Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΠΟΤΕ,ΑΡΓΑ,ΕΓΚΑΙΡΩΣ

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ

Kι έτσι, όπως ζεσταίναμε
Τις ενωμένες μας παλάμες,
Εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ,
Κάποιος
Ανακάλυψε
Το
Δαχτυλίδι.
Αναρωτηθήκαμε τότε όλοι
Πότε είναι αργά, τί σημαίνει ποτέ
Ποια η ακριβολογία του εγκαίρως,


Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

ΘΑ ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙΣ;

ΓΕΜΑΤΗ ΑΡΧΑΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Κι αφού τραβούσε πλάι στο κρεββάτι
Εκείνο το κοντό σκαμνί
(Στον μαστρο Ατζέλικο παραγγελμένο)
Που ξεκούραζε το φύλακα άγγελό του,
Σκεπάζονταν με μια θάλασσα παιδική
Γεμάτη αρχαία παραμύθια.
Άνοιγαν τότε στα ρουθούνια του λεμονανθοί
Κι ο πατέρας του διηγούνταν ιστορίες
Τον καλούσε κοντά του,"εδώ υπάρχουν ανεμόπτερα
Και ένας κρυωμένος κεραμιδόγατος
Να, το τρένο γεννήθηκε απ' τους καπνούς".
Ενίοτε του απαντούσε κι αυτός "τη σκάλα
Ν'ανέβω, πατέρα,την Κλίμακα με τα τελώνια.
Πάντοτε με προστάτευες εσύ.Θα το φροντίσεις;".


Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ


ΧΡΕΜΕΤΙΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΣΑΠΙΖΟΥΝ
Εδώ και ώρες, κυνηγώ με τη σκούπα
Επίθετα και οξέα επιρρήματα

Πάντα απομένει κάτι σαν όνειρο
Απ' τον καιρό που υπήρξα παγόνι.

Οι λέξεις έχουν το δικαίωμα
Να σου γράφουν λιβέλους,
Γεμάτους ανέμους,πουλιά
Και φως.

Έχουν το δικαίωμα να ζητούν
Την ευτυχία,
Τα φτερά των αγγέλων,

Τα χρεμετίσματα που σαπίζουν
Στην άκρη των λιθοστρώτων ,

Κι εκείνη την έλλειψη, στο στήθος,
Που την ύπαρξη τονίζει.


ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ

ΚΙ ΑΝΘΙΖΟΥΝ Τ' ΑΣΦΟΔΙΛΙΑ

Εκείνες,πάντως, έρχονται στην ώρα τους
Σιωπηλές γριές, με δόντια δράκου.

Περνούν από βρυώδεις τοίχους
Που, επί χρόνια,όρθωναν οι παλαιοί.

Περνούν χωρίς τα δώρα των Δαναών
Χωρίς το επίσημο "τσιγκληδόν" των παιδιών.

Λεν καλησπέρα, κάθονται σε ψάθινες καρέκλες
Κι αρχίζουν: Γνέθει τολύπες των γαλαξιών η πρώτη,
Μοιράζει η δεύτερη σταφίδες κι άσπρα μύγδαλα.
Η τρίτη λέει "γένοιτο"κι ανθίζουν τ'ασφοδίλια.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΜΕ ΔΑΓΓΕΡΟΤΥΠΙΕΣ ΠΟΥ ΠΙΕΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ




ΔΕΝ
Kι όπως ανθίζει μια  θλιμμένη νύχτα
Γεμάτη άστρα που γυρίζουν όπως τα χρυσόψαρα
Σκέπτομαι τα ανείπωτα τα παραμύθια
Τις αγρυπνίες που έμειναν μισές
Και μια γριούλα στο παράθυρο
Να ρίχνει τις πασιέντζες
(Ήταν το μόνο που έμαθε καλά να κάνει)
Με δαγγεροτυπίες που πιέζουν τον Καιρό:
-Οβίδα σε φούρνο,Τρανό Ίσιωμα, 1943
-Η φάτνη του 1960,Πλατεία Ελευθερίας.
-Ο Τόμης με τα γιαουρτάκια, κάτω απ' το γιασεμί
-Οι κανταδόροι του 50.
"Απόψε την κιθάρα μου, τη στόλισα κορδέλες".
Να,ο Θωμάς ο Πολύχρονος-ωραίος, ξανθός.
Δεν της βγαίνει
Δεν
"Κι εγενήθη ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδω".




Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΤΡΕΝΩΝ

ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Όταν, απέραντα λυπημένοι,
Ακολουθούμε,στο νερό, δέσμες φωτός
-Μια άλλη εκδοχή,αλμυρή κι απόμακρη
Της παραλίας, με τους στραγαλάδες,
Τα νυχτερινά, πολύχρωμα μπαλόνια
Και τους ήρωες γρατσουνισμένων ταινιών-

Τότε έχουμε μάθει τους δρόμους της μουσικής.

Νιώθουμε,αίφνης, τη μοναξιά των τρένων
Καθώς, μες την ομίχλη,αδειάζουν από επιβάτες
Όπως,στους αιώνες, οι λέξεις από νοήματα.

Μονάχο ένα αχτένιστο παιδί βγάζει μια φυσαρμόνικα
Τη σκουπίζει στο αριστερό μανίκι
Και την ακουμπάει στην προκυμαία και το φεγγάρι.

ΠΕΝΕΣ ΣΤΕΓΝΕΣ ΣΑΝ ΑΔΕΙΑ ΚΟΧΥΛΙΑ

ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΥΡΕΨΟΙ
Εδώ, κατά την προφορική παράδοση, υπήρχε
Ένα ποίημα
Όμορφο και κυρτό σαν όλα τα σταυρολούλουδα,
Ένα ποίημα- ανεμώνη
Που αγνοούσε,όπως κάθε λουλούδι,τον καιρό του μαρασμού.

Μοναχικό, με το στήθος στον άνεμο,
Δεν ξεπουλούσε για πενταροδεκάρες στην Αγορά
Τις ζωηφόρες λέξεις και τα πέταλά του,
Δεν άγγιζε χείλη χωμάτινα κι ευθύγραμμα.
Κάτω από πένες στεγνές σαν άδεια κοχύλια
Δε δήλωνε την παρουσία του.

Τραγουδούσε "λες και ήταν χτες"
Καθώς άπλωνε τη μπουγάδα με τα ξύλινα μανταλάκια
Κι από μακριά ακούγονταν τύμπανα και ουαί.

Βλέπετε
Ο Καιρός των βαρβάρων δεν ευνοεί
Την ύπαρξη των ανθέων
Και των λέξεων
Που κατασκευάζουν ποιητές και μυρεψοί.


Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ

ΚΟΚΚΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Στο δεξί πλευρό μικροί κήποι με κόκκινα τριαντάφυλλα
Κι αριστερά οι γραμμές του τρένου.
Είναι απ' τους τόπους που λες -
Δε μου αρέσει να ξαναδώ
Επειδή, αν αυτό συμβεί, θα επαναβιώσω τα πάντα.
Μαζί και τ'αδαμάντινα.
Κι ο Χάμφρι Μπόγκαρτ, μασώντας ένα "θα χάσετε
Το αεροπλάνο σας, Κυρία"
Και τ'αναμμένο κεράκι,
Μέσα στα χόρτα,απ'τις Μισολογγίτισες.
Δε θέλεις να κουβαλάς ολόκληρη τη ζωή σου
Στην τσέπη.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Ο ΠΕΤΕΙΝΟΣ ΤΟΥ ΦΩΚΙΩΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

