όπως ακουμπάς στο κομοδίνο ένα τραγούδι,
Όπως ανοίγεις το παράθυρο στη νύχτα.

Θα την απλώσουμε και πάλι
Όταν θα 'χουμε το Χριστό συνδαιτυμόνα
Τον άρτο να μας κόβει και να ευλογεί.



Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

ΑΚΡΙΒΑ ΚΤΕΡΙΣΜΑΤΑ
Υπάρχουν κάποιοι ποιητές που τραγουδήσαν
Όπως μυρίζει το υγρό χαμομηλάκι.
Τα χέρια τους χάιδεψαν μια τολύπη ομίχλης
Σα να 'ταν τα μαλλιά γυναίκας,
Χαμένης μέσα σε γαλάζιο όνειρο,
Που βάρυνε στη ζωή τους όσον η μουσική.
Υπάρχουν κάποιοι ποιητές
Που καταθέσανε τις λέξεις τους
Σαν να υπήρξαν ακριβά κτερίσματα.

ΝΑ Μ' ΕΥΛΟΓΗΣΕΙ
Κάποτε, ονειρεύομαι ανθρώπους που δεν γνώρισα.
Κρέμονται ράκη από λυκόφως στα μεγάλα βλέφαρά τους
Και στα μαλλιά τους ακουμπούν οι ανάσες των πουλιών:
"Καλησπέρα"-πρόθυμος πάντα ο χαιρετισμός τους.
"Είμαι κι εγώ,όπως κι εσείς, αρχαίο ποίημα
Θα 'θελα να χαθώ μια κυριακάτικην ευδία,
Ενώ θα με χειροκροτούν σα να'μουν αερόστατο
Ή του χωριού ο τρελός, με τα λυμένα του κορδόνια.
Ψάχνω κι εγώ,όπως και σεις,το μικρούλη Χριστό.
Πριν την υπέρτατη μουσική φορέσω, για μανδύα,
Να μ'ευλογήσει".




ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ;

Κοιμάμαι, ακόμη, με λέξεις κάτω απ' το μαξιλάρι.
Λέξεις που έρχονται από χώρα μακρινή-
Αυτή που ονομάσαμε "Παιδική εν τόπω στάση".
Λέξεις που κρατούν ένα περίστροφο στον κρόταφό τους
Ή παίζουν το κρυφτό μοναχικά,
Όπως ο ήρωας του Χέρμπερτ Τζόρτζ Γουέλς
Όταν έτρεχε στο δωμάτιο φωνάζοντας "πού είμαι;"
Κι εγώ έβλεπα απ' το παράθυρο τη χελώνα
Και την ανθισμένη ροδακινιά.
Έβλεπα τα πορτρέτα όσων υπήρξαν
Όταν, όπως ένα "θα", δίπλωνα τα φτερά μου.
Μύστακες και μαντίλια-τί απέγιναν εκείνα τα σπίτια;




Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014


ΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΤΑΞΕΙ
Φυτέψτε αυτό το στίχο σε νυχτερινό ουρανό.
Θα'ρθουν οι φωτεινοί του άγγελοι
Να σκαλίσουν την απέραντη βραγιά του.
Θα' ρθουν τα περιστέρια του πρωινού
Να πιούνε τη δροσούλα που θα στάξει.



ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
Ο τελευταίος, πριν πεθάνει, γίνεται δολοπλόκος:
"Εδώ παππάς, εκεί παππάς

Πού βρίσκεται
Το ποίημα;".

Ζογκλερισμοί,ημίφως,τ'αστέρια-τεθνεώτες γαλακτοπώλαι.

Και μία έκλειψη σαν εκείνη του Αντονιόνι.

Μου λεν
Να γράψω για τον έρωτα.

Τον έρωτα τον κλέψαν
Τα πετροχελίδονα,
Οι φαύνοι
Και μια μικρή αλεπού που την ταΐζαμε στο στόμα,
Ψωμί και κρέας.

Ο τελευταίος,πριν πεθάνει,χρεμετίζει
Φύσημα γεμάτο γιασεμιά.

