Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ 5 (6)


5. ΚΑΤΟΧΗ .. Αληθινό σενάριο [1]

            Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η σαραντάχρονη πορταρίτισσα Ευθυμία. Τ. φόρτωσε στο μουλάρι που δανείσθηκε από τον ξάδελφό της, τον Βαγγέλη, δεκαεφτά κεντητά σεντόνια, έκανε το σταυρό της, έπιασε ο καπίστρι κα ξεκίνησε για το Βόλο.
Ήταν μια τυπική  φθινοπωρινή Δευτέρα.. Συννεφιασμένη αλλ’ όχι κρύα. Χώθηκε στο μονοπάτι ανάμεσα στις ελιές μιλώντας στο ζώο, τον αγαπημένο της Κίτσο. Τον γνώριζε και τη γνώριζε καλά. Εκτός απ’ το συνηθισμένο δρομολόγιο στο Βόλο, είχαν κάνει αρκετές εκδρομές σε πανηγύρια – στην Αγία Τριάδα και στην Παναγία Μεγαλογένους, στην Μακρινίτσα και στο Κατηχώρι. Τότε βέβαια, καβάλα, καμάρωνε τα ωραία της ρούχα. Όταν ξεκαβαλίκευε, ο Βαγγέλης έδενε το ζώο κι έτρεχαν με τους άλλους νέους στις παρέες, όπου την περίμεναν οι φίλες της, ντυμένες κι εκείνες γιορτινά. Ήταν άνοιξη ή καλοκαίρι, ο καιρός των πανηγυριών. Γλεντούσαν με την ψυχή τους, τραγουδούσαν και τις συναγωνίζονταν τα πουλιά και τα τζιτζίκια.
Αργότερα βέβαια, όταν παντρεύτηκε αραίωσαν οι έξοδοι.
Όχι γιατί δεν το θελε κάτι τέτοιο ο άντρας της. Ένας θαυμάσιος άνθρωπος ήταν. Τον γνώρισε λίγο πριν το προξενιό, έμαθε ότι είναι μορφωμένος[2], απόφοιτος της Εμπορικής Σχολής, διάβαζε τουλάχιστον δυό εφημερίδες και κουβαλούσε τη μια στο σπίτι – είχε συνεννοηθεί με τον καφετζή.
Ήταν μορφωμένος, όμως στην Πορταριά διάλεξε ένα ταπεινό επάγγελμα. Στιλβωτής τα πρώτα χρόνια – περιγράψαμε αυτά τα στεγασμένα στέκια των λούστρων σ’ άλλο κεφάλαιο. Εκείνος, Αριστείδης τ’ ονομά του, ήταν ιδιοκτήτης τέτοιου μαγαζιού καλλωπισμού των υποδημάτων των παραθεριστών. Είχε τρείς λούστρους υπαλλήλους.
Ταυτόχρονα, για να τα βγάλουν πέρα, έκανε και την δουλειά του πατέρα του. Επιδιορθωτής υποδημάτων, μ’ άλλα λόγια τσαγγάρης. Ο πατέρας του είχε μεγάλο υποδηματοποιείο στα Παλιά του Βόλου. Κατασκεύαζε όλων των ειδών τα παπούτσια, όμως είχε επιλέξει μια ειδική κατηγορία, στην οποία είχε αποκλειστικότητα. Μια μικρή ταμπέλλα κάτω απ’ το όνομα του δήλωνε αυτή την ειδικότητα: ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ – ΕΠΙΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ – ΠΩΛΟΥΜΕ ΥΠΟΔΗΜΑΤΑ ΔΙΑ ΝΥΜΦΑΣ.
Ο Αριστείδης δεν είχε τέτοια ειδικότητα. Σε μια Πορταριά της οποίας τα μισά παιδιά περπατούσαν ξυπόλυτα δεν υπήρχε περιθώριο για εξειδικεύσεις.Διόρθωνε λοιπόν πέντε ζευγάρια την μέρα και πληρώνονταν το ένα. Είχε ένα μαγαζάκι σ’ ένα οίκημα που δεν υπάρχει πια – βρίσκονταν απέναντι ακριβώς από το φούρνο του Κοντορίζου, στην στροφή για την ανηφόρα. Το ισόγειο στέγαζε τα δικά του μαγαζιά και πάνω βρίσκονταν το σπίτι και το μαγαζί ενός ράφτη.
Τον τελευταίο όλοι  τον γνώριζαν με το δηλωτικό του επαγγέλματος προσώνυμό του, σ’ ένα τόνο υποκοριστικό όμως, για να φανεί και το μέγεθός του. Ραφτάκο τον έλεγαν (όλοι το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Δεληγιάννης)  κι ήταν ένας μικροσκοπικός, κοντός κι αδύνατος άνθρωπος. Είχε παντρευτεί μια πελώρια γυναίκα – το ζευγάρι έμοιαζε με την γελοιογραφία του Ζαχαρία και της Χοντρής του ΘΗΣΑΥΡΟΥ – πολλοί τους θυμήθηκαν όταν αργότερα κυκλοφόρησε το περιοδικό.
Ο Αριστείδης επιδιόρθωνε με ξυλόπροκες ή τσαγγαροσούβλια τα φόρτια και τις σόλες των παππουτσιών. Είχε πάνω απ’ το κεφάλι του φωτογραφίες γυναικών από περιοδικά της εποχής. Εύκολα έπιανε κουβέντα με τους ξένους που έρχονταν, σπάνια τότε με δικά τους αυτοκίνητα, στην πλατεία.
Από τα δέκα ζευγάρια παππούτσια που του έφερναν, ο Αριστείδης πετούσε το ένα στη γωνιά. «Δεν γίνεται με τίποτε» έλεγε στον - πλούσιο παραθεριστή συνήθως - κάτοχο του.
Την άλλη μέρα ένα απ’ τα ξυπόλυτα παιδιά είχε φορέσει παππούτσια και τα καμάρωνε στην εκκλησία, όταν η γιαγιά του δίπλα προσεύχονταν στον Χριστό, «να χει καλά τον άγιο άνθρωπο που δεν τους ξεχνούσε».
Ας γυρίσουμε όμως στο δευτεριάτικο πρωϊνό που η Ευθυμία αφήνει τον Αριστείδη να παιδεύεται με τις κάλτσες του (φορούσε τη μια και ξεχνιόταν χαμένος στις δικές του σκέψεις) και κατεβαίνει με το μουλάρι στο Βόλο. Έχει σκοπό να μεταφέρει τα λινά σεντόνια στο Καρταλαίϊκο, το όμορφο σπίτι του Καρτάλη, που βρίσκονταν στη συνοικία του Αγίου Νικολάου στο Βόλο.
Οι άνθρωποι τα είχαν παραγγείλει από το καλοκαίρι. Είχαν βρεί την Ευθυμία να κεντάει λουλούδια και πουλιά  καθισμένη σε μια καρέκλα έξω από το μαγαζί του άντρα της. Όλες οι κυρίες και οι υπηρέτριες της οικογένειας είχαν ξετρελαθεί με τα σχέδια που είδαν στο σεντόνι. Έπιασαν κουβέντα μαζί της και δεν άργησαν να της παραγγείλουν δυο δωδεκάδες κεντημένα λινά.
Όλο το καλοκαίρι δούλεψε η καημένη και όταν το τελείωσε τα φόρτωσε για το Βόλο.
Με παρέα είχε κάνει πολλές φορές τη διαδρομή. Ήταν όμορφα μέσα απ’ τις ελιές, βρεγμένες απ’ την πρωϊνη ομίχλη, άλλοτε με κρύο κι άλλοτε με τον ήλιο, να κρύβεται σε βιαστικά ανοιξιάτικα σύννεφα. Κουβέντιαζαν τότε για τον καιρό που δεν γλύκανε ακόμη, έκαναν τον σταυρό τους στην Παναγία την Επισκοπή, μάζευαν πικρές ελιές και γλυκοζόχαρα.
Σήμερα ήταν μόνη. Έτσι μιλούσε με τον Κίτσο για να αισθάνεται λιγότερη μοναξιά, του θύμιζε τα παλιά γλέντια, του μιλούσε ακόμη και για τους φόβους της για την Ελένη, την κόρη της, που έμεινε μόνη στο σπίτι με την γιαγιά τη Μαργιολή, τη μάνα της.
«Άσχημα τα χρόνια, καημένε μου, του λεγε, μη νομίσεις ότι δεν το καταλαβαίνω»
Η Ευθυμία ήταν αγράμματη. Πέρασε τρείς τάξεις του Δημοτικού Θηλέων με βαθμό 2, στη συνέχεια όμως την έπαιρναν οι θείοι της στα χωράφια, έχασε χρονιές, σταμάτησε. Ο πατέρας της είχε πεθάνει, αυτοκτόνησε γιατί φοβόταν υπερβολικά ένα σπυρί που έβγαλε στο πόδι… Πέθανε γιατί … φοβόταν να πεθάνει. Ήταν πλούσιος τοκιστής (τοκογλύφος), όμως δεν βρήκαν λεφτά ούτε για την κηδεία πάνω του. Την πάμφτωχη Μαργιολή την φώναζαν Ματσίνα, δηλαδή «ματσωμένη», για χρόνια, έτσι έχει περάσει και στους κοινοτικούς καταλόγους.
«… μη νομίσεις» συνέχισε μιλώντας στον Κίτσο «ότι δεν ξέρω τι γίνεται στον Κόσμο»
Τα βράδια ο Αριστοτέλης διάβαζε στη γυναίκα του τους τίτλους της ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ.  Εκείνο τον Οκτώβρη την είχε κατατρομάξει εξηγώντας της τι σημαίνουν φράσεις όπως αυτές:
ΒΟΛΑΙ ΤΗΛΕΒΟΛΩΝ ΚΑΤΑ ΝΗΟΠΟΜΠΩΝ
ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΙ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Ο ΑΞΩΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΑΝ
ΕΠΙΘΕΣΙΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ Μ. ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ

ΣΦΟΔΡΑ ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑΝ
ΧΘΕΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΣΤΕΝΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΙΣΤΟΛ

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑ Η ΕΙΣΟΔΟΣ
ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΙΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΝ

ΜΠΡΕΝΤΕΡ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ
ΧΙΤΛΕΡ ΚΑΙ ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ

ΟΙ ΕΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΠΡΕΣΒΕΥΤΑΙ
ΕΚΛΗΘΗΚΑΝ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΕΙΣ ΕΥΡΩΠΗΝ[3]