Μ'ΕΝΑ ΜΑΒΙ ΚΙΚΙΡΙΚΟΥ
Στο κέντρο μιας, αδιευκρίνιστα κατευθυνόμενης,παλαιάς εισόδου
Ο παππούς Γαρύφαλλος είχε στήσει το καλαπόδι του τσαγγαριού
Κι όλη τη μέρα σφυρηλατούσε τακούνια.
Πάνω του, στον τοίχο, η μελαχρινή Ζαφείρα
Κι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος με τον πετεινό από τους Όρνιθες-
"Αριστοφάνης στο Ηρώδειο-πού καταντήσαμε;"είχε δηλώσει
Κι ο Φωκίων, έκτοτε,του χάρισε το "σκυλάκι" του.
Εκεί περνούσε και κάποια βράδια ο παππούς
Όταν τσακώνονταν με την τρομερή γιαγιά Χρυσάνθη
Βέρα βασιλική κι εκείνος βενιζελικός.
Έτρωγε το γιαουρτάκι του, έγερνε πάνω στο καλαπόδι
Κι αποκοιμούνταν, τραγουδώντας Μαριάννα Χατζοπούλου.
Ιδιαίτατα το "Γαρύφαλλο στ' αυτί"-σαν αυτοβεβαίωση.
Τον ξυπνούσε,γύρω στα μεσάνυχτα,η στενοχωρία του τόπου
Ή,ο πετεινός του γελοιογράφου,του Δημητριάδη
Μ' ένα μαβί κικιρίκου.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΡΕΜΠΟ ΤΗΣ ΨΑΡΟΚΟΛΛΑΣ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΑΣ
Ο Δεδούσης έφτιαξε το τελευταίο αερόστατο
Και το σήκωσε ψηλά-νυχτερινή λαμπηδόνα.
Τον φαντάζομαι στη συνέχεια
Να κλείνεται στο δωμάτιό του
Να κοιτάζει τον ουρανό απ' το παράθυρο
Ψελλίζοντας-αυτή είναι η παιδική μου καρδιά.
Μπορώ στην υπόλοιπη ζωή μου, ελεύθερα
Εγώ, ο Αρθούρος Ρεμπό της ψαρόκολλας
Και του αναμμένου στουπιού
Ν'ασχοληθώ με το εμπόριο διαμαντιών
Να γίνω μπακάλης,τορναδόρος ή ρητινοσυλλέκτης.




Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΠΡΙΝ ΝΑ ΣΤΟ ΘΟΛΟ ΣΒΗΣΟΥΝΕ ΑΝΑΒΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΛΗΘΗ

ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΟ ΤΣΙΜΕΝΤΕΝΙΟ ΤΟΥ 60
Πομφόλυγα τη βλέπαμε  από το "βουλιαγμένο"
Να σκάει, λαμπερή στο θόλο της η Πούλια
Στ'αγκίστρια μας σπαρτάραγαν μουσμούλια
Κι ήταν δεξιά που αντίφεγγε μας σπαραγμένο
Το φως του φάρου σε νερό σπασμένο.


Μύριζαν πεύκο τα ανασηκωμένα μας τα στήθη
Μες τον παράξενα υψωμένο του σκαριού μας όγκο
Εύμολπον έλεγες του κάθε κύματος το βόγγο
Σιωπηλά κραυγάζαν οι διάττοντες:Βοήθει
Πριν να στο θόλο σβήσουνε, ανάβοντας στη λήθη.




Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

ΚΙ ΕΝΑΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ

Ή ΟΠΩΣ ΕΝΑ ΑΛΛΗΛΟΥΙΑ

Ο Χρόνος διπλώνει σ' άπειρες χαρακιές
Όπως το χώμα στους αμμόλοφους
Ή όπως ένα αλληλούια.

Εκεί επωάζονται οι έρωτες κι ο θάνατος
Κι ένα μικρό παιδί ζητάει τη μαμά του.

Εκεί φύεται η ενδεχομενικότητα
Σαν να πετάει ένα κόκκινο μπαλόνι.

Πλάι στους δράκοντες του Χρόνου τραγουδούσαμε
"Σας πήραμε...σας πήραμε... φλουρί κωνσταντινάτο".

Τίποτε δεν πήραμε, τίποτε δεν υφίσταται δικό μας.
Θα' ρθει, βέβαια-η κατά Κίρκεργκωρ- Στιγμή.

Αλλά η αιωνιότητα είναι ένταση,
Όχι ο Καιρός που σε πεδικλώνει.

Η αιωνιότητα είναι το ποίημα κι ένας νυχτερινός στεναγμός

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2014

ΦΥΣΑΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ο,ΤΙ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙ
Χτυπιούνται οι ανεμοδείχτες στο σκοτάδι:
"Φυσάει θάνατος ",΄μονολογούν οι ποιητές
Και κρύβουν σ'ένα πέταλο σιγής
 Ό,τι,παράφορα, έχουν αγαπήσει.







Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

ΔΕΜΑΤΑΚΙΑ ΜΕ ΤΕΡΙΡΕΜ

ΟΠΩΣ Η ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Δε θα ξεχασθούμε, υποθέτω:
Εγώ θα σας στέλνω, σε φακέλλους,αστέρια
Κι αγγέλων πτίλα χρυσά.
Κι εσείς, σε μικρά δεματάκια,
Την οσμή των νερατζανθιών, που τόσον αγαπώ.
Θα σας εσωκλείω χερουβικά, ιδιόμελα και τεριρέμ
Και θα μου θυμίζετε
Πώς ταξιδεύουν τα εαρινά σύννεφα
Πώς σκορπίζει στη θάλασσα το φεγγάρι.
Ένας χωρισμός, βέβαια,
Μπορεί ν'ανθίσει την επόμενη στιγμή
Ή
Ύστερα από πολλές δεκαετίες
-Μικρή σημασία έχει-.
Το ζήτημα είναι
Η ύπαρξη
Μιας αγάπης ατέρμονης, όπως το βλέμμα,
Όπως΄η ελπίδα
Και η μουσική.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Τα ερωτικά ποιήματα
Δεν είναι παρά Χρονικά
Γραμμένα σε παλιούς παπύρους,
Στην όχθη της θάλασσας.
Ο πραγματικός έρωτας έχει ήδη φτερουγίσει
Σαν την καρδερίνα από ένα σπασμένο συρματάκι.
Όταν τον ζούσαμε
Μόνο την πένα δε σκεπτόμαστε.
Φοβόμαστε την απουσία και τη σιωπή,
Κυνηγούσαμε αστέρια και πεταλούδες
Σε μάτια αγαπημένα.
Βιώναμε-
Δε μνημονεύαμε.
Ώσπου ήλθεν ο καιρός και η επιθυμία
Να καταργήσουμε
Την
Έλλειψη,
Αυτή που δημιούργησε
Ένας αποχαιρετισμός.




Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ;

Δεν τα αντέχω αυτά τα ποιήματα:
Συγκρουόμενα κι αδιέξοδα ημιστίχια,
Αλλού λοξές φάλαγγες κούφιων λέξεων
Ή ένας λυρισμός που βλασταίνει στο χάος.

Τα κεκραγάρια τα κατανυκτικά μου λείπουν.
Ο στίχος -δόρυ του Άη Γιώργη
Που σκοτώνει τον δράκοντα,
Το ταχτάρισμα της γιαγιάς
-Με κοιτάζει,πλέον, αυστηρά απ'την κορνίζα-
Το εμβατήριο κάτω από υψωμένη παντιέρα.
Η διάφανη φέτα του γλυκού ψωμιού στο τραπέζι,
Αναστάσιμα ευλογητάρια κι ιδρωμένες γονυκλισίες.

Σε ποιο ποίημα θα βρω
Τους χιονισμένους μαρουλόκηπους
Τα σμήνη των γρύλων πριν βραδιάσει;
Ο αντίλαλος των βουνών κι ο φλοίσβος των κυμάτων
Πώς, πότε κι από πού τρυπώνουν
Στα κύμβαλα που μας τρελαίνουν;

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

ΕΣΕΙΣ Μ' ΑΚΟΥΤΕ ΛΟΞΑ ΑΠ' ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ


Η ΦΟΔΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΙΚΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ

Οι ιστορίες που σας αφηγούμαι είναι νούφαρα
Που, χωρίς ρίζες, ταξιδεύουν.

Θα τις τραγουδήσω και σ'άλλους πιο κάτω.

Γι αυτό δεχτείτε κάθε τι που ακούτε
Σαν τη φόδρα της τραγικής ειρωνείας:
Ξέρω αυτό που δεν ξέρετε
Αλλ' αφορά κι εσάς κι εμένα.

Εσείς μ' αφουγκράζεσθε, λοξά, απ' το φεγγάρι
Να τραγουδώ για το θάνατο
Και τους ματωμένους καλπασμούς.

Αν είναι ανύπαρκτα αυτά οφείλουν κι οι άγγελοι
Να νυστάζουν-πράγμα ασύμβατο,
Οφείλουν τα δέντρα να υποκλίνονται

Κι ο ιππότης να συνεχίζει την παρτίδα ζατρικίου
Που άρχισε με τον δρεπανηφόρο.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

ΤΟ ΚΑΝΤΗΛΑΚΙ
Οι γυναίκες μάζεψαν με το φαράσι
Τα νεκρά χελιδόνια
-Μας ήρθε νωρίς η πασχαλιά κι αργά το κρύο-
Και βιαστικά γυρίζαμε τον οβελία,
Σ'ένα του γιαπιού δωμάτιο:
Ο πατέρας,ο Καραβασίλης, η Αρετή
Η γιαγιά κι η αφεντιά μου με μουστάκι-
(Ναι, εγώ είμαι πλάγια δεξιά, στη φωτογραφία).
Ήρθαν,σε λίγο, και οι νιόπαντροι της γειτονιάς-
Εξηντάρηδες
Μα δεν πήραν μεζέ, μόνον ευχήθηκαν.
Πήγαιναν ν'ανάψουν το καντηλάκι της μακαρίτισσας.
Έτσι μας είπαν.