Είναι ο Χείρων,ο Φόλος,ο Δρύαλος;
Είναι η απορία;
Το ποίημα είναι;



Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ


ΣΤΑ ΕΝΤΕΚΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΜΕΝΗ Η ΜΠΑΛΑ
Βρήκε σ' ένα μοτέλ, στην Καλιφόρνια
Το τζου-μποξ με τους τάφους
Των τραγουδιών που χόρευαν μαζί μας
Στις παλιές εκδρομές,
Που έπιναν νερό με τις χούφτες μας
Ενώ, στον πάνω όχθο,
Κελάριζε, αόρατο, ένα πνιγμένο κατσίκι
Και τα πλατανόφυλλα μύριζαν φρέσκο ψωμί.
Ο Πέτερ Χάντκε
Είχε ήδη σκιές δασών στο μπλοκάκι του
Ένα Κινέζο που υπέφερε
Όλα τα δέντρα με το όνομα Αλίκη
Και τον αγχώδη του τερματοφύλακα.


Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Η ΖΩΙΤΣΑ
Τότε, περνούσαμε με τη Ζωίτσα,τη βάρκα του Γιάννη του Αράπη,
Στο λόφο των Πευκακίων,συνοδεύοντας αόρατους αρχαιολόγους.
Ώς τις παλιές μπαρουταποθήκες.Θυμόμουν την αφήγηση του παππού:
Εδώ, ένας γερμανός φάνηκε στην άμπωτη,το κρανίο γεμάτο κόκκινα καβούρια.
Η βάρκα πέταξε κάποτε.Κατέβασε τον πατέρα πρώτα.Και τον Μπορτζελάκη.
Να δοκιμάσουν τη στερεότητα του αιθέρα.
Συνεχίσαμε οι υπόλοιποι.
Παλιά, κοντά στο φάρο, βρίσκονταν το στέκι του Βασίλη.
Καλαμαράκια τηγανητά, καβγάδες για ένα τόπι από σφουγγάρια-
Βράδυ.
Κάποιος φώναζε βοήθεια απ'τη σκάλα,βοήθεια:"Δέστε μου καλά την πέτρα
Ή φέρτε μου την Καλυψώ".Μακρυά περνούσε ολόφωτο το "Κύκνος".
Όταν ξαναπέταξε η Ζωίτσα ξεφόρτωσε το βαρκάρη.
Υποθέτω ότι οι αόρατοι αρχαιολόγοι παίρνουν πλέον το λεωφορείο.
1,40 ευρώ.
-Όλα ακρίβηναν στα χρόνια μας.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ


ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΙΣ ΑΚΡΕΣ
Αδιαφιλονίκητα, η Άνοιξη αυτοκτονεί τις νύχτες,
Πριν μπούμε στις στοές των ανοιξανταρίων
Κι ο άγγελός μας, μάς κρεμάσει όνειρα ακριβά,
Στις άκρες των βλεφάρων,
Αργά ν'ανοίγουν
Όπως στα πεζοδρόμια τα νυχτολούλουδα,
Λίγο πριν μας τραβήξει ο ύπνος το σεντόνι
(Θάλασσα που σκεπάζει αστερίες και κοχύλια).

Χάνεται η Άνοιξη, με τ'άστρα που μυρίζουν νεραντζάνθι,
Και των παιδιών απομένουν τα νυχτερινά τραγούδια
Στου φεγγαριού κρεμάμενα τις άκρες.

Η Άνοιξη κάθε πρωί ανασταίνεται
Με το φως το μεθυσμένο
Κι ένα γιορντάνι φοράει από τιτιβίσματα.







Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΣΗΜΕΡΑ ΠΗΡΑ ΔΕΚΑ
Στο πουθενά και το ποτέ ανάμεσα
Ένας καιρός βρεγμένος-
Χρόνος για να ξεχνάς τη λήθη.

Εδώ φυτρώνει η μια πλευρά της ίριδας
Την άλλη δαγκώνει η γυναίκα με τα μαύρα
Σαν ένα μαρς με χάλκινα
Που τινάζει αποχαιρετιστήρια μαντίλια
Κι ένα "ως ευ παρέστης".

Στον κόσμο αυτό δεν λείπουν οι εκλείψεις
Σπίτια που μικραίνουν,
Όπως οι λιπόθυμες σβήνουν πυγολαμπίδες,

Μια θάλασσα που βρέχει τ' όνομά της από μέσα.

Τα παιδιά
Που ακουμπούν στα χέρια σου ένα μικρόν αέρα
Και λεν "σήμερα πήρα δέκα".