            Τραβούσε η Ευθυμία τα μάγουλά της ( το χε συνήθειο που της έμεινε ώς τον θάνατο της, σε βαθιά γεράματα) μαθαίνοντας αυτή τη γεωγραφία του τρόμου.
            Ο άντρας της, βέβαια, της διάβαζε και τις άλλες ειδήσεις για να διασκεδάσει τα πράγματα:
«Ο γνωστός καραγκιοζοπαίχτης Γιαννιός παίζει δια πρώτην φοράν έν Βόλω τον «Κατσαντώνη», στο Καφενείο ΑΚΤΗ.
            Γενική είσοδος δρχ. 5. Αναχωρήσις εξ’ Ανάβρου, με αναμένον[4] λεωφορείον»
            Ή το εκπληκτικό για τα σημερινά μας ήθη: «Είκοσι μηνύσεις κατά παρανόμως συμβιούντων ζευγών. Ο πίναξ των ζευγών κατηρτίσθη υπό της Ιεράς Μητροπόλεως. Εμηνύθησαν όσοι δεν απεφάσισαν, εντός ορισμένης προθεσμίας, να νομιμοποιήσουν τας σχέσεις των»
Τα μικρά παιδιά της οικογένειας η  Ελένη και ο Γιώργος έπιασαν ένα πονηρό γελάκι του πατέρα της κι ύστερα τον άκουγαν να λέει κάτι που περισσότερο χαρακτήριζε άσχημα τους συντάκτες του πίνακα και λιγότερο τα παράνομα ζευγάρια.
Κυρίως η Ελένη άκουγε με προσοχή τον πατέρα της να διαβάζει μια προφητική (έτσι την έλεγε αργότερα) πρωτοσέλιδη Ανακοίνωση του υπουργού Μέξη – δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, όμως τα εξηγούσε ο πατέρας της:
«Η Επαρχιακή Επιτροπή Πολιτικής Επιστρατεύσεως προσκαλεί τους ιδιοκτήτες ακαλύπτων χώρων, είτε Νομικά Πρόσωπα τυγχάνωσιν ούτοι, είτε ιδιώται, οπως, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τας εξαιρετικάς συνθήκας, υφ’ ας τελεί η χώρα και το Κήρυγμα του κ. Αρχηγού της Κυβερνήσεως, όπως ούτε σπιθαμή γής μείνει ακαλλιέργητος, θέσωσιν εις την διάθεσιν της εν λόγω Επιτροπής τους χώρους τούτους προκειμένου να καλλιεργηθώσην παρά της Ε.Ο.Ν. …»
Ούτε η Ελένη, ούτε η Ευθυμία καταλάβαιναν την αντίφαση του Αριστείδη. Από τη μια τους ζητούσε να γεμίσουν όλες τις γλάστρες με πατάτες, όπως ζητούσε «εκείνος» κι απ’ την άλλη, όταν άκουγε ή διάβαζε το «Εθνικός κυβερνήτης», μούτζωνε νοτιοδυτικά.
Ήταν ένα παράξενο κράμα ανθρώπου ο Αριστείδης. Φιλελεύθερος και βενιζελικός στο φρόνημα (το 1931 σκοτώθηκε απ΄τον καβγά με την βασιλική γυναίκα του όταν υποδέχθηκε στο «Θεοξένια», τον Ελευθέριο Βενιζέλο) δέχονταν κάθε σωστή άποψη – κι έβρισκε ότι ο Μεταξάς, όποιος κι αν ήταν, είχε δίκιο - έρχονταν δύσκολοι καιροί.
Πάντως περνούσε εύκολα σε ελαφρά θέματα των μεσαίων σελίδων, ψιθυρίζοντας στη γυναίκα του: «Τα στεναχωρήσαμε πάλι, προσπάθησε να κρυφτείς»
-         «Λοιπόν, ακούστε» - έλεγε
-         «Πώς να μη σπάνουν τα εύθρυπτα νύχια»
-         «Ποιες είναι οι γυναίκες που προκαλούν …» κι εδώ σταματούσε, σαν τους λογοκρίτες του Αρχηγού της Κυβερνήσεως.
-         «3-6-9. Η ταινία αριστούργημα που θα ξετρελάνει τους βολιώτες»[5].
Τους διάβαζε για την ίδρυση της πρωϊνής Φρουταγοράς, την ανέγερση 26 νέων προσφυγικών στον Ξηρόκαμπο, την αποτέφρωση του κεροποιείου Βαΐου – Μούχου, την απόφαση της Φιλοδασικής Εταιρίας να αναδασώσει τον γυμνό λόφο της Γορίτσας.
Έψαχνε και για το χωριό τους, την Πορταριά: «Εις το Πρωτοδικείον Βόλου ηνοίχθη η διαθήκη του, αποβιώσαντος τελευταίως, Ιωάννου Χατζηϊωάννου ή Χατζάκου εκ Πορταριάς.
Δια της διαθήκης ταύτης ο μεταστάς κληροδοτεί εις την Κοινότητα Πορταριάς δύο ακίνητα του εν Βόλω και συγκεκριμένως το επί της οδού Ιωλκού αριθ. 4 μικρότερον κτίριον, υπό τους όρους ότι εκ των εισοδημάτων των ακινήτων τούτων θα προικοδοτήται ανά διετίαν δια κλήρου ένα άπορον και ηθικόν κορίτσι εκ Πορταριάς, προτιμωμένων εάν υπάρχουν, των συγγενών του διαθέτου. Η κλήρωσις, εντέλλεται ο διαθέτης, να γίνεται υπό επιτροπής, αποτελουμένης εκ του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος, εκ του πρωθιερέως του ναού του Αγίου Νικολάου Πορταριάς, εκ του Προέδρου της Κοινότητας Πορταριάς και εκ του Εισαγγελέως Βόλου»[6]
Η είδηση αυτή δημοσιεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου 1940 στην πρώτη σελίδα του «ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ» στα Τοπικά νέα.
Διάβασαν κι άλλα ακόμη για το χωριό τους και το σχολιάσαν:
«Πωλούνται δύο οικίαι μετά περιοχής, αμπέλου, οπωροφόρων δέντρων κ.λ.π., ιδιοκτησίας Γεωργίου Πάντου, κείμεναι εν Πορταριά, συνοικία Αγίων Αναργύρων.
Πληροφορία εν Πορταριά, εντός της οικίας και εν Βόλω παρά τους  (sic) κ.κ. Φιλιπ Δ. Δούκα και Βικεντίω Μεφσούτ.
Παρέχονται εκολίαι πληρωμής. Μεσίται αποκλέιονται.»
Αυτό ακριβώς το φύλλο είχε στρώσει στην ποδιά της η γιαγιά η Μαργιολή, η μάνα της Ευθυμίας την ώρα που η τελευταία κατέβαινε στο Βόλο. Είχε βάλει επάνω του δύο μικρά ξεροκόμματα ψωμιού και τα μασουλούσε με τα ούλα, στον όχτο του μικρού κήπου με τις φασολιές. Πότιζε το περιβόλι, κάνοντας συνεχώς την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Προσεύχονταν για όλο τον κόσμο.  Πίστευε ακλόνητα, δεν άφηνε «ακοίμητη» (αγρυπνία) ατίμητη, δεν άφηνε ξωκλήσι αλειτούργητο, μαζί με τις δεκάδες  πορταριτών και τους παπάδες τους, τον παπα Αντώνη Μούχτη και τον παπα Μαραθά.
Όταν τελείωνε το πότισμα άφηνε την εφημερίδα στην κατσίκα της την Αποκρίτσα. Η τελευταία είχε τιμήσει δεόντως με μασούλημα ειδήσεις όπως αυτές:
«Ο Βασιλεύς Λεοπόλδος του Βελγίου διέταξε τον Βελγικό στρατό να συνθηκολογήσει με τη Γερμανία……. Οι γερμανικές δυνάμεις παρήλασαν από το Νεϊγύ προς το κέντρο του Παρισιού…. Ο στρατηγός δε Γκόλ έκανε έκκληση προς τους γάλλους να μην υπογράψουν συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς…. Η Ελβετία επιθυμεί να παραμείνει ουδέτερη….»[7]
            Μόνο το φύλλο της 28ης Οκτωβρίου δεν δοκίμασε η Αποκρίτσα. Δεν πρόλαβε να γευθεί ειδήσεις που περιέγραφαν την νηνεμία πριν την καταιγίδα:
            « Η Νίκη νίκησε τον Απόλλωνα 3-0»
            « Αντώνιος Γιαλαμπούσης – Δήμητρα Μάλαμα. Ηρραβωνίσθησαν»
            «Επωφελούμενοι της χθεσινής ωραίας φθινοπωρινής ημέρας πολλαί οικογένειαι συμπολιτών εξέδραμον το απόγευμα εις τον Άνω Βόλον. Αρκεταί επίσης οικογένειαι εξέδραμον το απόγευμα εις την Αγριάν και άλλαι εις Μηλέας δια της κυκλοφορησάσης χθές εκτάκτου αμαξοστοιχίας».
            Άνθρωποι βασανισμένοι, που ζητούσαν μια βόλτα φθινοπωρινή μόνο. Μια βόλτα με τα πόδια, με σούστα, με μακρύκαρρο, από αυτά που διέσχιζαν τις γειτονιές και οι νοικοκυρές έτρεχαν πίσω τους μ’ ένα φαράσι να μαζέψουν την κοπριά του αλόγου. Αρκετοί με τ’ αυτοκίνητα  της εποχής, λίγοι πάνω στα λεωφορεία της γραμμής, ελάχιστοι με ιδιόκτητες κούρσες. Και δεκάδες με το τρενάκι που αγκομαχούσε πάνω από ένα πράσινο που ακουμπούσε στη καταγάλανη θάλασσα.
            Δεν τους είχαν τρομάξει άραγε αυτούς τους ανθρώπους τίτλοι όπως αυτός της προηγούμενης μέρας;
            Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΑ ΛΑΒΗ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
            ΕΠΙΚΕΙΤΑΙ ΠΡΟΕΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ

            Πόση σημασία έδωσαν στα κεφαλαία της τελευταίας σελίδας του «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ»;
            ΟΙ  ΙΤΑΛΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΟΥΝ
            ΟΤΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΣΥΜΜΟΡΙΑΙ ΣΥΝΕΠΛΑΚΗΣΑΝ
            ΕΝΤΟΣ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

            Η Ευθυμία είχε μπει πια στο Βόλο. Σκέπτονταν μ’ ανακούφιση ότι, εκτός από τα χρήματα των Καρτάληδων, στο γυρισμό θα είχε την πολυτέλεια να είναι καβάλα στο ζώο – κι ίσως αυτό το τελευταίο να το χαίρονταν πιο πολύ. Είχε συνηθίσει να κατεβαίνει με τα πόδια στο Βόλο όπως όλοι οι συμπατριώτες της, αν και υπήρχε λεωφορείο υπεραστικό. Στο γυρισμό, στον ανήφορο, όσοι είχαν χρήματα (κι ήσαν ελάχιστοι) το έπαιρναν. Οι περισσότεροι έπιαναν πάλι το μονοπάτι.
            Εκείνο που την παραξένεψε στο Βόλο ήσαν οι δρόμοι. Γεμάτοι από κόσμο που μιλούσε νευρικά. Κάποιοι έτρεχαν πάνω – κάτω, ένας της φώναξε «που πάς, κυρά μου;».
            Την ίδια ώρα ο άντρας της έτρεχε στα καλντερίμια της Πορταριάς. Πώς να την ειδοποιήσει τόσο πρωί που έφυγε….Το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών εμβατήρια. Κι εκεί στο τραπεζάκι του, στο καφενείο είχαν σκύψει όλοι στο μονόφυλο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

ΑΜΕΣΟΣ ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ
ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΝ ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΗΝ ΕΚΤΗΝ
ΠΡΩΪΝΗΝ ΕΙΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΕΔΑΦΟΣ

            Ακούστηκε το ούρλιαγμα της σειρήνας. Το μουλάρι σηκώθηκε όρθιο. Τα λινά έπεσαν στο δρόμο. «Κυρά, πόλεμος γίνεται, δεν το κατάλαβες;» της φώναξε ένας πιτσιρίκος.
            Η Ευθυμία ξαφνικά ξύπνησε. Είδε γύρω τις ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες των διώροφων σπιτιών, εκεί στην πλατεία Ελευθερίας. Από κάποιο παράθυρο ακούγονταν ο Εθνικός Ύμνος. Στην είσοδο ενός καφενείου, ένας ηλικιωμένος κύριος είχε ανέβει στην καρέκλα του και διάβαζε από εφημερίδα στον κόσμο που χειροκροτούσε τον «Ελληνικό Ύμνο», του Μιστράλ[8].
            Ξύπνησε και παράτησε το σκοινί του ζώου, έκανε στροφή κι άρχισε ν’ ανεβαίνει την Ιωλκού.
            Το μόνο καταφύγιο ήταν γι’ αυτήν το σπίτι της. Να σώσει τα παιδιά της, τον άντρα της, τη μάννα της. Ή να πεθάνουν μαζί.

Ο πρώτος βομβαρδισμός του Βόλου.
            Αυτό τον δρόμο τον πήραν πολλοί ως το βράδυ. Ο μικρός Γιάννης Αλβανός κοιτούσε απ’ το παράθυρο τον κόσμο που πήγαινε με τα πόδια. Ο πατέρας του είχε μισθώσει το ταξί του Ριζοδήμου, το γέμισε γνωστούς κι ανέβηκαν αμέσως με την κήρυξη του πολέμου στο πατρικό τους σπίτι, στην Πορταριά.

            Το μονοπάτι είχε πάρει και ο εργάτης Σπύρος Ανδρίτσος. Δούλευε, 17 χρονών, στου Παπαγεωργίου. Καθημερινά ανεβοκατέβαινε με τα πόδια. Του ήταν εύκολο λοιπόν να κάνει τη διαδρομή. Μόνο που η μετεφηβική αποκοτιά τον έσπρωξε να ξανακατέβει να πάει για δουλειά, ύστερα από λίγες μέρες. Κι έπεσε πάλι στο συναγερμό, αυτή τη φορά ήταν ο πρώτος βομβαρδισμός του Βόλου.
            Ξανα στροφή για το χωριό – το θεωρούσε το καλύτερο καταφύγιο. Στο Πορτ- Αρθουρ δεύτερος συναγερμός…

Την Ανάληψη αντί το λιμάνι.
            Η αλήθεια είναι ότι στο βομβαρδισμό του Βόλου τα ιταλικά  αεροπλάνα πετούσαν πολύ ψηλά. Δεν τα έπιανε καν το μάτι. Δεν κατέβαιναν να στοχεύσουν, έμεναν στα πέντε χιλιόμετρα και οι βόμβες τους σπανίως έπιαναν το λιμάνι  που ήταν ο κύριος στόχος τους. Βόμβες που έπεφταν σε φτωχογειτονιές, τσάκιζαν δέντρα και χαμόσπιτα. Γέμισαν οι αυλές των σπιτιών της Ανάληψης από βόμβες - και το λιμάνι απείραχτο.
            Βέβαια αργότερα, με τα γερμανικά στούκας, τα πράγματα άλλαζαν. 