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

ΤΟΥΣ ΕΛΕΙΠΕ Ο ΜΙΤΟΣ


ΠΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΑ ΑΝΑΒΟΥΝΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ο Χρόνος έχει μιαν αποστολή:
Να μας τυλίξει,σα φωλιά, και να μας γοητεύσει.
Αλλοτε με τη στατικότητα της τοιχοσαύρας
Κι άλλοτε με της ηλιαχτίδας τη ροή.

Κάποτε, τον ουρανό, σαν τους διάττοντες,χωρίζει
Και στην ουρά του ευκρινώς ανάβουν
Οι ακριβοί μας οι κεκοιμημένοι.

Στα όνειρα είναι αείπλαστος,
Έτσι που να χωρεί όλο το μέλλον:
Να παίζει με σφραγίδες, όπως "μετώκησεν"
Ή"ακριβώς".Ενίοτε, "μη με λησμόνει".

Οι παλιοί φίλοι χτύπησαν
Τα χάλκινα ρόπτρα των  σπιτιών.
Και κρύφθηκαν στις δίπλες του

"Προσωρινά", μας είπαν,αλλ'εξαφανίσθηκαν.
Τους έλειπε ο μίτος και η Αριάδνη.

Τα μάτια του Καιρού
Ολόιδια ασπρίζουν γιασεμιά.

Κι ένα αγγελάκι, πλάι στο πηγάδι,
Με χείλη τόσον απαλά τα εγγίζει
Που ανείπωτα ανάβουνε τραγούδια.



Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

ΚΑΙ ΞΑΝΑΓΕΜΙΖΩ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΩΜΕΓΑ


ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΠΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ
Έφτασα σ' ένα τόπο με ραγισμένα λουλούδια
Με τρίλιες ασυνάρτητες
Και τον ασύρματο αποσυντονισμένο.

Δε μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους.

Ενδεχομένως να μη με κατανοούν κι εκείνοι.

Αλλά εγώ είμαι μια λέξη μόνο.

Δε στριμώχνομαι σε πράξεις κανονιστικές
Χωρώ σε αδιάφορες στέρνες,
Σε σωρείτες, σε βάρκες με αρχαιολόγους.
Αδειάζω όπως οι ωτομοτρίς από μοναχικούς επιβάτες
Και ξαναγεμίζω με πολλά ωμέγα όπως τα τραγούδια.
Πέρασα δάση με μεθυσμένες πεταλούδες,
Τενάγη με συστρεφόμενους γυρίνους.

Μια λέξη μόνον είμαι που ζητάει τον ουρανό της.


ΑΝΕΒΑΙΝΩ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ ΤΗΣ ΑΛΚΥΟΝΗΣ

Μεσημέρι καλοκαιριού.
Γεμάτο τζιτζίκια.Αλμυρά μου τα χείλη.

Τρέχω μ'ένα σακί στον ώμο- δεκάχρονος-
Κι ευτυχής που τον Ζέρδιλα πρόλαβα στα ρολά.

( Στο δρόμο της επιστροφής
Ανεβαίνω στο φτερό της αλκυόνης
Θαυμάζω τους ροφούς στα υπερθαλάσσια ψαράδικα).

Ξάφνου, το νιώθω, ο ώμος μου ελαφραίνει
Φταίνε τα κάγκελα του παλαιού Δημοτικού Θεάτρου.

Γυρίζω-
Η διπλή ξεχωρίζει γραμμή στο χωμάτινο πεζοδρόμιο
(Λευκές ράγες από ζάχαρη)
Και το σακί να κυματίζει σα σημαία.

Ιδού το ανόμημά μου:
Έπρεπε να προσέχω τις αιχμές και τα δόρατα.

Από τότε φοβούμαι τα τρένα
Με τους νεκρούς μηχανοδηγούς

Τα καλοκαίρια΄με τρομάζουν κι οι γλάροι.

Όμως τρελαίνομαι για τα γλυκά.

Πρέπει να μαζέψω όλη τη ζάχαρη
Πριν ξανακούσω, εκεί ψηλά,
Τη φωνή του πατέρα:
"Δεν πειράζει, εμείς να' μαστε καλά".

Καλοσύνη που θύμιζε χαστούκι.


Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

ΟΙ ΚΩΔΩΝΟΚΡΟΥΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΜΟΥ

ΤΟ ΚΑΣΚΟΛ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Πρέπει κι η θάλασσα να έχει όρια:
Είναι οι εαρινές προθέσεις μας, να βρούμε
Τη λέξη και τον τόπο
Όπου η τελευταία μεταμορφώνεται
Και καταλήγει- ως φως- ν'ανθίσει.
Πρέπει και η νύχτα να' χει μια καρδιά:
Ένα περιπλανώμενο,
Ένα περιπαθές τραγούδι,
Γεμάτο αμάν και νυχτερίδες
Που περνούν τα ανοιχτά παράθυρα
Για να δουν το είδωλό τους
Σε μελαγχολικούς καθρέφτες.
Απ' την Ιστορία της ποίησης μου
Δε λείπουν και οι κωδωνοκρούστες:
Ο Τσιγκιτσάγκας που έφτυνε αστέρια,
Ο ΄Κώστας ο Μαμουνατζής, με το αχβαχ στο πέτο
Η Σαλοκατίνα η Β που πρότεινε τα γεροντόπαχα
Ως βασιλόπαιδος κύηση- ο Παύλος είν'ο πατέρας
Κι όλοι όσοι ζεσταίνονταν(το ξανά 'παμε)
Τυλιγμένοι με το κασκόλ
Της υπέρτατης μουσικής.



Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΠΟ ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ


ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΟΝ ΜΟΥ
Τα νυχτερινά τραγούδια,
Όταν τ'ακούς σ' άλλες ώρες,
Φαλτσάρουν άσχημα
Όπως τα φρένα παλαιών λεωφορείων.
Τα νυχτερινά τραγούδια μοιάζουν
Σα μια φούχτα με φυστικοστράγαλα
Που πετάς ψηλά,όπως τους μπλε αστερισμούς.
Όπως τα γιασεμιά ή τα σανδάλια ευωχουμένων.

Τα νυχτερινά τραγούδια
Ερωτεύονται
Τα μεγάλα μάτια των πορτρέτων φαγιούμ.

Τρυπώνουν σε μακρινά τρένα,
Μπορούν να σου προσδιορίσουν το ακριβές χρώμα
Της ανθισμένης ροδακινιάς-μετά το σούρουπο,
Να τρυπώσουν στο όνειρο ενός αγγέλου
Μιας νυχτοπεταλούδας ή ενός αλητογράφου.

Αν πιάσετε στην απόχη σας έναν αμανέ
Παρακαλώ στείλτε τον μου σε παλιό καφεκούτι

Κάνω συλλογή από παλιές, θλιμμένες στιγμές
Από λέξεις που πεθαίνουν κάθε πρωί.
















Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΜΑΤΙΩΝ
Ο θάνατος μας κοιτάζει συνεπαρμένος
Από παλιές
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Αν προσέξετε, θα τον δείτε ν' αναδεύεται σα φίδι
Στο βυθό των ματιών των παιδιών
Που, σήμερα, ταξιδεύουν ανάμεσα σε κόκκινα νέφη,
Παίζουν, με τα αραιά άστρα, τις αμάδες
Και ψάλλουν το τεριρέμ.

Ο θάνατος κάνει κούνια στα μουστάκια
Των υψηλόβαθμων προγόνων
Όσων καμαρώνουν σε βαριές κορνίζες-
Μα εκείνοι
Φέρονται σα γέρικα σκυλιά:
Αγκομαχούν, ενώ τους τραβούν τις μπότες
Πλάι στο στιλπνό κομό.

Ο θάνατος είναι η μαϊμού
Που ανεβαίνει στον ώμο όποιου εκείνη επιλέξει.

Μα προ πάντων να τον βλέπετε
Σαν τον ελεύθερο σκοπευτή του Μπουνιουέλ
Που ξεχωρίζει ποιον  θα ξεκουράσει απ' το πλήθος.

Συνήθως αυτός που επιλέγει, αφήνει πίσω του ένα τραγούδι
-Όπως ισχυρίζεται ο Τζέημς Τζόϋς.




Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

ΚΕΡΜΑΤΑ ΞΕΝΗΣ ΚΟΥΒΕΝΤΑΣ


ΚΡΑΤΗΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΣΟΥ
Έχω φυλάξει σ' ένα παλιό συρτάρι
Όλα τα οξειδωμένα, χάλκινα,
Ακατανόητα για τους ξένους, τραγούδια.

Το βραδινό "απιτιρινούϊα", αίφνης,
Που έσπαζε τον ύπνο των ανθέων,
Που άνοιγε αργά το μάτι του τράγου,
Καθώς κυνηγούσαμε στους σκοτεινούς μπαξέδες
Μαγιάτικα αερόστατα.

Στο ίδιο συρτάρι κρατώ τα λόγια
(Κέρματα μιας απέραντης ξένης κουβέντας)
Που ακούγονταν στο διπλανό δωμάτιο
Το βράδυ του θανάτου του παππού:
-Κάτω από μια μελικοκκιά....θα'ναι αλλού...

Τις παιδικές μου προσευχές,
Απλές,σαν μια χειμερινή ευδία,

Μία μετάφραση της φρυκτωρίας που διαβάζαμε
Μεσάνυχτα, στην κορυφή του βουνού:
"Κράτησε αυτό το φεγγάρι στα βλέφαρά σου"-

Αυτό ήταν το ανθισμένο μήνυμα
Ή κάτι παρόμοιο-

Ιώδες πάντως.


ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΠΟΥ Τ' ΑΡΜΕΓΕΙΣ

ΠΟΤΙΣΜΕΝΑ ΜΕ ΙΔΡΩΤΑ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΡΑΣΙ
Προχθές τα μεσάνυχτα,
Στάθηκαν, κάτω απ'το παράθυρό μου,
Ο Τζιόρτζιο Εβαρίστο Ντε Κίρικο κι ο Μίλτος Σαχτούρης.
Τους έβλεπα κι όλας
Μέσα απ'τις ξύλινες γρίλιες.
Μιλούσαν έντονα για φωτισμένα τρένα κι άγριες λέξεις,
Για την καθαρότητα των μολυβιών Faber νο.1
Και τα δέντρα που τ' αρμέγεις κάθε πρωί
(Μέθοδος,το τελευταίο,του Ντύλαν Τόμας).
Έβρισκαν ότι τα τραγούδια βλασταίνουν
Στην άκρη μιας Άνοιξης ή ενός Αιώνα.
Και θέλουν πότισμα με ιδρώτα και κόκκινο κρασί.
Mιλούσαν και για τις παράλληλες γραμμές
Που σ'οδηγούν στην κόμη της Εκάτης,
Αν καταφέρεις πάνω τους να ισορροπήσεις
Όπως, στις ράγες, τα παιδιά και οι τρελοί παλιάτσοι.

Ενίοτε στο "πόθεν" του ενός, ο άλλος σιωπούσε
Ή τίναζε, απ το μανίκι του,τα πιο γλυκά αστέρια.

Ώσπου βαρέθηκα κι εγώ την τόση ευφροσύνη,
Πέταξα απ' το παράθυρο τη γυάλα
Με το χρυσόψαρό μου

Και συνέχισα έναν αθώο λευκόν ύπνο.


Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

ΚΑΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΦΩΣ
Δίπλωσες,Κύριε, προσεκτικά το μέλλον, σαν πετσέτα,
Έτσι που να μην επιτρέπονται οιωνοσκοπήσεις.

Έσβησαν ήδη οι γερανοί στη δύση.

Και το παρόν, μάς έμεινε στα χέρια
Όπως κομμένο αγάλματος κεφάλι
Που δε σμιλεύτηκε για να μιλάει.

Στην εποχή μάς πέταξες της δόξας
Των φρύνων,της ανεμώνης, των τρελών πουλιών.

Ώδε η σοφία εστίν:

Να κοιμηθούμε απλά και ήρεμα
Μέσα σε ανθισμένο στίχο

Και να ξυπνήσουμε στο φως.