ΣΙΩΠΗΛΟ ΑΛΩΝΙ

Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Η γυναίκα με τα μάτια στο χρώμα του κυκλάμινου
Κοσκινίζει τ'αστέρια
Μήπως της απομείνει λίγο φως,
Να το προσφέρει στον τυφλό της γωνιάς
Με τη φυσαρμόνικα,
Που παρατείνει τη ζωή μας
Όσο ένα φριχτό πεταλούδισμα στην κλειστή παλάμη.

Τη μουσική που περισσεύει, τη μαζεύουν οι άγγελοι
Ή γεμίζουν μ'αυτή τις τσέπες τους τα παιδιά
Και την πετούν με φούρκες στα πουλιά:

Τα τελευταία,εκτός από το φως
-Που τα κάνει οδοδείχτες για τον προορισμό μας,
Τον Ουρανό-
Είναι φτιαγμένα από ηδύμολπες σονάτες του Μπετόβεν
Από καρίνες πλοίων, στους χορούς του Μπραμς

Και το σιωπηλό αλώνι κάποιων ποιημάτων.



Σάββατο, 3 Μαΐου 2014


ΑΝΑΒΩ Τ'ΑΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Έπιασα το ποίημα από τη μια του άκρη, τίναξα τη σκόνη των διαττόντων
Και τις ζαλισμένες λέξεις που, κολλημένες επάνω του, φώναζαν
"Ταξί..ταξί..".
Ύστερα το τοποθέτησα κάτω απ' το μαξιλάρι μου,
Εκεί που περιμένουν τη σειρά τους τα διαυγή μου όνειρα.
Πλάι στους σκοτωμένους δράκους των παραμυθιών,
Τους αγγέλους
Και τις αρχαίες σοκολάτες του πατέρα.
"Τί κάνεις;",με ρώτησε η γυναίκα μου.
"Ανάβω τ'άστρα στην πατρίδα μου", της απάντησα.








Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

ΑΦΑΙΡΕΣΗ
Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς,
Η Ποίηση-
Οιονεί-
Αποτελεί
Μια συνεχήν αφαίρεση.

Τα πάντα αποχωρούν,
Με ευδιάκριτη υπόκλιση:

Τα σπασμένα φώτα της απέναντι ακτής,
Η σκακιέρα των αστεριών,
Ο Λαμπαδίας των ποιημάτων,
Το μπλε φεγγάρι που αναζητήσαμε
Πάνω απ'τους αμμόλοφους.

Ακόμη και ο θάνατός μας
Από άλλους
Θα καταγραφεί.





ΛΑΪΚΑ
"Tί να γίνεται μ' εκείνο το σκυλάκι;".

Ξυπόλητη κι αχτένιστη
Ρωτούσε τους περαστικούς
Κι έδειχνε το στερέωμα.

Την ονομάσαμε "Λάικα".

Εκείνο το σκυλάκι, φυσικά,θάφτηκε
Στη μεγάλη πατρίδα των προλετάριων-
Ίσως με τιμές αρχηγού κράτους.

Από εκείνη
Απέμειναν δυο τσίγκοι της παράγκας της
Ντυμένοι με φύλλα του Ντομινό
Να στάζουνε τις νύχτες
Την τρυφερή της έγνοια.

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

ΕΝΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ




ΑΠΟ ΦΩΣ,ΘΟΡΥΒΟ,ΠΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ
Συνήθως, ο χρόνος έρχεται στα όνειρά μου,
Με ύφος παιδιού που έχασε ένα άλογο ή ένα πύργο.
Κρατάει ήχους καμπάνας στο ένα χέρι
Κι ένα πεθαμένο τζιτζίκι στο άλλο.
"Ήλθες να μ'αποχαιρετήσεις;" τον ρωτώ.
Τότε εκείνος στρέφει το βλέμμα
Στο σκοτεινό ουρανό.
Μετράει τις κινήσεις των άστρων
Ή προσπαθεί να διακρίνει ένα νεύμα;
Ξυπνώ πριν μου απαντήσει.
Πετάγομαι απ' το κρεββάτι κι ανοίγω το παράθυρο,
Να γεμίσει το δωμάτιο
Από φως, θόρυβο, πουλιά και πεταλούδες.