Παιδιά μου από σήμερα βρισκόμαστε σε πόλεμο
            Ας γυρίσουμε όμως στο πρωί της 28ης Οκτωβρίου. Η μικρή Ελένη, η κόρη της Ευθυμίας, ανέβηκε το καλντερίμι, ανάμεσα σε χρυσάνθεμα και φρουσκλιές.
            Ανέβηκε φορτωμένη την τσάντα της. Μπροστά στο σπίτι του Κοσμά άκουσε τις χιλιοειπωμένο διάλογο- παιχνίδι, ανάμεσα στον μικρό Αλέξη Κοσμά που «έτρωγε», μιλώντας, τα γράμματα και στον τυφλό ψάλτη του Αγίου Νικολάου Αντώνη Χαρκουλόκα: Ο καθένας μιλούσε απ’ την αυλή του – πως σιλέν ρέ, ο Χαρκουλόκας – Εξ…(Αλέξη) …. Μα (Κοσμά), ο μικρός. – Ισένα, ο ίδιος – Ιμένα μι λέν Ντών’ (Αντώνη) Χα (Χαρκουλόκα), ο ψάλτης.
            Η Ελένη έτρεξε ανάμεσα στα δύο σπίτια, ανέβηκε στο Αηταφίτικο, κλωτσώντας τις τσουκνίδες. Έκανε το σταυρό της στην Εκκλησία και μπήκε (τελευταία όπως συνήθως)  στην αυλή.
            Ήσαν όλοι εκεί. Σε μια γωνιά τα παιδιά της τάξης της και κάποια μεγαλύτερα, συγκεντρωμένα: Κασσιανή Μητρουλά, Χρυσαυγή Τζανοπούλου, Ειρήνη Καλτσογιάννη,  Λούλα Κρατήρα, Μαργαρίτα Μέρμηγκα, Μαρία Παπαβέργου, Βούλα Κοντοπαναγιώτου, Καίτη Πάρνου, Βούλα Γούναρη, Πολυάνθη Ευαγγέλου, Καίτη Βαλατσού, Διαμάντω Πλαγερά, Χριστίνα Παπαγεωργίου, Πόπη Μάγγου, Ασπασία Δημητρέλια, Όλγα Αγγελούση, Φωτεινή Ρηγώνη, Ελένη Βαλατσού, Κική Κριτσίνη, Καίτη Μιόγλου, Λούλα Μελαχροινού, Λιλή Ζορμπά, Αθηνα Χατζηπαρίση, Πόπη Βαγδούτη, Ζωή Διακουμή, Βούλα Βογιατζάκη, Χρυσάνθη Παγωνάρη, Νουνούκα (Ελένη) Κατσιούρα, Ελένη Ευαγγέλου, Ζακελίνα Μανώλη, Ζήνα Κριτσίνη, Βαρβάρα Βαγδούτη, Καίτη Ασβεστά, Ευανθία Αγγελοπούλου, Τούλα Πολυχρόνου, Λούλα Λιμπαντού, Ζωή Φράγκου, Καίτη Παπαγεωργίου, Χαρίκλεια Βάσσου, Χαρίτσα Ζαφρατζά, Ολυμπία Ασκητή, Τούλα Γαλάνη, Ευαγγελία Πολυχρόνου, Ιωάννα Παπαγεωργίου, Φιλίτσα Ευαγγέλου, Μαρία Γαλάνη.
            Κι ανάμεσα τους (αντίθετα με τον άλλο καιρό) ανακατεύονταν και τ’ αγόρια, που δεν τις πείραζαν, δεν τις τραβούσαν από τις κοτσίδες, όπως άλλες φορές, αλλά μιλούσαν ζωηρά: Ήσαν εκεί οι : Λάμρος Κόκκαλης, Γιάννης Παγίδας, Παναγιώτης Σκλείδης, Πάρης Τράτσας, Ζήσης Τράτσας, Γιάννης Μητρουλάς, Κυριαζής Κουνάρας, Στέλιος Σώκος, Γιάννης Γιαννούκος, Κώστας Κοντοπαναγιώτης, Χαρίλαος Διακουμής, Γιάννης Αγγελόπουλος, Γιάννης Βαγδούτης, Λεωνίδας  Βαλατσός, Αντώνης Κοντοβάς, Αργύρης Αγγελόπουλος, Βασίλης Αγγελόπουλος, Ευάγγελος Κατσαρός, Αντώνης Γιαννούκος, Νικόλαος Δρόσος, Πάρης Στρατηγόπουλος, Σόλων Πλαγεράς, Καλλίστρατος Σγρουμάλλης, Χαρίλαος Κοτρώτσος, Κώστας Κωνσταντάς, Γιάννης Βλαχούτσος.
            Έλειπαν πολλά παιδιά, φαίνονταν ότι κάτι παράξενο συνέβαινε.
            Τι ακριβώς, τους εξήγησε ο διευθυντής, ο καινούριος όμορφος διευθυντής τους ο Ανδρέας Αγγελής, αμέσως μετά την προσευχή:
«Παιδιά μου από σήμερα βρισκόμαστε σε πόλεμο με τους Ιταλούς» τους  είπε. «Ήταν ένας πόλεμος άδικος. Οι Ιταλοί θέλησαν να πάρουν την μικρή πατρίδα μας, όμως εμείς θα την υπερασπιστούμε, θα προσφέρουμε ακόμη και τη ζωή μας γι αυτή».
             Τα παιδιά δεν καταλάβαιναν και πολλά πράγματα. Κάποιοι, όπως ο Ευαγγέλου τρόμαξαν, πήδηξαν από τα κάγκελα κι έφυγαν. Οι περισσότεροι χειροκροτούσαν κι έκλαιγαν.
            Ο κύριος Ανδρέας Αγγελής αντικατέστησε τον προηγούμενο διευθυντή και δάσκαλο τους Αλ. Πολίτη, που τους άφησε στα μέσα της προηγούμενης χρονιάς «επειδή τον κάλεσε η πατρίδα στο στρατό». Τη θέση του πήρε, ώς τον καιρό που ήλθε εκείνος, η κ. Άννα  Βογιατζάκη. Υπήρχε επίσης και κάποια κ. Μαρία – κανένας δεν τη φώναζε με το επώνυμό της, ούτε τα παιδιά της τάξης της το ‘ξεραν.
            Ο κ. Αγγελής ήλθε ύστερα από λίγες μέρες να τους αποχαιρετίσει. Όλοι θαύμαζαν τις διπλές σειρές κουμπιά που στόλιζαν το σακκάκι του. Τους αγκάλιασε και τους φίλησε όλους έναν – έναν. Τους είπε ότι η νίκη θα είναι με το μέρος των ελλήνων και πάλι τον χειροκρότησαν.
            Αργότερα έμαθαν ότι ήταν από τους πρώτους νεκρούς του μετώπου[9].

 «Θα φύγω μάνα μου…..»
            Τις επόμενες ημέρες υπήρχε ένας ενθουσιασμός φοβερός. Η Ελένη έβλεπε ένα σωρό γείτονές της να φεύγουν αγκαλιάζοντας τους δικούς τους και κάνοντας το σταυρό τους: Ν. Δαμασιώτης, Νίκος Κατσαρός, Μαρδέλης, Χρήστος Αλεξίου, Θ. Αλεξίου, Δημ. Παραδάκης, Αγγ. Ζαφρατζάς, ο Δ. Τράτσας κι ένα σωρό άλλοι στο χωριό. Υπήρχε ενθουσιασμός. Οι άντρες που έφευγαν τραγουδούσαν, πότε θλιμμένα και πότε τραγούδια ενθουσιασμού.
            Υπήρχε ένα που άρχιζε με το στίχο «θα φύγω μάνα μου…» Οι Φιλιππώνηδες είχαν φέρει και την λατέρνα του Ανέστη κι έπαιζε ενώ η μάνα τους τραβούσε τα μαλλιά της.
            Στα καλντερίμια ανηφόριζαν τα επιταγμένα ζώα. Η Κοινότητα είχε συντάξει ειδικό κατάλογο ιδιοκτητών.
-         Τριαν. Τσιμπανούλης, Αγγ. Χαδούλης, Αργ. Βαγδούτης.
Χρήστος Ευαγγέλου, Ηλίας Βερντίνας, Τράτσας Κωνστ.
Χούστης Γεώργιος, Μητρουλάς Δημ., Ευαγγέλου Γεώργιος, Ευαγγέλου Γεώργιος.
Ντίνας Νικόλαος, Κωνσταντάς Αλεξ. Κοντοπαναγιώτης Αγγ.
Τσιμπανούλης Κωνστ., Μαρδέλης Νικ., Μαλαχιάς Κωνστ.
Πορλίγκης Κωνστ., Κουνάρας Ζήσης, Χούστης Νικ., Χαδούλης Σάββας, Τζώρτζης Γεράσιμος, Τσιμπανούλης Δημ.
Καλατζής Αθ., Αγγελής Κωνστ., Βλάχος Απ., Νεοφώτιστος Γεωργ.



Έπεσε το Πόγραδετς
Αυτός ο ενθουσιασμός κράτησε και σ’ όλο το διάστημα του πολέμου όσο ο στρατός μας νικούσε στην Αλβανία.
Υπήρχαν δύο τρία ραδιόφωνα TELEFUNKEN στο χωριό απ’ όπου άκουγαν τις ειδήσεις:
-         Είσοδος του Ελληνικού στρατού στην Κορυτσά.
-         Πανωλεθρία της Ιταλικής Αεροπορίας – Κατερρίφθησαν επτά αεροπλάνα.
-         Η Κορυτσά βομβαρδίζεται από το ελληνικό πυροβολικό. Συλλήψεις πολλών ιταλών αιχμαλώτων.
-         Έπεσε το Πόγραδετς.
-         Η Κορυτσά ντύθηκε στα γαλανόλευκα.
-         Ο Παπανικολής βύθισε τρία πλοία του εχθρού.
Υπήρχε και ένα μεγάφωνο στο χωριό. Κάποιος αναμετέδιδε τις ειδήσεις, χρωματίζοντάς τες ανάλογα. Οι πορταρίτες έβγαιναν στους δρόμους. Χειροκροτούσαν και πανηγύριζαν .
Οι πιτσιρικάδες πρώτοι απ’ όλους. Η παρέα των παιδιών από το Βόλο, ο Αλβανός, ο Μπάδραβος βρίσκουν καινούρια παιχνίδια. Ξεταπώνουν τα τσίγκινα ποτιστήρια, φυσούν από τη μια άκρη και δημιουργούν συναγερμό. Υπήρχε μάλιστα κάποια μέρα που το παιχνιδάκι αυτό, έφερε καμπανοκρουσίες και πανικό.
 Οι γυναίκες νυχτερεύουν για την «φανέλα του στρατιώτη». Φτιάχνουν χοντρές μάλλινες φανέλες στους φαντάρους μας. Και τσουράπια και τερλίκια, να γλυτώσουν τα κρυοπαγήματα. Μέσα τρυπώνουν χαρτάκια με ευχές και προσευχές.

Έπεσεν υπερ πατρίδος.
Στο μεταξύ φθάνουν και τα πρώτα άσχημα μαντάτα για τις οικογένειες των στρατευμένων. Κάποιες από αυτές ειδοποιούνται ότι ο δικός τους  άνθρωπος «έπεσεν υπέρ της πατρίδος».
Στην Πίνδο και την Αλβανία χάθηκαν οι εξής πορταρίτες:
-         Ιωάννης Βασιλείου
-         Ρήγας Πορλίγκης
-         Αναστάσιος Σουφλάρης
-         Απόστολος Κομνός
-         Ιωαν. Παπαθανασίου
-         Δημήτρης Τράτσας[10]
Άλλοι βρέθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως ο κατοπινός πρόεδρος του χωριού ο Δημοσθένης Παραδάκης ή ο σημερινός καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ιωάννης Πορλίγκης, γιος του εκτελεσθέντος στο Ορμάν Μαγούλα γιατρού, Χαράλαμπου Πορλίγκη.
Ο δεύτερος έμεινε αρκετά χρόνια σε στρατόπεδο στην Γερμανία. Ο Παραδάκης, ο οποίος είχε πάθει κρυοπαγήματα στην Αλβανία, πιάστηκε αιχμάλωτος στο Νοσοκομείο στο Τεπελένι και βρέθηκε με αμνησία στην Ιταλία.
Θυμήθηκε τα πάντα όταν άκουσε τυχαία το όνομά του.
Γύρισε στην πατρίδα του όπου τον περίμεναν, σίγουροι ότι θα επιστρέψει, ο πατέρας του (πατριός του) Δημ. Τσικλάνης και το Κατίγκω, η μάνα του, δυο πιστοί άνθρωποι που ως το τέλος προσεύχονταν στο Θεό να σώσει το παιδί τους.

…εξ αιφνιδίου γαστρορραγίας
Στις 31 Ιανουαρίου του 1941 ο Αριστείδης ανοίγει την εφημερίδα του και γουρλώνει τα μάτια.
Εκείνη την ημέρα άργησε να φορέσει τις κάλτσες του, ως συνήθως, και δεν πέρασε απ’ το σπίτι του Θανάση του μπατζανάκη του ν’ ακούσει τις ειδήσεις στο TELEFUNKEN:
-         « Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ιωάννης Μεταξάς, απέθανεν χθες το βράδυ εξ’ αιφνιδίου γαστρορραγίας….»
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ως τότε καλά κρατούσε.
Οι φάκελλοι παρέμεναν ογκωδέστατοι:
«Προς τον κ. Πρόεδρο της Κοινότητας Πορταριάς….».
            «Εν σχέσει προς την υπ. αριθ. 1257 π.ε. αναφοράν σας περί διορισμού ως Κοινοτικού υδρονομέως του Νικολ. Φιλιππώνη, παρακαλούμεν όπως μεριμνήσητε διά την αποστολήν ημίν και του πιστοποιητικού Κοινωνικών φρονημάτων αυτού, καθ’ όσον μέχρι σήμερον δεν περιήλθεν ημίν τούτο.
            Η σχετική αίτησις του υπεβλήθη εις την Υποδιοίκησιν Χωροφυλακής Βόλου δια της υπ’ αριθ. 758/18-6-1939 αναφοράς του Διοικητικού του Φυλακείου Πορταριάς».
            Ο Νίκος Φιλιππώνης, μια τραγική φιγούρα των χρόνων εκείνων, προσελήφθη τελικά ως υδρονομέας. Αυτό φαίνεται από αναφορά που κάνει στην Κοινότητα το 1942 και ζητάει την αντικατάσταση μηχανημάτων προκειμένου να μη δημιουργούνται προβλήματα με την υποκλοπή του νερού από διάφορους.
            Η αναφορά γράφτηκε λίγους μήνες πριν το φριχτό του τέλος για το οποίο θα γίνει μνεία παρακάτω.

Χαρμόσυνο γεγονός αναγγείλατε ΣΤΟΠ
            Στις 3 Ιουνίου του 1940 οι πορταρίτες φαίνεται ότι ελάχιστα νιώθουν «εθνικά υπερήφανοι» από το γεγονός που αναφέρει σε δύο του τουλάχιστον τηλεγραφήματα στην Κοινότητα Πορταριάς ο Έπαρχος Βόλου Φεργάδης:
            «Δι υπ’ αριθ. 45866 διαταγής του υπουργείου Εσωτερικών ανηγγέλθη ότι η Αυτού Βασιλική Υψηλότης Πριγκήπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη έτεκεν άρρεν. ΣΤΟΠ. Υψηλή λεχώ και νεογγένννητος πρίγκηψ έχουσιν άριστα. ΣΤΟΠ. Χαρμόσυνον γεγονός αναγγείλατε κατοίκους. ΣΤΟΠ. Άπαντα καταστήματα και οικίαι σημαιοστολισθώσιν επί τριήμερον.»
Το έτερον:
«4 Ιουνίου 1940.
Εν συνεχεία υπ’ αριθ. 5253 παρακαλύμεν μεριμνήσητε δια σημαιοστολισμόν Δημοσίων και Κοινοτικών Καταστημάτων, από σήμερον μέχρι 5 τρέχοντος επ’ ευκαιρία του τοκετού Πριγκηπίσσης Διαδόχου»[11].
            Η Ευθυμία δεν ανήκε στους πολλούς πορταρίτες που αναφέραμε. «Βασιλικιά από κούνια είμαι» έλεγε δικαιολογώντας τους παλαιότερους πολιτικούς καβγάδες με τον άντρα της, βενιζελικό και φιλελεύθερο ανέκαθεν, αλλά και με τους αριστερούς γείτονες.
            Ο προτελευταίος καβγάς τους ήταν το 1931, όταν ο Αριστείδης υποδέχθηκε μ’ όλο το χωριό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο που κατέλυσε στο «Θεοξένεια».
            Όσο κι αν διαφωνούσε μαζί του πάντως όταν ο Πρόεδρος τους ανακοίνωσε ότι εκτός από τα βασιλικά γεννητούρια θα ‘πρεπε να προετοιμάζονται και για τον εορτασμό της 4ης Αυγούστου στράβωσε το στόμα της, όπως το συνήθιζε.
            Όμως ο καημένος ο Κοινοτάρχης είχε  στριμωχθεί αρκετά. Μαζί με τα προηγούμενα είχε φθάσει στο Κοινοτικό κατάστημα και το υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου 791/Ιουλίου/1940 τηλεγράφημα που αναφέρει τα εξής:
            « Παρακαλούμεν άμα τη λήψει της παρούσης υποδείξετε ημίν τον αυτόν αριθμόν μελών παρελθόντος έτους – προς καταρτισμόν λαϊκής επιτροπής εορτασμού 4ης Αυγούστου»
Ο Έπαρχος
Α. Κονίδης
            Να μη ξεχνούμε ότι ο Νομός Μαγνησίας δεν έχει συσταθεί – έτσι στη θέση του σημερινού Νομάρχη βρίσκεται ο Διοικητής της Επαρχίας Βόλου του Νομού Λαρίσης.

Κοίταζαν με παγερό βλέμμα
            Οι Γερμανοί πρέπει να έφθασαν στο Βόλο στις αρχές Μαΐου. Ένα πρωί ανέβηκε και ένα τάγμα ιταλικό, το 44ο Τ. Πεζικού και εγκαταστάθηκε στο επιταγμένο Θεοξένεια, το οποίο τότε διηύθυνε ο Γιάννης Δασκαλάκης.
            Ο Γιώργος ο αδελφός της Ελένης, δεκαπεντάχρονος είχε χωθεί σε μια παρέα μεγαλύτερων παιδιών, στον Άη Ταξιάρχη. Οι μικρότεροι από αυτόν χαιρετούσαν στρατιωτικά, οι μεγαλύτεροι κοίταζαν με παγερό βλέμμα τους κατακτητές. Κάποιοι θερμόαιμοι είχαν πιάσει τις πέτρες, ευτυχώς τους συγκράτησαν οι μεγάλοι.
            Οι Ιταλοί σταμάτησαν στην είσοδο του χωριού και αναζήτησαν κάποιον Μπάστη από το Βόλο, ιδιοκτήτη αποικιακού που είχαν πληροφορίες ότι βρίσκονταν στο χωριό ή που έψαχναν εναγώνια παντού να βρουν, επειδή είχαν ανάγκη τα τρόφιμα. Φαίνεται πως υπήρξε ένα είδος παθητικής αντίστασης με τους ιδιοκτήτες αυτών των μαγαζιών τροφοδοσίας - τα έκλεισαν και έφυγαν.

Κορόιδο Μουσσολίνι
            Κατέλαβαν το ξενοδοχείο οι πρώην ηττημένοι αλλά τις συνήθειες τους δεν τις άλλαξαν.
            Οργάνωσαν  τη ζωή τους όπως και στην πατρίδα, αθεράπευτα νοσταλγοί της ειρηνικής ζωής, είδαν την όλη ιστορία, ως κάποιο της σημείο τουλάχιστον, σαν εκδρομή, σαν εναλλακτική αναψυχή.
            Η μπάντα τους κάθε απόγευμα κατέβαινε από το ξενοδοχείο ως τον Άη Ταξιάρχη, παίζοντας αγαπημένα τραγούδια, όπως το «Μικρή χωριατοπούλα» τα οποία όμως είχαν, στις μέρες του αλβανικού έπους, εξελληνισθεί και μετατραπεί σε εμβατήρια περιπαικτικά του Ντούτσε: «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του,  και τη σκούφια την ψηλή του…»
            Είτε το καταλάβαιναν, είτε όχι οι Ιταλοί, έπιαναν συχνά την επωδό, το ρεφραίν των Ελλήνων: «Κορόιδο Μουσσολίνι, κανένας δεν θα μείνει….»
            Μπροστά – μπροστά στην μπάντα, μπροστά κι απ’ τον μαέστρο, πήγαινε συχνά ένας παράξενος τύπος, ένας πορταρίτης που αν και δεν ζούσε μόνος, είχε οικογένεια, και ήταν κάποιες ώρες εξαιρετικά σοβαρός, υπήρχαν στιγμες που τρελλαίνονταν.
            Ήταν φτιαγμένος από την πάστα των παλαβών του χωριού;
            Ήθελε να δοκιμάσει τα όριά του; Ήθελε να κοροϊδέψει τον εχθρό; Ήταν, απλώς, χωρατατζής; Κανείς δεν μπορούσε να ‘ ναι σίγουρος για τίποτε.
            Πήγαινε  μπροστά και ο κόσμος χειροκροτούσε την δική του αρρυθμία και οι μουσικοί γελούσαν. Μόνον ο μαέστρος προσπαθούσε να μη γελάει, έκλεινε τα μάτια να μην τον βλέπει για να μη μπερδευτεί και μπλέξει με τα δικά του κουνήματα, που πολλές φορές ήσαν εντελώς αντίθετα από τις κινήσεις που χρειάζονταν να κάνει για να διευθύνει.
            Τραγουδούσε δυνατά στο ρυθρό της μπάντας.
                                                            Ο σασά και τριαλά.
            Ο φουκαράς φαίνεται ότι τρελάθηκε εντελώς αργότερα. Έστειλε στον Πρόεδρο της Κοινότητας Χατζηπανταζή μια επιστολή (δια χειρός γραμματέως Αθ. Μαρούσου, ο οποίος δεν αποκλείεται να έκανε και τη σχετική πλάκα) στην οποία,  ζητούσε να μη ταΐζονται οι αριστεροί γιατί θα δυναμώσουν και θα σφάζουν τον κόσμο.
            Και υπέγραφε (δεν αναγράφουμε το ονομά του) ως «υπηρετών εις την χωροφυλακήν Μαγνησίας υπό τα Διαταγάς του Διευθυντού της Αστυνομίας κ. Σκορδαρά ως άμισθος χωροφύλαξ- ΕΙΜΑΙ ΔΕ ΚΑΙ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΧΝΩ ΕΚ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΧΕΙΡΟΣ. ΠΑΝ ΔΩΡΟΝ ΤΕΛΕΙΟΝ ΑΝΩΘΕΝ ΕΣΤΙ ΚΑΤΑΒΑΙΝΟΝ[12].
                                                            Εν Πορταριά τη 30η Ιουλίου 1945


Φερμπότεν
Κι άρχισε η τρομερή περίοδος της Κατοχής. Οι διακοινώσεις και οι απαγορεύσεις – στην αρχή με τρόπο γλυκό:
            «Κατ’ ανακοίνωσιν της Ιταλικής αστυνομίας επιτρέπεται ελευθέρως η κυκλοφορία χωρίς ειδική άδεια μεταξύ Βόλου και των εξής χωριών: Νέα Αγχίαλος, Βελεστίνος, Μπαξέδες, Πορταριά, Μακρινίτσα, Δράκεια, Αγριά, Άγιος Λαυρέντιος, Κάτω και Άνω Λεχώνια, Άγιος Γεώργιος, Πινακάτες, Βυζίτσα, Μηλιές.
            Δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο κατά τας απαγορευμένας ώρας δηλ. από 10ης νυχτερινής μέχρι της 5ης πρωινής»[13].
            Η Ευανθία τραβούσε ένα σκούρο σεντόνι στο μόνο ανοιχτό παράθυρο, εκεί που άναβαν το φώς. Έπρεπε να υπάρχει συσκότιση για να μη δίνουν στόχο. Ειδικές περίπολοι περνούσαν έξω από τα σπίτια κι όταν έβλεπαν παράθυρο ανοιγμένο  άρχιζαν να κραυγάζουν «φως…φως….».
            Έτρεχε τότε η νοικοκυρά να καρφιτσώσει το πεσμένο σεντόνι ή να το αντικαταστήσει με άλλο μεγαλύτερο. Αν νόμιζε ότι φαίνονταν ακόμη το λιγοστό φως, της Ηλεκτρικής Βόλου πλέον, το έσβηνε κι άναβε το καντήλι ή την λάμπα.
            Οι παρέες διαλύονταν ώς τις δέκα επειδή:
            «63 άτομα συνελήφθησαν διότι κυκλοφορούσαν μετά την 11ην νυχτερινήν …»[14] .

Το πατατόψωμο.     
Η πείνα ήλθε σαν στέρηση του ψωμιού πρωτ’ απ’ όλα.
            Οι πηλιορείτες είναι εφευρετικοί. Η μικρή Ελένη παρακολουθεί τη μάνα της να ξεφουρνίζει από το φούρνο της αυλής δυο τεράστια πατατόψωμα. Τα ‘φτιαξε αποβραδύς με λιωμένη πατάτα. Με το που τα έβγαλε πλησίασαν δυο – τρείς γείτονες. Τους έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι. Ο Μηνάς ο Δαμασιώτης ξερογλείφονταν : «Απλιές, Ευθυμία, να μη τοχουμι παρ’ χαμπάρ’ τόσου καιρό…» Το’ βρισκε νοστιμότερο απ’ το ψωμί που έτρωγαν παλιά, ιδιαίτερα εκείνο του φούρνου της γειτονιάς, ο οποίος έκλεισε.
            Δεν είχε κανένα νόημα για τον φούρναρη να του αρπάζουν το λιγοστό ζυμάρι πριν καν το απλώσει στον πάγκο για να το ζυμώσει.
           
Πάστα σούτα
Η Ελένη δεν έτρεξε προς το φούρνο – εγώ πάω να φάω «πάστα – σούτα» φώναξε κι ανέβηκε προς το επιταγμένο σπίτι του Κόρου όπου βρίσκονταν οι Ιταλοί φίλοι της, ο Σικελός Γκιουζέπε κι ο βόρειος Φελίτσε. Ο τελευταίος είχε ένα κοριτσάκι στην ηλικία της, το ‘χε αφήσει πίσω στην πατρίδα.
            Επειδή η Ελένη του το θύμιζε εκτός, από πάστα σούτα, μακαρόνια πηχτά δηλαδή, τη φίλευε μ’ ένα σωρό λιχουδιές, ακόμη και σοκολάτα.
            Κάποτε κάποιος τον πρόδωσε στον κολονέλο κι ο τελευταίος αναγκάστηκε να μεταβεί ο ίδιος στο σπίτι του Αριστείδη για ανάκριση. Έλειπαν όλοι εκτός από την Ελένη, την «Έλενα» όπως συνήθως την φώναζε ο Φελίτσε. Οι ιταλοί έψαξαν στο σπίτι και βρήκαν δυο μεγάλες σοκολάτες. Τότε η μικρή πετάχθηκε πάνω και τους έδειξε τα κουπόνια του συσσιτίου. Αυτό ήταν μια καλή δικαιολογία και για τον ίδιο τον κολονέλο, τον φιλέλληνα και αντιφασίστα, στα μάτια των ανδρών του. Έκανε πως πείσθηκε κι έφυγε με τους άνδρες του.
            Αυτός ο κολονέλο έσωσε κόσμο στην κατοχή. Ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά. Όλοι έτρεχαν στην ουρά στο «Θεοξένια» μ’ ένα τενεκάκι στο χέρι. Πολύ χαίρονταν την πάστα σούτα και λιγότερο την πάστα μπρόντο, τα μακαρόνια σούπα δηλαδή.
           
Μισή ώρα χορτάτος
Την ώρα που η Ελένη ανέβαινε προς το «Θεοξένια» είδε να κατεβαίνει το καλντερίμι ένα λίγο μεγαλύτερο από εκείνη παιδί, υπερβολικά αδύνατο και ψηλό, ο Θωμάς ο Πολυχρόνου. Ο Θωμάς κρατούσε στο χέρι μια φέτα ψωμί, αληθινό ψωμί, σταρένιο. Του το είχε δώσει μια πονετική γερόντισσα,  όταν τον είδε να στέκεται με λαχτάρα στο φράχτη του κήπου της, την ώρα που το ξεφούρνιζε.
            Είχε πέντε μήνες να φάει ψωμί, ούτε καν πατατόψωμο δεν δοκίμαζε. Περνούσαν άγρια φτώχεια στην οικογένεια. Είχε μισοσκισμένα  ρουχαλάκια, ένα υπερβολικά φαρδύ παντελόνι κοντό. Εντελώς ξυπόλητος είχε βγάλει στις πατούσες ζογγάρια, σαν καμήλα.
            Μόλις είδε την Ελένη έκρυψε ασυναίσθητα πίσω του το ψωμί. Είχε προλάβει να το δαγκώσει πέντε ή έξι φορές – ήταν ευτυχισμένος για μισή ώρα.
            Λίγο αργότερα, στην είσοδο του σπιτιού του, ένιωσε ένα πόνο στο στομάχι.  Προσπάθησε να κρατήσει το ψωμί, όμως δεν το άντεχε. Αναγούλιασε, έσκυψε και το ξέρασε. Το στομάχι του είχε μικρύνει σα σπιρτόκουτο δεν άντεχε τόσο πλούτο, δεν άντεχε μια ολόκληρη φέτα ψωμί. Καθώς κουλουριάζονταν πεσμένος στα σκαλιά, μια σκέψη είχε σφηνωθεί στο μυαλό του. «έμεινα μισή ώρα χορτάτος, μισή ώρα στους πέντε μήνες χορτάτος…Ας είναι, κάτι κι αυτό…. Ας μην είμαι αχάριστος…..».

Τοπικά νέα.
            Η Ελένη τον προσπέρασε, χαιρέτισε τον πατέρα της  που κάθονταν μπροστά στο μαγαζί και διάβαζε παλιές εφημερίδες του διπλανού καφενείου:
            Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ
            ΕΙΣ ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟΝ
            ΜΕΓΙΣΤΑΙ ΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑΙ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ
            Πιο κάτω, στα «Τοπικά νέα» :
-         «Κλείνουν όλα τα ζαχαροπλαστεία της περιοχής μας διότι δεν έχουν τι να πουλήσουν λόγω ελλείψεως ζαχαρέως».
-         «Ανεπάρκεια κρέατος»
-         «Παρ’ οργάνων την ασφαλείας συνελήφθη ο Ιωαν. Γιαννακόπουλος εκ Σύρου διότι επώλησεν μέσω του Δημητρίου Μαρδέλη εις τον Χρ. Τσιάραν, κάτοικον Τυρνάβου πέντε δοχεία ελαίου προς 110 δρχ. την οκάν άτινα υμώς αντί ελαίου περιείχον ύδωρ.
Ο συνεργός του Δημ. Μαρδέλης δεν συνελήφθη μέχρι στιγμής.»
-         « Ο ραβδοσκόπος Ιωάννης Λεβέντης αναλαμβάνει την ανακάλυψη υδροφόρων κοιτασμάτων»[15].
-         «Θεάματα: ΑΧΙΛΛΕΙΟ
Η…ΑΝΕΠΙΣΗΜΟΣ ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ.
Μια νύχτα τρελού καρναβαλιού στην Βιέννη.
Έναρξη από τας 3  (Προφανώς για να προλάβουν οι θεατές την απαγόρευση της κυκλοφορίας) .
Κι εξακολούθησε το διάβασμα:
-         «Ο Ν. Τσελεμεντές προτείνει ένα πιάτο μαγειρικής: Κολοκυθοκεφτέδες»
-         «Το όργιο της 4ης Αυγούστου στο φως».
-         ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΙΣΦΟΡΑ ΠΡΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΙΝ ΑΛΕΥΡΩΝ ΕΙΣ ΑΠΟΡΟΥΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ:
Καπουρνιώτη 1000 δρχ., Χονδροδήμος 75, ανα 500, Ξούδης, Πανάς, Παναγιωτόπουλος, ανά 300, Σ. Ναουμίδου, Β. Μπρισίμης, Αφοί Λώτου, Αθανασάκης, ανά 200, Κ. Ζησάκης, Κ. Χατζηπανταζής, Μιχαηλίδης, Αλεκ. Αργύρης, Παπαγεωργίου, Πάντος, Πορλίγκης.
Ανά 150 οι κ. Κοσμαδόπουλος, Μπάρδαβος, Πετούσης, Γαλής,. Δεληγιάννης ιατρός.
Ανά 100 δρχ. οι κ. Αξελός, Αναγνώστου, Αντωνόπουλος, μηχανικός, Γιαννακόπουλος καθηγητής, Σ. Ευστρατίου, Π.Α. Ζούλιας, Ν.Δ. Ριζοδήμος, Θ. Σουλικίας.
Ανά 60 δρχ. ο κ. Η. Βρετίνας.
Ανά 50 δρχ. Δ. Αναστασόπουλος, Σ. Βάσσου, Μ. Βλαχούτσος. Γ. Κόκκαλης, Α. Παπαδόπουλος, Η. Κατσικογιάννης.
Ο έρανος συνεχίζεται.
-         «Ήρχισεν από χθες η δι αυτοκινήτου συγκοινωνία Βόλου – Πορταριάς με αναχώρησιν 13.30 και 19 και εκ Πορταριάς 6.30 και 16». 
Βέβαια η εφημερίδα ήταν των προηγουμένων ημερών και κάποιος είχε σημειώσει τις ειδήσεις.
Ειδικά για η τελευταία είδηση δεν ίσχυε πια επειδή λόγω ελλείψεως καυσίμων η συγκοινωνία δεν γίνονταν. Οι Πορταρίτες, βέβαια, δεν είχαν πρόβλημα. Με τα πόδια κατέβαιναν, με τα πόδια ανέβαιναν στο Βόλο.

BBC στο «Θεοξένια»
Η Ελένη έφθασε στο «Θεοξένια». Δεν υπήρχαν παιδιά. Ο κολονέλο σήμερα ήταν απασχολημένος αλλού. Μαζί με τον Ιωσήφ Δασκαλάκη το αδελφό του Διευθυντή του ξενοδοχείου τα ‘λεγαν  σε κάποια γωνιά, ενώ οι φαντάροι έτρωγαν στην τραπεζαρία:
-         «Αυτή είναι η καλύτερη ώρα, ισχυρίζονταν ο Ιταλός, ενώ ο Έλληνας τον άκουγε σκεφτικός. Την ώρα του φαγητού θα τα λέμε στο διπλανό δωμάτιο ενώ θα παίζει δυνατά το πιάνο – ο μουσικός είναι δικός μας. Μπορούμε ν’ ακούμε ακόμη και ραδιόφωνο. Το BBC..»[16]




Το λαδάκι που έδωσε ζωές.
Αυτή του τη δράση την πλήρωσε ακριβά ο Κολονέλο. Μετά την συνθηκολόγηση οι Γερμανοί τον έπιασαν και τον απομάκρυναν – πολλοί ισχυρίζονται ότι τον εκτέλεσαν στη Λάρισα.
Τα παιδιά στερήθηκαν την πάστα-σούτα, η πείνα θέριζε.
Η Ελένη θυμάται τη μάνα της να κατεβαίνει στο Κατηχώρι στον θείο τους τον Θανάση τον Σίμο, να ζητιανεύει λαδάκι για το φαΐ. Ο θείος δεν πολυέδινε, άλλωστε οι «ζητιάνοι» εκείνου του καιρού μαζεύονταν ουρά στις δυο γαλιάγρες. Η θεία η Θανάσαινα όμως τους έκανε νόημα κρυφά, τους πήγαινε από την πίσω πόρτα και τους γέμιζε μπουκάλια και μπουκαλάκια, ένα λάδι χρυσό που έσωνε ζωές.
«Μάνα, δεν θέλουμε να ζητιανεύεις» έλεγαν στην Ευθαλία τα παιδιά. «Κατεβαίνοντας προς το Κατηχώρι  είπα στην Αγιανάργυρη (Αγίους Αναργύρους), να πάρω λίγο λαδάκι απ’ του Σίμου, Αγιαναργίτσα μου, και εκείνη μου ‘κλεισε το μάτι, σα να μου ‘λεγε κάντο, κάντο» δικαιολογιόταν εκείνη. Και τα παιδιά την πίστευαν, επειδή η κοιλιά τους διέταζε να πιστεύουν τα απίστευτα.

Το κάρο της Κοινότητας.
Ήταν κι άλλοι σε χειρότερη κατάσταση από αυτούς. Κάθε μέρα, την ίδια πάντοτε ώρα, η Ελένη έβλεπε ένα μικρό παιδάκι, με πόδια ισχνότερα της κλωστής να τρυπώνει στην αυλή τους. Στέκονταν μπροστά στην πόρτα τους κι άρχιζε κάθε μέρα με τον ίδιο τρόπο να παρακαλεί. «Θείτσα Ευθυμία, δώσ’ μου λίγο ψωμάκι, είπε η μάνα μου, γιατί πεινάω, σε παρακαλώ πολύ, δώσ’ μου λίγο ψωμάκι». Του ‘διναν πατατόψωμο κι έφευγε τρέχοντας σαν το αγρίμι που αρπάζει τη μερίδα του και φοβάται μη του την πάρουν.
Κάποιο πρωί το είδαν πεταμένο πλάι στο αυλάκι με τυμπανισμένη κοιλιά. Η μάνα του είχε γονατίσει κι έκλαιγε – περίμενε να περάσει το κάρο της Κοινότητας να το πάρει.

Χάνονται οι γάτες της γειτονιάς.
Μετά τη συνθηκολόγηση αρχίζουν να πεινούν και οι Ιταλοί. Οι γάτες αρχίζουν να χάνονται από τη γειτονιά. Από το επιταγμένο σπίτι του Πορλίγκη ζητούν το τηγάνι της γιαγιάς Μαργιολής. Τους το παραχωρεί με την χριστιανική της καλοσύνη. Ύστερα από λίγο φτάνει στο σπίτι της μια μεθυστική κνίσα, σαν αρνάκι ψητό. Η γιαγιά ανεβαίνει το καλντερίμι και σηκώνεται στα δάχτυλα να δει πάνω από τον φράχτη. Οι Ιταλοί έχουν γονατίσει πλάι στη φωτιά και παίρνουν μεζέ λαίμαργα. Τη βλέπουν και της προσφέρουν κι εκείνης. Είναι έτοιμη να απλώσει το χέρι όταν βλέπει πλάι τους μια στίβα από σπασμένα καύκαλα χελώνας. «Μπα που κακό να μη σας εύρει, χελώνα μωρέ να δώσετε στη μάνα σας» φωνάζει το Μαργιολή και τραβιέται με σιχασιά. Και συνεχίζει στον ίδιο τόνο : «Και το τηγάνι χάρισμά σας, να το πας ρε Γκιουζέπε, στη γύφτισσα τη μάνα σου».
Την ίδια μέρα ήρθε στο σπίτι κλαίγοντας η μικρή  Καίτη  Πάρνου, συμμαθήτρια της Ελένης. «Θείτσα, θείτσα, πάει ο Ριρής μας, μας τον έφαγαν οι κακούργοι. Τον ήθελαν με τις πικραλήθρες ψητό … Τον γνώρισα, θείτσα, αυτός ήταν, τον γνώρισα από το τομάρι του … Είχε φουντωτό ασπρόμαυρο μαλλί ο Ριρής και τον χάιδευε ο μπαμπάς μου … Και μου τον έφαγαν οι κακούργοι …».
Ο Ριρής ο γάτος έγινε μεζές για τους Ιταλούς μουσικούς που αναφέραμε. Διέλυσαν την μπάντα και με τα δίκωχα στο χέρι, γύριζαν όλοι μέρα στα ρέματα μαζεύοντας χόρτα. Άλλοι αυτομολούσαν στους αντάρτες.

ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ
«Ο Τύπος του Βόλου».
Αυτά στις 11 Σεπτεμβρίου 1943.
Στις 16 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ, η μονόφυλλη εφημερίδα που προήλθε από συγχώνευση όλων των εφημερίδων έχει τον εξής πρωτοσέλιδο τίτλο:
ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑΝ ΗΜΙΣΕΙΑΝ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΝ ΩΡΑΝ ΚΑΤΕΦΘΑΣΑΝ 3 Ή 4 ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΗΡΧΙΣΑΝ ΝΑ ΒΟΜΒΑΡΔΙΖΟΥΝ ΑΝΗΛΕΩΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑΡΙΑ, ΙΔΙΩΣ, ΤΟ ΚΑΤΗΧΩΡΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΤΑΓΙΑΤΕΣ.


Εκουράσθημεν υπερβολικά.
Το βράδυ της 18ης Σεπτεμβρίου ο γιατρός Ηλίας Βικιάρης σημειώνει στο ημερολόγιο του νοσοκομείου Βόλου:
«Εκουράσθημεν και πάλιν υπερβολικά, ιδία λόγω επιδεινώσεως της καταστάσεως της δίδας Χαρίκλειας Πορλίγκη, ιατρού εκ Πορταριάς, δημιουργηθείσης εις το τραύμα αυτής γαγγραίνης.
Ταύτην επισκέφθησαν οι ιατροί Τριχόπουλος, Κυριάκος κ.α., τη εγένετο δε χειρουργική επέμβασις.
Παρ’ όλας όμως τας μεγάλας προσπαθείας, ας κατέβαλεν η επιστήμη και την παρασχεθείσαν  μεγίστην επιστημονικήν και νοσηλευτικήν περίθαλψιν, η ατυχίς νεάνις υπέκυψεν περί ώρας 8ης εσπερινής εις το μοιραίον, προς μεγάλην θλίψην όλων.»
Πριν από  την Χαρίκλεια Πορλίγκη είχαν σκοτωθεί, στον ίδιο βομβαρδισμό και οι Φαρμάκης, Βαγδούτη, Κόκκαλης, οι οποίοι κατέβαιναν προς τους Σταγιάτες και τους χτύπησαν οι οβίδες. Ήσαν τα πρώτα θύματα.

Τα πρώτα θύματα.
Γενικά μεταξύ 41-44 εκτελέσθηκαν οι εξής Πορταρίτες:
Γιώργος Αθανασίου
Αθανάσιος Αλεξίου
Γιώργος Βαγενάς
Απόστολος Βλάχος
Νικόλαος Δεληγιάννης
Αριστέα Δράκου
Βασίλειος Ευαγγέλου
Νικόλαος Καλοβρέχτης
Θωμάς Κούκος
Αικατερίνη Μαρδέλη
Ιωάννης Παλιούρας
Χαράλαμπος Πορλίγκης
Δημήτρης Σκλείδης
Απόστολος Σκρούμπης
Νικόλαος Φιλιππώνης
Θύματα επιχειρήσεων ήσαν:
Χρυσούλα Βαγδούτη
Αναστάσιος Κατσαρός
Τάκης Κόκκαλης
Χαρίκλεια Πορλίγκη
Χρήστος Φαρμάκης
Μαργιολή Αλεξίου
Σε μάχες σκοτώθηκαν οι Αντιστασιακοί:          
Χρήστος Αγγελόπουλος
Χρήστος Κοτρώτσος

Ο άτυχος Φιλιππώνης
Τον Φιλιππώνη που προαναφέραμε τον έκαψαν ζωντανό ενώ χτυπούσε το καμπανάκι του Άη Ταξιάρχη.
Το καμπανάκι το χτυπούσε ο άτυχος υδρονομέας για να ειδοποιήσει το χωριό να απομακρυνθεί. Έβλεπε στο Κατηχώρι ν’ ανεβαίνει το γερμανικό απόσπασμα κι όμως δεν έφυγε εγκαίρως, έπρεπε να τον ακούσουν όλοι, να σωθούν.
Ήταν ένας από τους άπειρους ήρωες που θυσιάστηκαν για τους συμπατριώτες τους.
Οι Γερμανοί υποχρέωσαν το χωριό να περάσει να δει το καμένο σώμα του, προς παραδειγματισμό.

ΜΙΑ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ
Ζημιές σε κτήρια.
Στον βομβαρδισμό της 9ης Σεπτεμβρίου εκτός από ανθρώπινα θύματα υπήρχαν και ζημιές σε κτίρια και μνημεία:

-Αίτησις
Αντιγόνης Κατσούρα
Διδασκαλίσσης
Πορταριά 12 Μαρτίου 1947
Προς τον Πρόεδρο της Κοινότητος
Ενταύθα

Λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω υμάς όπως μοι χορηγήσητε πιστοποιητικόν εμφαίνον ότι η ενταύθα διώροφος οικία μου κατεστράφη εκ βομβαρδισμών κατά το έτος 1943, γενομένων υπό των Γερμανών – κατέρρευσεν κατά το ήμισυ, ήτοι η στέγη και μέρος της οικοδομής και, προς πρόληψιν καταρρεύσεως και του υπολοίπου ημίσεως, δέον όπως μου χορηγηθεί δάνειον επισκευής της οικίας ταύτης.

Μετά τιμής
Η αιτούσα[17]

 Σε έγγραφο της Καίτης Ιωαννίδου, κατοίκου Αθηνών, που βρέθηκε στα λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς φαίνεται ότι εκτός από το Μηλάκειο, ζημιές έχει πάθει και το Δημοτικό Σχολείο Πορταριάς.
Εν Πορταριά τη 8η Νοεμβρίου 1950
Προς
Το Υπουργείο Οικονομικών
ΑΘΗΝΑΣ

……..
Κατά τους χρόνους της Κατοχής το εγκατεστημένον  έν σύνταγμα Ιταλικού Στρατού, …………[18] εις διάφορα οικήματα της κωμοπόλεως, άτινα υπέστησαν  υπ’ αυτού μεγάλας καταστροφάς.
Μετά την αποχώρησιν των Ιταλών εγκατεστάθησαν εις άλλα οικήματα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, άτινα και ταύτα επήνεγκον μεγαλυτέρας ζημίας.
Κατά το έτος 1943 εβομβαρδίσθη η κωμόπολις μας υπό των Γερμανικών αεροπλάνων και το πλείστον των οικημάτων της υπέστη μεγάλας καταστροφάς και λεηλασίας.
Το μεγαλύτερον όμως πλήγμα της κωμοπόλεως κατέφερεν ο Γερμανικός Στρατός, πυρπολήσας εν έτει 1944 ταύτην και καταστήσας το πλείστον των οικγενειών πυροπαθείς άνευ στέγης, ρουχισμού κλπ.
……..

Μετ’ εξαιρέτου τιμής

Ο Πρόεδρος

Πεσκίρης (υπογραφή)


-         Ύστερα από τέσσερα χρόνια πόλεμος (ενν. πολέμου) και ύστερα από τρία χρόνια Κατοχής από Ιταλούς και Γερμανούς, αφού επισκευάσθη η Εκκλησία (Ι.Ν. Αγίου Νικολάου) προσωρινώς η στέγη και μερικά κάτωθεν παράθυρα που επέφεραν καταστροφάς αι ριφθείσαι βόμβαι εξ’ αεροπλάνων την 13 Σεπτεμβρίου 1943 και από διάφορες λεηλασίες και αποπείρας εμπρησμού εντός του Αγίου Βήματος της Εκκλησίας από τους Γερμανούς αλλά ως εκ θαύματος η πυρκαϊά έσβησε μονάχη της, επροθυμοποιήθησαν διάφοροι ενορίτες του Αγίου Νικολάου, μαζί με τον κ. Μηνάν Βλαχούτσον, φαρμακοποιόν και Δημήτριον Χρυσόμαλλον, κτηματίαν, να επαναρχίσουν την λειτουργίαν της Εκκλησίας κατόπιν ενεργειών των και να περισυλλέξουν τα κάτωθι εναπομείναντα σκεύη και ιερά άμφια από διάφορα μέρη τα οποία ήσαν διασκορπισμένα και να καταχωρίσουν και αυτά στο βιβλίον το οποίον χρησιμεύει ως κτηματολόγιον του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου[19].

-         Εν Βόλω τη 26 Νοεμβρίου 1944
Προς την
Αυτοδιοίκηση Πορταριάς
ΕΙΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑ

Δεδομένου, ως αρμοδίως επληροφορήθημεν και διεπιστώσαμεν ότι διάφορα υλικά και αντικείμενα (σιδηροσωλήνες κ.α.) του εν Πορταριά ξενοδοχείου ΘΕΟΞΕΝΙΑ[20], ιδιοκτησίας μας, αφαιρούνται παρανόμως και αυθαιρέτως εκ των ερειπίων παρά τρίτων μη εχόντων ουδέν δικαίωμα απολήψεως, θέτοντες ταύτα υπ’ όψιν υμών, προς αποσόβηση εις το μέλλον πάσης περαιτέρω αφαιρέσεως, δίδομεν υμίν την ενέκκλητον εντολήν όπως υπό την ιδιότητα σας μεριμνήσετε διά των οργάνων σας και υπ’ ευθύνη σας, διά την φύλαξιν του ανωτέρου ξενοδοχείου μας, ως και του παραρτήματος τούτου, γνωστού υπό το όνομα ΚΟΣΜΟΣ, ως και του Αθανασακείου Νηπιαγωγείου, πυρποληθέντων απάντων μετά των επίπλων και των σκευών των, ως γνωστόν υπό του Γερμανικού Στρατού την 6ην Οκτωβρίου ε.ε. και παρακαλούμεν όπως, ως αρχή του τόπου, διασφαλίσητε δεόντως την περιουσίαν μας, καθ’ όσον, κατοικούντες εν Βόλω δεν δυνάμεθα να προστατεύσωμεν αυτήν, εν καιρώ δε μας γνωρίσητε την λήψιν της παρούσης και τα σχετικά μέτρα που ελάβατε[21].

Μετά τιμής

ΟΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΑΙ

Προς τον Πρόεδρο της Κοινότητας Πορταριάς  1946

Παρακαλώ όπως μου χορηγήσετε πιστοποιητικόν εν ώ να εμφαίνεται ότι τυγχάνω πυροπαθής άτε (;) πυρποληθέντος ολοσχερώς τους εν Πορταριά ξενοδοχείου «Θεοξένεια», ιδιοκτησίας εμού και της αδελφής μου Σοφίας, κληρονόμου Α. Αργύρη, συνεπεία πολεμικού γεγονότος, ήτοι συνεπεία του κατά Οκτώβριον του 1944 εμπρησμού του ……..(δυσανάγνωστο)
……… κατόπιν τούτου ουδεμίας ετύχαμεν αποζημιώσεως.

Γεώργιος Αθανασάκης
Σοφία χα Α. Αργύρη

-Εν Βόλω τη 5η Οκτωβρίου 1943
Προς τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος
ΕΝΤΑΥΘΑ
Υπόμνημα του ιερέως Ανδρέα Ν. Βαρβιτσιώτου
Περί της καταστάσεως του παρεκκλησίου «Παναγία» Πορταριάς

Σεβασμιώτατε Άγιε Μητροπολίτα,
Μεταβείς εις Πορταριάν την 3/10/1943 εν υπηρεσίαν φιλανθρωπικήν / ίδρυσιν συσσιτίου Πορταριάς και Κατηχωρίου, επεσκέφθην το παρεκκλήσιον «Παναγία», κείμενον περί τα 10 μέτρα Β.Α, του καθεδρικού ναού Αγίου Νικολάου, μετά των κ.κ. Στεφάνου Γαλάνη και Γεωργίου Δ. Τζιμπανούλη, κατοίκων Πορταριάς, μετ’ εκπλήξεως αντικρύσαμεν την ανατριχιαστικήν βεβήλωσιν του παρεκκλησίου, του οποίου το Ιερόν Βήμα, μη εξαιρουμένης και αυτής της Αγίας Τραπέζης μετά του Αγίου Ποτηρίου είχε χρησιμοποιηθεί δι’ αποχωρητήριον.
Ω, πόσον λυπηρά ήτο η κατάστασις και πόσον εφαίνετο η ασέβεια προς τον Θεόν και η θηριωδία των δυστυχών ανθρώπων που ενήργησαν την αθλιεστάτην τούτην πράξιν …
Εκ των προχείρων ερωτήσεων απεδείχθη ότι Γερμανοί στρατιώτες ενήργησαν την βεβήλωσιν του παρεκκλησίου.
Δεν γνωρίζω κατά πόσον ενηργήθη παρ’ αυτών ή παρ’ άλλων, μόνον ο Θεός γνωρίζει, όστις είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών.
Επειδή μέχρι σήμερον δεν εκκαθαρίσθη η κόπρος παρ’ ουδενός, διατάξατε, ει δυνατόν, τον καθαρισμόν του εν λόγω παρεκκλησίου.
Διατελώ μετά του προσήκοντος σεβασμού
Ευπειθέστατος[22]
Υπάρχει και μια άλλη σειρά εγγράφων που βρίσκονται κυρίως στα λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς κι έχουν σχέση με τις τρομερές προσπάθειες που γίνονταν να σωθούν άνθρωποι και ζωντανά απ’ την πείνα των χρόνων εκείνων.
-Αίτησις
Ασπασίας χήρας Ν. Χατζηαναγνώστου
κατοίκου Πορταριάς
Εν Πορταριά τη 23η Φεβρουαρίου 1943
Προς την Επισιτιστικήν Επιτροπήν
Ενταύθα

Λαμβάνω την τιμήν να παρακαλέσω υμάς όπως τύχω της εκ νέου εγγραφής της επταμελούς οικογενείας μου εις τον κατάλογον αρτοδοτήσεως της παρ’ υμίν κοινότητος Πορταριάς, καθότι παρήλθεν το εξάμηνον της κατάθεσης του δελτίου μου άρτου κατά τον παρελθόντα Δεκέμβριον, καθότι στερούμεθα άρτου, δεν διαθέτομεν και ανάλογα χρήματα προς αγοράν εκ του ελευθέρου εμπορίου.
Διά ταύτα παρακαλώ την σεβαστήν Επιτροπήν, όπως, εις την νέαν διανομήν αλεύρου του μηνός Ιανουαρίου,  συμπεριληφθώ εις τον κατάλογον.

Η αιτούσα[23]
-Πορταριά τη 28η Ιουλίου 1941
Προς
Τον κ. Διευθυντήν της Αγορανομικής Υπηρεσίας Βόλου

Έχουμε την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς όπως χορηγήσετε ημίν ποσότητα πιτύρων εξ οκάδων (3600-) προς διατροφήν των ζώων των κατοίκων της Κοινότητος ημών, δεδομένου ότι εκτός των πιτύρων ουδεμία άλλη τροφή διά τα ζώα υπάρχει.

Ο Πρόεδρος

Νικ. Ριζοδήμος[24]
24 Σεπτεμβρίου 1941
Επιτροπή Επισιτισμού
Προς τον κ. Διευθυντήν της Αγορανομίας Βόλου

Έχομεν την τιμήν να παρακαλέσωμεν υμάς όπως χορηγήσετε εις τον αντιπρόσωπον της κοινότητος κ. Ιωάννην Κ. Γαλλήν την απαιτούμενην ποσότητα σταφίδος διά το κοινόν της κωμοπόλεως Πορταριάς, τα μέλη της οποίας σήμερον ανέρχονται εις (3.360-) περίπου.

Ο Πρόεδρος
Νικ. Ριζοδήμος[25]

10 Νοεμβρίου 1941
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΠΙΣΙΤΙΣΜΟΥ
Δ.Υ.
Κον Διευθυντήν της Αγορανομίας Βόλου
Έχομεν την τιμήν, εν συνεχεία του από 22ας Οκτωβρίου ε.ε. εγγράφου μας, να παρακαλέσωμεν υμάς όπως χορηγήσετε εις τον αντιπρόσωπον της κοινότητας μας κ. Ιωάννην Κ. Γαλλήν πεντακόσιας είκοσι οκάδας μαγειρικού άλατος, καθ’ όσον η υπ’ αυτού παραληφθείσα ποσότης εξ οκάδων (1800-) δεν επήρκεσε, πολλαί δε οικογένειαι ουδ’ όλως έλαβον άλας.

Ο Πρόεδρος

Νικ. Ριζοδήμος

(αριστερά με μολύβι:δεν έλαβε)[26]

ΚΟΙΝΟΤΗΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ

Συμφωνητικόν

Εν Πορταριά σήμερον την 11ην του μηνός Ιουλίου 1941, ημέραν Παρασκευήν και ώραν 8ην μ.μ. εν τον γραφείον της Κοινότητος Πορταριάς αφ’ ενός η επιτροπή επισιτισμού της Κοινότητος ταύτης, αποτελουμένης εκ του προέδρου κ. Νικ. Ριζοδήμου και των μελών αιδ. Θεοφ. Αρχιμανδρίτου, κ. Ευστ. Μανέττα δημοδιδασκάλου και κ. Δημ. Ζαζά διοικητού του φυλακείου χωροφυλακής, αφ’ ετέρου δε οι παντοπώλαι της κωμοπόλεως Πορταριάς κ.κ. Ιωάν. Γαλλής, Απόστ. Ι. Βλάχος, Σάβ. Χαδούλης, Χρηστ. Τσιάντος, Γεώργ. Βικιώτης, Αθαν. Δασκαλόπουλος, Σπυρ. Κατσικογιάννης, Γεώργ. Κάρκαλος και Κωνστ. Αγγελής συνεμφώνησαν τα κάτωθι:
Η πρώτη των συμβαλλομένων επιτροπή παραχωρεί προς λιανικήν πώλησιν τα άλευρα, τα προοριζόμενα διά το κοινόν της κωμοπόλεως Πορταριάς προς τους δευτέρους τούτων, ήτοι τους παντοπώλας, με την υποχρέωσιν τούτων όπως πωλώσιν ταύτα με τιμήν λιανικήν πωλήσεως εν Βόλω, επιβαρυνομένην με δραχμήν μιαν κατ’ οκάν δι’ έξοδα μεταφοράς αυτών εκ Βόλου.
Οι δεύτεροι τούτων είναι υπόχρεοι ως προς την καλήν διανομήν των αλεύρων εις τους πελάτας των βάσει των βιβλιαρίων των και εις την τήρησιν ονομαστικής καταστάσεως των πελατών των, αντίγραφον της οποίας εις το τέλος εκάστης διανομής θα υποβάλωσιν εις την επιτροπήν.
Επίσης ούτοι άνευ αποχρώντος  λόγου, κρινομένου υπό την επιτροπήν, δεν δύνανται εις οιανδήποτε στιγμήν να παραιτηθώσιν της λήψεως και πωλήσεως των αλεύρων.
Αποδεχομένων των ανωτέρω υπ’ αμφοτέρων των συμβαλλομένων μελών συνετάχθη το παρόν εις διπλούν, όπερ υπογράφεται παρ’ απάντων.
-Διανομή σιταριού
Πίναξ εμφαίνων τας Ανταρτοοικογενείας και τα μέλη της οικογενείας αυτών της Κοινότητος Πορταριάς.
Ονοματεπώνυμο                                      αριθμ. μελών
Αγγελόπουλος Ανδρέας                                   4
Ευσταθίου Κωνσταντίνος                                 4
Ευαγγελινάκης Απ.                                           6
Κοτρώτσος Κων.                                               9
Κοτρόγια Ευγενία                                              6;
Κοντοπαναγιώτης Νικ.                                      6
Κολυμβάση Αικ.                                                5
Λέτσος Νικ.                                                       3;
Λουμπαρδού Συραγώ                                       1
Μαλαχιάς Κων.                                                 –
Ξουράφα Στυλ.                                                  3
Πετούσης Γεώργ.                                               1
Πεσκίρης Νικ.                                                     3
Φρατζή Ειρήνη                                                   3
Ανδρίτσος Σ.                                                      4
Ασκητού Άννα                                                    3
Αλεξίου Ιωάννης                                                5
Γαλλή Ελένη                                                      2
Θέος Κλεάνθης                                                  2
Λιμπαντού Ελ.                                                    1
Πλαγερά Αθ.                                                       1;
Παρισαδόπουλος Ν.                                           2;
Πολυχρόνου Αντ.                                                6
Τζανέτος Γ.                                                         3
Τσιώστα Μαρ.                                                     1
Χούστης Δημ.                                                      3
Χούστης Ευαγγ.                                                 3;
Πλιακώνης Δημ.                                                 4;
Ανδρίτσος Στεφ.                                                 4
Ζαβαλιάγκος Δημ.                                              3
Παπαγεωργίου Ελ.                                           3;
Ψήφος Κωνσταντίνος                                       4
Παπαδόπουλος Ευστρατ.                                 1

Παρά τις αρκετές διασταυρώσεις είναι πιθανόν πολλά ονόματα να μην αποδίδονται  σωστά, δεδομένου ότι το λυτό έγγραφο από οποίο τα αντιγράψαμε είναι κακογραμμένο και μουτζουρωμένο σε πολλά σημεία. Τα ερωτηματικά πλάι στον αριθμό των μελών υπάρχουν στο κείμενο – απλώς τα μεταφέρουμε.
Επίσης δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την γνησιότητα του εγγράφου. Είναι ανυπόγραφο και ασφράγιστο[27].


ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ

Το Τρανό το Ίσιωμα
Εκείνα τα χρόνια γέμιζαν τα ρέματα από φοβισμένους Πορταρίτες, ιδιαίτερα όταν φαίνονταν αεροπλάνα στον ουρανό ή όταν ακούγονταν οι σειρήνες από το Βόλο. Πολύ χειρότερα ήσαν τα πράγματα όταν ακούγονταν το καμπανάκι του Άη Ταξιάρχη, σήμαινε ότι ανέβαιναν Γερμανοί ή Ιταλοί προς το Πλιασίδι.
Η οικογένεια του Αριστείδη και της  Ευθυμίας ξεκινούσε. Ο Γιώργος μπροστά με μεγάλο διασκελισμό, τρέχοντας πίσω τους η Ελενίτσα, πιο πίσω η Ευθυμία με μια μαύρη κότα, την αγαπημένη της, στην αγκαλιά, πίσω φορτωμένος τα απαραίτητα ο άνδρας της και τελευταία η γιαγιά η Μαργιολή. Χάνονταν μέσα σε πλατανορέμματα, περνούσαν δυο και τρία υψώματα πάνω απ’ την Πορταριά, προσπαθώντας  να κρυφτούν όσο το δυνατόν καλύτερα.
Στο Τρανό το Ίσωμα κατασκήνωναν τις περισσότερες φορές. Εύρισκαν καλύβες των βοσκών ή έφτιαχναν δικές τους. Έμεναν εκεί κουρνιασμένοι, κουβεντιάζοντας χαμηλόφωνα ώσπου μάθαιναν ότι ο κίνδυνος έχει περάσει και μπορούν να γυρίσουν πίσω στο χωριό.
Μια τέτοια επιστροφή θυμούνται όλοι ακόμη και σήμερα στην Πορταριά.

Παράδεισος
Γύρισαν και βρήκαν τον απολεσθέντα Παράδεισο. Τα δέντρα βάραιναν από τα φρούτα, τα καρκαμπάκια (κολοκύθια μεγάλα) σε μέγεθος βρεφών. Οι κότες είχαν γεννήσει εκατοντάδες αυγά και τα σταφύλια, τα όψιμα, κρέμονταν λαχταριστά.
Είχαν φθάσει ύστερα από τη δημοσίευση μιας Ανακοίνωσης της «Επιτροπής Περιθάλψεως Πορταριτών» :
«Κατόπιν εγκρίσεως του Γερμανού Στρατιωτικού Διοικητού ειδοποιούμεν τους κατοίκους της Πορταριάς, άνδρας και γυναίκας, ότι την προσεχή Παρασκευήν, 24ην τρέχοντος, δύνανται να μεταβούν εις τας οικίας των διά να πάρουν τρόφιμα και είδη ρουχισμού. Η είσοδος εις το χωρίον επιτρέπεται από τις 8 το πρωί  και μόνον από την πλατείαν των Ταξιαρχών, όπου μέλη της Επιτροπής, μαζί με Γερμανούς στρατιωτικούς, θα δίδουν εις τους εισερχομένους τας δέουσας οδηγίας. Οι κάτοικοι δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν φορτηγά ζώα ή τυχόν ιδιωτικά αυτοκίνητα ή κάρα διά να φορτώσουν τα πράγματα των.
Η αναχώρησις θα γίνει πάλι μόνον από την πλατεία Ταξιαρχών και πρέπει να έχουν φύγει όλοι το αργότερο εις τας 5 το απόγευμα.
Από την τάξιν και την διαγωγήν που θα δείξουν οι κάτοικοι θα εξαρτηθεί η ενδεχόμενη επανάληψις της αδείας μεταβάσεως και δι’ άλλην ημέραν»[28].

Μεγαλόψυχος
Τι να κάνουν οι καημένοι οι Πορταρίτες; Μάζεψαν ότι μπορούσαν, κυρίως αυγά και φρούτα, τα φόρτωσαν σε κάρα και έφυγαν – οι περισσότεροι για το Βόλο.
Οι Γερμανοί και οι εασαδίτες ένιωθαν ότι φέρθηκαν … μεγαλόψυχα, αφού θα τους επέτρεπαν (εφ’ όσον … έδειχναν καλή διαγωγή) να ξαναδούν τα σπίτια τους.
Η οικογένεια του Αριστείδη  έκοψε όσα φρούτα μπορούσε, μάζεψε τις δεκάδες τα αυγά και κατέβηκαν στο σπίτι ενός συγγενούς στο Βόλο.
Ο «Τύπος του Βόλου», κοινή έκδοση, δισέλιδη, όλων των εφημερίδων του Βόλου, δημοσίευε μια σκληρή Ανακοίνωση των στρατευμάτων Κατοχής στις 16 Σεπτεμβρίου 1943.
«Το χωρίον Πορταριά θεωρείται στρατιωτικήν ζώνην και εξεκενώθη υπό των κατοίκων του. Τα πρόσωπα άτινα θα συναντώνται κυκλοφορούντα ή διαμένοντα εν τη περιοχή ταύτη θα τυφεκίζονται».
Σε έναν άλλο βομβαρδισμό η γιαγιά έμεινε πίσω.
Ήταν σίγουρη ότι δεν θα την πειράξουν, «γριά γυναίκα» - βρίσκονταν στον κόσμο της.
Όταν άκουσε το σφύριγμα των οβίδων φοβήθηκε. Σηκώθηκε και κατηφόρισε τον δρόμο για το Κατηχώρι. Ήθελε να σωθεί ή να πεθάνει στο πατρικό της σπίτι;
Την βρήκαν στο φράχτη του Σιμέικου, κάτω από μια κερασιά, κομμένη από οβίδα στη μέση. Την έθαψαν στο ίδιο μέρος, πρόχειρα, ν’  αγναντεύει μια θάλασσα γαλάζια, έναν τόπο που ως «κατάπαυσιν Κυρίου, οι άγιοι του αναπαύονται» γνώρισε κι ονειρεύτηκε σιγοψάλλοντας, μέσα στον κήπο με τις φασολιές της.

Το Ορμάν - Μαγούλα
Το Μάιο του 1944 ο Αριστείδης άνοιξε κάποιες δουλειές με τους καμπίσιους. Τους επιδιόρθωνε τα γουρνοτσάρουχα και τα σανδάλια κι εκείνοι τον πλήρωναν με στάρι. Έτσι μπορούσαν να ξεφύγουν από το πατατόψωμο. Έτρωγαν ακόμη λίγη μαμαλίγκα ή κατσαμάκι, καλαμποκάλευρο βρασμένο, στο οποίο πρόσθεταν γλυκόζη ή λιωμένη ζαχαρίνη, από την ίδια που έβαζαν στον κριθαροκαφέ.
Ξεκίνησε με τα κοντινά χωριά Βελεστίνο, Άη Γιώργη, Ριζόμυλο, Στεφανοβίκειο, Αρμένιο – τα περισσότερα ήσαν γνωστά με τα τούρκικα ονόματα τους.
Σιγά-σιγά οι δουλειές του επεκτάθηκαν και σε καμποχώρια της Λάρισας.
Κάποια μέρα, προς το τέλος του Μάη έφυγε και πρότεινε στην Ευανθία, επειδή η δουλειά ήταν πολλή, να στείλει την Ελενίτσα του στα Φάρσαλα για να κουβαλήσει στην οικογένεια το στάρι. Η Ευθυμία αντέτεινε στην αρχή, σκέφθηκε να στείλει τον μεγαλύτερο τους γιο, όμως γι’ αυτόν υπήρχαν άλλοι κίνδυνοι κι επί πλέον του είχε, όπως όλες οι μανάδες, μια αδυναμία μεγάλη.
Έτσι ο κλήρος έπεσε στη μικρή. Ένα ωραίο πρωί την συνόδευσε στον σιδηροδρομικό σταθμό, σ’ ένα τρένο γεμάτο Γερμανούς, εασαδίτες, μαυραγορίτες που ο καθένας τραβούσε για, δικό του λόγο, σ’ ένα ταξίδι το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα ήταν μια όμορφη εκδρομή : Ανθισμένα χωράφια, γεμάτα παπαρούνες και κορυδαλλούς, γεμάτα λελέκια και άσπρους διάνους, μισοκρυμμένους στα ώριμα στάχυα. Στον ουρανό έτρεχαν λευκά και άσπιλα τ’ ανοιξιάτικα σύννεφα.
Η Ελένη τα κοίταζε εκστατικά κι ούτε έβλεπε τι γίνεται δίπλα της. Έφθασε στα Φάρσαλα, αγκάλιασε τον μπαμπά της, έμεινε ένα βράδυ μαζί του και την επομένη το πρωί, μ’ ένα τσουβαλάκι στάρι στα πόδια της έκανε το ίδιο ταξίδι προς το Βόλο.
Αυτή τη φορά ο πατέρας της την είχε εμπιστευθεί σε μια μαυραγορίτισσα, μια άγνωστη γυναίκα πανέξυπνη, με κοφτερή γλώσσα : Είχε δίπλα της ένα εασαδίτη και δεν έπαψε επί ώρες να τον επικρίνει για τη στάση του : «Αμ’ τι νομίζετε ότι θα γλιτώσετε, θα το φάτε το κεφάλι σας και θα ‘χουν δίκιο αυτοί που θα σας καθαρίσουν».
Εκείνος αγρίευε αλλά, κατά ένα παράδοξο τρόπο, δεν της μιλούσε.
Όταν σταμάτησαν στο Ορμάν Μαγούλα ο εασαδίτης σηκώθηκε, κοίταξε βλοσυρά απ’ το παράθυρο και ξαφνικά έπεσε μπρούμυτα. Η Ελένη τσίριξε, η μαυραγορίτισσα την άρπαξε απ’ το χέρι την ώρα που άρχιζε ένα άγριο τουφεκίδι απ’ την πλευρά του Σταθμού και των χωραφιών. Ακούστηκαν φωνές «οι αντάρτες … οι αντάρτες» ο κόσμος άρχισε να πηδάει απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα. Η Ελένη και η μαυραγορίτισσα βρέθηκαν να τρέχουν μέσα στα στάχυα, ν’ απομακρύνονται ενώ το τραίνο ξεκινούσε.

Πέρασαν ώρες ατέλειωτες κρυμμένες, μαζί με τους άλλους χωριάτες, στα χωράφια. Για να ξεγελάσουν την πείνα τους έτρωγαν φρέσκα κουκιά που εύρισκαν σπαρμένα. Το βράδυ έφθασαν στο χωριό κι ύστερα από δυο μέρες, με άλλο τραίνο, στο Βόλο.

Οι Γερμανοί που σώθηκαν γύρισαν την άλλη μέρα στο σταθμό. Βρήκαν ένα πάμπτωχο άνθρωπο, γυμνό σχεδόν, να φυλάει τα πτώματα, διώχνοντας μακριά τα πεινασμένα σκυλιά.
Ήταν ο ράφτης Γιώργος Ρήγας. Οι Γερμανοί τον έντυσαν, του φόρεσαν παπούτσια και τον τοποθέτησαν στο σιδηρόδρομο για να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους[29].

Εφιάλτης
Ο Αριστείδης στο τέλος του Μάη μάζεψε τα υπόλοιπα τρόφιμα που εξοικονόμησε στην ξένη εκείνη περιοχή, τα φόρτωσε στο τραίνο και ξεκίνησε για την πατρίδα του.
Ήταν ζεστή μέρα και πότε-πότε για να δροσιστεί σηκώνονταν κι ανέπνεε βαθιά βγάζοντας το κεφάλι απ’ το παράθυρο. Όταν πλησίαζαν στο σταθμό είδε από μακριά μια εικόνα που του εντυπώθηκε ως μόνιμος εφιάλτης. Το’χε ξαναδεί: Στην πλατεία Ελευθερίας, στα χωριά του κάμπου … Από τα δέντρα κρέμονταν άνθρωποι με τις γλώσσες πεταγμένες έξω και τα μάτια γουρλωμένα. Ένας, δυο, τρεις … δεκάδες άνθρωποι, κρεμασμένοι στα δέντρα και στα κτίσματα του σταθμού. Το τραίνο έκοψε ταχύτητα καθώς πλησίαζαν, μπορούσες ν’ απλώσεις το χέρι και ν’ αγγίξεις τους ανθρώπους. Φαίνονταν ολοκάθαρα η επιθανάτια αγωνία, τόσο κοντά περνούσαν.
Ξάφνου ο Αριστείδης τινάχθηκε. Σε μια γωνιά γνώρισε το γιατρό τους, τον Χαράλαμπο Πορλίγγη, τον καλλίφωνο ψάλτη του Αγίου Νικολάου. Και ποιο πέρα, καινούργια έκπληξη, σαν άδειο σακί είδε τον Πορταρίτη Αποστόλη Βλάχο. Γνώριζε ότι και οι δυο κρατούνταν στην Κίτρινη Αποθήκη.
Αργότερα έμαθε ότι απαγχονίστηκαν επίσης οι Βασ. Ευαγγέλου, Νικ. Καλοβρέχτης, Αθ. Αλεξίου, Γεώργιος Αθανασίου.
Ανάμεσα στους άνδρες ξεχώρισε και μια γυναίκα. Ο Αριστείδης θυμήθηκε τον τρόπο που αποτιμούσαν οι Γερμανοί τους νεκρούς τους : Ένας Γερμανός ισοδυναμούσε με δέκα κατεχόμενους Έλληνες – αυτό τόνιζαν οι ανακοινώσεις τους.

Απελευθέρωση
            Κι όλοι όσοι αναφέραμε ως εδώ ήσαν εκεί – στην παραλία του Βόλου, να κλαίνε και τραγουδούν, με σημαίες ή με χέρια υψωμένα. Όλοι, ακόμη και οι πεθαμένοι ήρωες, οι αδικοχαμένοι στα τέσσερα αυτά, φριχτά, κατοχικά χρόνια ήσαν μαζί και γιόρταζαν τη μέρα της Απελευθέρωσης.
Οκτώβρης και πάλι - του 1944.


[1] Κρίναμε σκόπιμο να δραματοποιήσουμε το κεφάλαιο, για περισσότερη ενάργεια και ζωντάνια. Τα γεγονότα είναι όλα αληθινά ώς την τελευταία λεπτομέρεια. Αληθινά είναι και τα ονόματα των δύο μικρών πρωταγωνιστών.
[2] Χωρίς εισαγωγικά το μορφωμένος. Εκείνα τα χρόνια το να τελειώσεις το Γυμνάσιο θεωρούνταν υπόθεση.
[3] Από την εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ της εποχής.
[4] Λεωφορείο που περιμένει.
[5] Δεύτερη σελίδα της τετρασέλιδης «ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ».
[6] Το Κληροδότημα έχει τροποποιηθεί. Οι αλλαγές αναφέρονται στο Κεφάλαιο των Δωρητών της Πορταριάς.
[7] Εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ του 1940.
[8] Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ.
[9] Δεν διασταυρώθηκε απόλυτα.
[10] Τον πίνακα συμπληρώσαμε με σχετικό έγγραφο του Αντιπροέδρου της Βουλής κ. Γεωργ. Σούρλα.
[11] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς.
[12] Γραμμένο με μολύβι – λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς.
[13] Εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ.
[14] Εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ 8-7-1941.
[15] «Τύπος της εποχής». Κοινή έκδοση των εφημερίδων του Βόλου.
[16] Από αφήγηση του 90χρονου Ιωσήφ Δασκαλάκη.
[17] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς.
[18] Δυσανάγνωστο, με μολύβι.
[19] Μοναδική εγγραφή σε βιβλίο Πρακτικών του Ιερού Ναού Αγ. Νικολάου.
[20] Η ορθογραφία του ονόματος αλάζει συχνά. Από Θεοξένια γίνεται «Θεοξένεια».
[21] Η επιστολή περιλαμβάνεται στα λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς. Το περιεχόμενο της επιβεβαιώνεται κι από την κόρη του ενός των ιδιοκτητών, Γεωργ. Αθανασάκη,  κ. Μαρία Ζερβουδάκη.
[22]  Το γράμμα βρέθηκε στο Αρχείο του τότε Μητροπολίτη Ιωακείμ και μας παραχωρήθηκε ευγενώς από τον κ. Δημ. Τσιλιβίδη.
[23] Λυτά έγγραφα του Δήμου Πορταριάς
[24] Λυτά έγγραφα
[25] Λυτά έγγραφα
[26] Υπάρχουν τέτοιες συχνά προσθήκες των οποίων την εγκυρότητα δεν μπορούμε να εγγυηθούμε.
[27] Ενδεχομένως να ήταν ο τελικός κατάλογος, μια που στα χρόνια που περιγράφουμε υπάρχει έλλειψη χαρτιού. Πολλές φορές μάλιστα ο γραμματέας κ. Μαρούσος γράφει  στην πίσω πλευρά παλαιότατων εγγράφων και μ’ αυτόν τον τρόπο τα περισώζει. Φυσική είναι και η έλλειψη σφραγίδας, εφ’ όσον δεν υπήρχε μελάνι. 
[28] Ο «Τύπος του Βόλου».
[29] Νίτσας Κολιού: Άγνωστες πτυχές Κατοχής και Αντίστασης 1941-1944

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου