Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΠΟΡΤΑΡΙΑ - ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ 4 (5)


4. ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ- Ένα ήρεμο διάλειμμα 


Ο Κόσμος – Η Ελλάδα
Η εποχή του Μεσοπολέμου, το διάστημα δηλαδή ανάμεσα στους δύο μεγάλους Πολέμους ονομάσθηκε μισοειρωνικά – μισοαληθινά «Μπελ Επόκ».
Ήταν μια εποχή μεγάλων αντιθέσεων. Την ανεμελιά και τους χορούς ακολουθεί το μεγάλο «Κράχ» στο Χρηματιστήριο της Ν. Υόρκης κι οι κραδασμοί απλώνονται σ’ όλο τον κόσμο.
Στην δεκαετία του 1920 – 1930 η πατρίδα μας ζει τον όλεθρο  της Μικρασίας. Η Σμύρνη καίγεται. Ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες, ανέστιοι περιφέρονται στα λιμάνια της πατρίδας μας. Εικοσιπέντε χιλιάδες από αυτούς φθάνουν στο Βόλο.
Πεθαίνει σε ηλικία 54 ετών ο Λένιν. Πεθαίνει ο Κάφκα. Παρουσιάζεται η θεωρία του Μπιγκ – Μπάγκ. Ξεσπά εμφύλιος στην Κίνα.
Εδώ, εκτελούνται οι έξη στο Γουδί, ξεσπάει το κίνημα του Θόδωρου Πάγκαλου. Η δις Διπλαράκου κερδίζει τον τίτλο την Μις Ευρώπη. Οι εντόπιες εφημερίδες πανηγυρίζουν.

Ένα χειρόγραφο για την Πορταριά.
Την τουριστική ζωή στην Πορταριά του Μεσοπολέμου μας περιγράφει γλαφυρά, σ’ ένα χειρόγραφο του που το προόριζε ως κεφάλαιο μεγάλου βιβλίου για το χωριό του, ο Γιώργος Τσιμπανούλης, γνωστός δικηγόρος που αγάπησε με πάθος τον τόπο του: Το μεταφέρουμε εδώ τηρώντας, πιστά τρόπο γραφής, ορθογραφία και στίξη[1].
«Οι ξύλινες καρέκλες, γύρω από τα ξύλινα στρογγυλά τραπεζάκια που ήταν μπηγμένα στη γη για να στηρίζονται, αλλά και για να μην τα παίρνει ο αέρας ο Μακρυτζιώτικος (βορηάς) που έπιανε συχνά τότε, δεν άφηνε στην πλατεία τίποτε όρθιο, ό,τι ήταν στερεωμένο στη γη - και βρίσκονταν με μιάς από κάτω απ’ την ψηλή πεζούλα που στήριζε την πλατεία, αφού δεν υπήρχε κιγκλίδωμα……..
Επήγαιναν λοιπόν στον Ταξιάρχη για να πιούνε το καφεδάκι τους ή τη λεμονάδα τους η να φάνε το λουκουμάκι ή τη βανίλια τους – το υποβρύχιον – όπως φώναζαν τα γκαρσόνια, μεταφέροντας δια βοής την παραγγελία μας στον μπουφέ του καφενείου….
Την δεκαετία του 30, την τελευταία δεκαετία προ του πολέμου και τελευταία δεκαετία της παλαιάς παραθεριστικής ζωής της Πορταριάς, στην πλατεία Ταξιαρχών, όταν στο καφενείο που ενοικίαζε ο Μπρούσαλης, επαιάνιζε  κάθε βράδυ ορχήστρα πλήρης  (πιάνο, βιολί, σαξόφωνο, τζάζ) με μαέστρο τον Μαυραντώνη και κάθε Σαββατοκύριακο, στην πίστα που είχε κατασκευάσει ο «Ατρόμητος» – το τότε ποδοσφαιρικό σωματείο της Πορταριάς, για να δώσει τον πρώτο χορό που έγινε για εισπρακτικούς λόγους – γίνονταν χορός ευρωπαϊκός, όπως λέγανε (φοξ – τροτ, ταγκό, τσάρλεστον, βαλς κλπ). Έρχονταν και παραθεριστές από την Μακρινίτσα για να χορέψουν…» .
Ν’ ανοίξουμε εδώ παρένθεση: Αυτή την ορχήστρα του Μαυραντώνη την θυμάται ο Ιωσήφ Δασκαλάκης να παίζει ώς τα μεσάνυχτα ευρωπαϊκούς χορούς στο μεγάλο σαλόνι του «Θεοξένεια». Την ίδια ορχήστρα βρίσκουμε να ξενυχτάει τους Πορταρίτες στο Κέντρο «Ζησάκη», στο σπίτι των Ζησάκηδων, πολύ αργότερα – 1950 με 1954.
Ο πλήρης τίτλος του «Ατρομήτου» που διοργάνωνε τους χορούς στην δεκαετία 30 – 40 είναι «Κτηματικός, Επαγγελματικός, Κυνηγετικός, Αθλητικός Όμιλος  «Ατρόμητος».
Υπάρχει επίσης και Μουσικός Όμιλος – απαραίτητος σε μιά τουριστική Πορταριά 1625 κατοίκων, οι οποίοι ασχολούνται επίσης με το εμπόριο, την παραγωγή «λαδιού και οίνου, ελαίων, μήλων και γεωμήλων, και λαχανικών». Υπάρχει και η οικιακή κτηνοτροφία: Το κάθε σπίτι εκτρέφει δυο – τρείς κατσικούλες ή πρόβατα, απ’τα οποία παίρνουν το γάλα για τα παιδιά τους και τα παιδιά των «νοικιαστάδων», καθώς και το μαλλί που γνέθουν οι γυναίκες.

Νυφοπάζαρο
Συνεχίζει ο Γιώργος Τσιμπανούλης, ζωντανεύοντας την ιστορία των καλοκαιριών των ανέμελων εφηβικών του χρόνων:
«Κάθε βραδάκι, στο μέρος της πλατείας όπου δεν υπήρχαν τραπέζια, προς την πλευρά της εκκλησίας (αναφέρεται στο παλαιό εκκλησάκι που δεν υπάρχει πια) γίνονταν το νυφοπάζαρο. Η νεολαία της Πορταριάς και των παραθεριστών βολτάρανε στο χώρο της πλατείας, επάνω – κάτω. Χιλιάδες βόλτες....
Ο πρωινός περίπατος των παραθεριστών γίνονταν στο επάνω μέρος του χωριού, στον Κάραβο όπου υπήρχε ένα καφενείο, και ένα στον κάτω Κάραβο, ακριβώς πάνω απ’ τον καταρράχτη, που ήτανε κοινοτικό. Οι πρωινοί περιπατητές, μετά το καφεδάκι και το καρυδάκι ή το υποβρύχιο συνέχιζαν μέχρι την πηγή της «Μάννας». Στο μέσο της διαδρομής αυτής υπήρχε και ένα άλλο καφενεδάκι και στην πηγή της «Μάννας», στην κουφάλα ενός μεγάλου πλατάνου, στήνονταν άλλο πρόχειρο καφενεδάκι, για να προσφέρει τα τερψιλαρίγγια στους επισκέπτες.... Τι ρομαντισμός... Τι ωραία χρόνια..»

Η πιο όμορφη
Ίσως έχει δίκιο ο Γιώργος Τσιμπανούλης. Ίσως η Πορταριά να ζούσε την χρυσή δεκαετία των χρόνων πριν τον πόλεμο, που  άρδην άλλαξε τα πάντα. Ο συγγραφέας του χειρογράφου με τίτλο «Πορταριά» εντοπίζει εννέα  λόγους για την τουριστική αύξηση στα χρόνια εκείνα:
«1. Η Πορταριά βρίσκεται στο ομορφότερο βουνό της Ελλάδος, το Πήλιο.
2.      Βρίσκεται κοντά στην πιο όμορφη πόλη της Ελλάδος, το Βόλο.
3.      Είναι το πρώτο χωριό στην Ελλάδα που απέκτησε αυτοκινητόδρομο, με τον οποίο από το 1908 συγκοινωνεί με τον Βόλο[2].
4.      Είναι το πρώτο χωριό της Ελλάδος που απέκτησε ξενοδοχείο, τα «Θεοξένεια». Όταν ήλθαν στο Βόλο ο διάδοχος Κωνσταντίνος το 1908 και το 1931 ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στο «Θεοξένεια» της Πορταριάς φιλοξενήθηκαν.
5.      Είχε από το 1910 δίκτυο ύδρευσης σε όλο το χωριό και κάθε σπίτι υδρεύονταν από την πηγή «Μάννα».
6.      Είχε μεγάλα και ομορφοκτισμένα λίθινα σπίτια.
7.      Όμορφα καλντερίμια διέσχιζαν το χωριό μέχρι του τελευταίου άκρου.
8.      Στην Πορταριά μπορούσε να βρεί ο παραθεριστής όλα τα απαραίτητα για την διαμονή του. Υπήρχαν άφθονα παντοπωλεία, κρεοπωλεία, φούρνοι, τσαγγάρικα, γανωτάδικα, άφθονα λαχανικά, φρούτα, γαλακτοειδή, ραφτάδικα, κουρεία, καφενεία.
Υπήρχαν ακόμη και γιατροί: Μπάιλας, Νικολαϊδης, Ζησάκης, Στρατηγόπουλος, Πορλίγκης, Πατινάρης. Οδοντίατρος (Χατζηγιάννης), φαρμακεία κλπ....»

Μπήξι, διάδουχι
Για την επίσκεψη του διαδόχου Κωνσταντίνου το 1908 στην Πορταριά είναι γνωστό το επεισόδιο του χωρικού που, πιασμένος στα κάγκελα της αυλής του «Θεοξένεια», την ώρα του γεύματος κραύγασε: «Μπήξι, διάδουχι, μακαρουνάδα».
Εκτός των όσων αναφέρει ο Γιώργος Τσιμπανούλης, υπάρχουν κι άλλα που ξεχωρίζουν την Πορταριά της εποχής:
Μετά το 1930 λειτουργεί κινηματογράφος θερινός (σπάνιο είδος και στις πόλεις  εκείνα τα χρόνια). Ιδιοκτησία του Αριστείδη Φραγκουδάκη. Οι ταινίες παίζονταν στα καφενεία του Πεταλά και των Ταξιαρχών. Ταινίες βουβές, τα επίκαιρα – ζουρνάλ. Χωρίς σπηκάζ. Η πτώση του ZEPPELIN, νέα από τον Πόλεμο…… Αλλά και ταινίες του Σαρλό, του Μπάστερ Κήτον, του Χοντρού και του Λιγνού. Όλες μ’ εκείνη τη βράχνη μουσική και τις κάρτες όπου αναγράφονταν τα ελάχιστα λόγια.

Ο Καραγκιόζης φούρναρης
Εκτός από κινηματογράφο, στην αυλή του Πεταλά έπαιζαν και Καραγκιόζη. Διάφοροι καραγκιοζοπαίχτες από ολόκληρη την Ελλάδα παρουσίαζαν κλασσικά έργα: «Ο Καραγκιόζης Φούρναρης», «Ο Καραγκιόζης Γραμματικός», «Ο Καραγκιόζης και η Βεζυροπούλα», «Το Στοιχειωμένο δέντρο», «Ο Μεγαλέξανδρος και το καταραμένο φίδι»……. Στις παραστάσεις μαζεύονταν μικροί και μεγάλοι. Η διαφήμιση του έργου, το οποίο άρχιζε μόλις έπεφτε το σκοτάδι, γίνονταν δια ψιθύρου. Από στόμα σε αυτί κι από δρόμο σε αυλή. Ένα πλήθος κόσμου ανέβαινε ή κατηφόριζε τα καλντερίμια προς το κέντρο του χωριού.
Αργότερα, εκτός από το καφενείο του Πεταλά, δίνονταν παραστάσεις και σ’ ένα μικρό καφενεδάκι, αμέσως μετά την Αδάμενα. Όταν δεν γέμιζε από τον κόσμο η δροσερή του αυλή, το καφενείο αυτό το προτιμούσαν οι μικρασιάτες ρεμπέτες που είχαν σκορπίσει στην περιοχή. Τραγουδούσαν ώς το πρωί τους θλιμμένους τους αμανέδες και τα ρεμπέτικα, σκορπίζοντας μια μελαγχολία πρωτόγνωρη στους «τρυφηλούς», όπως τους ονόμαζαν παλαιότερα οι γεωγράφοι, πορταρίτες.


Το πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων
Το μεγάλο γλέντι όμως γίνονταν στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού, την 1η Ιουλίου, στη γιορτή των Αγίων Αναργύρων. Ας δώσουμε τον λόγο στον χρονικογράφο Γιώργο Τσιμπανούλη :
«Το πρωί όλοι οι κάτοικοι της Πορταριάς πήγαιναν στην Εκκλησία. Και το απόγευμα, από πολύ νωρίς, τα νταούλια και οι ζουρνάδες άρχιζαν να χτυπάνε στην πλατεία των Ταξιαρχών, βούιζε όλο το χωριό, ακούγονταν ώς τη Μακρινίτσα, γενικό προσκλητήριο για όλο τον κόσμο. Και άρχιζαν να κατεβαίνουν από όλο το χωριό στον Ταξιάρχη, με τα καλά τους ρούχα και να κάθονται στα τραπεζάκια. Τώρα δεν είχε λουκουμάκια και υποβρύχια. Μεζέδες και κρασί. Και όταν έρχονταν το κέφι, άρχιζε ο χορός, συρτός, όλοι πιασμένοι από το χέρι σ’ ένα πελώριο κύκλο που έζωνε όλη την πλατεία, σαν μιά τεράστια αλυσίδα. Ώρες ολόκληρες να παίζουν τα νταούλια και οι ζουρνάδες, οι χορευτές παρέες – παρέες να εναλάσσονται στην αλυσίδα των χορών ήσυχα, πολιτισμένα, χωρίς καβγάδες....
Το τελευταίο πανηγύρι έγινε το 1940. Ήλθε ο Αλβανικός πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος. Ήλθε μια καινούργια εποχή. Η μεταπολεμική. Όλα άλλαξαν. Τα ήθη και τα έθιμα.... Το πανηγύρι μας της 1ης Ιουλίου το αντικατέστησε ο Πηλιορείτικος Γάμος. Τώρα δεν υπάρχουν νταούλια και ζουρνάδες για να χορεύουμε, αλλά σύγχρονα ηλεκτρονικά (ενν. ηλεκτρικά) όργανα. Τώρα ξαναφορέσαμε τις παλιές φορεσιές που φορούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας τα παλιά χρόνια. Κι όσοι επιζούν ακόμη από αυτά τα χρόνια – ελάχιστοι – μιλούν για τα «παλιά καλά χρόνια» - Νοσταλγούν τα νιάτα τους ή ήτανε καλύτερα τα παλιά χρόνια; Ποιός μπορεί να το πει με βεβαιότητα; Θα ανατρέξουμε πάλι στους Αρχαίους Χρόνους; Στον Ηράκλειτο που είπε το περίφημο «τα πάντα ρεί»; Όλα άλλαξαν. Και ποιός μπορεί να φέρει αντίρρηση σ’ αυτό;»

Μπέηδες και τσιφλικάδες
Στη συνέχεια ο Γιώργος Τσιμπανούλης παρουσιάζει το προφίλ των επισκεπτών της Πορταριάς:
«.... από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ακόμη έρχονταν στο χωριό μπέηδες και τσιφλικάδες από τον Θεσσαλικό κάμπο, για να γλιτώσουν από τα κουνούπια και την ελονοσία, που θέριζε στον κάμπο και τη ζέστη, για να δροσιστούνε κάτω απ’ τα πλατάνια και να πιούνε κρύο νερό από τη «Μάννα» (βλ. Ήλια Λεφούση «Μπέηδες και Τσιφλικάδες»).
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας (1881) και την ανάπτυξη του Βόλου, οι Πορταρίτες που κατέβηκαν στο Βόλο και πλούτισαν αλλά και εκείνοι που είχαν μεταναστεύσει στην Αίγυπτο και έκαμαν μεγάλες περιουσίες, έρχονταν το καλοκαίρι να παραθερίσουν στην Πορταριά, σκορπούσαν χρήματα, πλήρωναν τους μπακάληδες, τους χασάπηδες, τους φουρνάρηδες για όσα ψώνιζαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα αρκετοί φτωχοί Πορταρίτες που δούλευαν στα σπίτια και τις περιουσίες τους.
Μετά την κατασκευή του αμαξιτού δρόμου της Πορταριάς, του δικτύου της ύδρευσης και των «Θεοξενείων», του ηλεκτρικού ρεύματος, στην Πορταριά άρχισαν να έρχονται για παραθερισμό πλούσιοι απ’ όλη την Ελλάδα....» .

Μέγα Θεοξένεια
Πού μένουν, πού αφήνουν τα λεφτά τους αυτοί οι άνθρωποι;
«Στην Πορταριά έρχονταν παραθεριστές με τις οικογένειες τους, ενοικιάζαν ένα σπίτι και κάθονταν όλο το καλοκαίρι, απ’ τον Ιούνιο που έκλειναν τα σχολεία, μέχρι τον Σεπτέμβριο που άνοιγαν. Το χωριό κατακλύζονταν από ξένο κόσμο..»
Οι πλουσιότεροι πάντως εξακολουθούν να μένουν στο «Μέγα Θεοξένεια». Ιδού μια διαφήμιση της εποχής.
ΜΕΓΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΘΕΟΞΕΝΕΙΑ 
Ιδεώδης θερινή περίοδος από 1η Ιουνίου μέχρι των αρχών Οκτωβρίου.
Παρέχει πάσαν άνεσιν και πολυτέλειαν.
Ιδιόκτητος κήπος – χορευτικές συγκεντρώσεις – τένις – εκδομές.
Είναι γνωστός ο κήπος με τις καστανιές αλλά και τις εξωτικές χουρμαδιές – πώς ζούσαν σε θερμοκρασίες πορταρίτικου χειμώνα; Κήπος που άλλαξε κατά καιρούς. Ήταν πάντως εμφανής η προσπάθεια να αυτονομηθεί από το πηλιορείτικο τοπίο: Ήταν ένας βοτανικός κήπος για βραδιές γεμάτες πυγολαμπίδες και αιγυπτιακή ζέστη.
Σε μια συνέντευξη του ο Πρόεδρος της Κοινότητας Παν.  Στρατηγόπουλος αναφέρει, τα εξής ενδιαφέροντα:
«Φέτος τα «Θεοξένεια» φιλοξένησαν πολύ κόσμο ξένο, ενώ βολιώτες πολύ ολίγους. Πάντως προβλέπω πως η Πορταριά αρχίζει να χάνει τα αριστοκρατικά  της ήθη και να κατακτάται από τον λαό. Γίνεται σιγά – σιγά κέντρο γενικού  παραθερισμού.
Τούτο οφείλεται και στη φτηνή συγκοινωνία, που αν φτηνήνη περισσότερο, πρέπει την Πορταριά να τη θεωρούμε προάστειο του Βόλου, όπως ακριβώς είνε τώρα η Αγριά, όπου πάρα πολύς κόσμος πηγαίνει τα βράδυα για να δροσισθή και να επιστρέψη φρέσκος στη δουλειά του»[3].
Από τα άλλα ξενοδοχεία εκείνο που διαφημίζεται είναι το ΑΥΡΑ.
Table dhote 135 δρχ. ημερησίως μετά κλίνης.
Μαγειρινή ικανοποιούσα και τους πλέον ιδιότροπους.
Τα δυό ξενοδοχεία που αναφέρθηκαν είναι Α’ τάξεως. Στη Β’ Τάξη ανήκουν τα ξενοδοχεία Αχίλλειον, Ήβη, Πανελλήνιον, Πήλιον.

Ο Δήμος Ορμινίου και τα Σχολεία του[4]
Στα χρόνια του Μεσοπολέμου εναλάσσονται στην προεδρία της Κοινότητας Πορταριάς  οι Π. Στρατηγόπουλος, Ιωαν. Ριζοδήμος. Το 1933, που κυκλοφορεί ο Έμπορικός Οδηγός Μαγνησίας, πρόεδρος είναι ο Δ. Τσιμπανούλης και Σύμβουλοι οι Ν. Ριζοδήμος, Ι. Ρηγώνης, Αθ. Δασκαλόπουλος και Αθ. Μαρούσος. Τα γραφεία στεγάζονται σε παλαιό κτήριο  στην Πλατεία Αγίου Νικολάου, δίπλα στο Δημοτικό Σχολείο.
Στο τελευταίο ξαναβρίσκουμε, ως Διευθυντή πλέον, τον Θωμά Σουλικιά. Διδάσκουν οι Αγγελική Τζαβέλλα, Γ. Χριστιανός και Μαγδαληνή Κατσούρα. Το σχολείο έχει 220 μαθητές.
Στα πρώτα χρόνια της περιόδου που εξετάζουμε (1920 – 1930) υπάρχει στην Πορταριά Δημοτικό Θηλέων και Δημοτικό Αρρένων.
Η εξαιρετική μνήμη της κ. Τασίας Τσικλάνη περιέσωσε τα ονόματα των κοριτσιών της Τετάρτης του Δημοτικού Θηλέων  το 1926.
Ας ψάξουν οι φίλοι πορταρίτες να βρούν τα ονόματα των γιαγιάδων ή των προγιαγιάδων τους.
Μαρία Κουλέρα, Γαρουφαλλιά Σουφλάρη, Ειρήνη Σπανού, Βαρβάρα Ψάρη, Ειρήνη Παπαγεωργίου, Άννα Πετούση, Άννα Μπράνου, Σταυρούλα Ρούτσου, Κατίνα Θέου, Αλίκη Τσιμπανούλη, Ζωή Τσίρου, Ελένη Μαλαχιά, Σοφία Σαπουνά, Άννα Τριανταφύλλου, Τριανταφυλλιά Μαρδέλη, Τασία Τσικλάνη, Αργυρώ Κολλά, Κούλα Καρούτσου, Ειρήνη Γιακουμή, Ελένη Νοχού, Ροζαλία Φιλιππώνη, Παρασκευή Καραζαφείρη, Κατίνα Παπαθανασίου, Νίκη Καβούκη, Στέλλα Χατζηπαρίσση, Φιλίτσα Χαδούλη, Αλίκη Κοντοπαναγιώτου, Κατίνα Αγειρώτου, Θεοπίστη Φιλιππόνη, Ευριδίκη Παγωνάρη, Μαρία Μπαχαριά, Άννα Καράπα (μητέρα του π. Αντώνη Κούρια) Μαρία Παγωνάρη (αδελφή Ευρυδίκης) Συραγούλα Καραβέργου, Σοφία Πεσκίρη, Ναυσικά Πανάγου, Σταυρούλα Τσίρου, Μαρία Μπαχαριά, Ριγώνη, Μαρία Τσιτσέ, Πάτρα Οικονόμου, Χρυσούλα Βαγδούτη»
Η φωτογραφία της τάξης έχει δημοσιευθεί στο εξώφυλλο του βιβλίου με τα πρακτικά της Ημερίδας «Εκπαιδευτικές Όψεις Πηλίου».

Η κυρία Αντιγόνη
Στο Αθανασάκειο Νηπιαγωγείο δίδασκε απ’ τα μισά του Μεσοπολέμου η γνωστή σε γενιές και γενιές πορταριτών Αντιγόνη Κατσούρα.
Η ιδιόρρυθμη «κυρα Αντιγόνη», καβγατζού κι ενίοτε αθυρόστομη, συζητούσε πολιτικά και είχε άποψη για τα πάντα.
Οι Διευθυντές των Σχολείων συντάσσουν μηνιαίες εκθέσεις από τις οποίες παίρνουμε πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία του τόπου.
Επί παραδείγματι: Στην μηνιαία Έκθεση του Μονοταξίου Σχολείου Αγ. Γεωργίου (Μακρυνίτσης) αναφέρεται ότι «επί τη αφίξει του βασιλέως» - ο οποίος δεν διανυχτέρευσε στο Βόλο αλλά στο «Θεοξένεια» - πραγματοποιήθηκαν τελετές σ’ όλα τα σχολεία. Διήμερες ή τριήμερες παρακαλώ.

……λόγω συγκομιδής ελαιών
Επίσης φαίνεται η δυσκολία των δασκάλων να συγκεντρώσουν τα παιδιά στα σχολεία:
-         Φοίτησις μαθητών : Άτακτος λόγω συγκομιδής ελαιών.
Τα πιτσιρίκια μάλλον δεν βρίσκουν τη χαρά τους. Όσοι δούλεψαν στα χωράφια, με τα χέρια παγωμένα, νυσταγμένοι και σκυφτοί, το κατανοούν αυτό.
-         Εκκλησιασμός των μαθητών: Τακτικός.
Και πάλι – Τα σχολεία έκλεισαν επί διήμερον «επί τη αφίξει του άνακτος».
Σε μια άλλη έκθεση, η Διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου Πορταριάς Άννα Βογιατζάκη αναφέρει:
-         Στις 31 Μαρτίου ο δημοδιδάσκαλος Αλεξ. Πολίτης έφυγε για την στρατιωτική του θητεία.
Μπορεί δηλαδή με μύρια παρακάλια η απειλές να συγκεντρώνονται τα παιδιά, να γεμίζει η αίθουσα και ξαφνικά να αδειάζει η έδρα, επειδή η πατρίδα κάλεσε τον δάσκαλο.
Επίσης : - Την 25η Μαρτίου άπαντες οι μαθηταί υπό την επίβλεψιν των διδασκάλων εκλησιάσθηκαν εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν και έψαλλον το «σήμερον της σωτηρίας» και την «δοξολογίαν».
Πρέπει να φαντασθούμε τα μικρά πρωτάκια να πηγαίνουν στην Εκκλησία την μια μέρα που δεν είχαν Σχολείο. Κι όχι μόνον αυτό. «Όρθρου βαθέως» να στριμώχνονται στο Ψαλτήρι. Πρέπει να ξεκινούσαν νύχτα, αφού προλάβαιναν τους Κανόνες των Αγίων και τη Δοξολογία, με την οποία κλείνει ο Όρθρος κι αρχίζει η Θ. Λειτουργία.
Εφ’ όσον τα ψάλλουν σημαίνει ότι τα γνωρίζουν καλά, άρα, ο εκκλησιασμός μ’ αυτό τον τρόπο γίνονταν αννελιπώς.
-         Το εσπέρας έγινε λαμπαδηφορία των μαθητών υπό την επίβλεψιν των διδασκάλων. [5]


Έργα στην Πορταριά
Μεταξύ 1920-1925 γίνονταν σημαντικά έργα στην Πορταριά (Δήμος Ορμινίου – Κοινότητα Πορταριάς).
Το 1920 αρχίζει η χάραξη του δρόμου Πορταριάς – Ζαγοράς. Σύντομα χαράσσεται ο δρόμος. Οι κάτοικοι όμως της Πορταριάς και του Κατηχωρίου διαμαρτύρονται «στον Υπουργό Συγκοινωνίας» επειδή ο Μηχανικός του έργου Παπαβασιλείου δεν δίνει σημασία στην καταστροφή των κτημάτων τους: «Παρακαλούμεν  όπως το υφ’ υμών Υπουργείον, επειδή τυγχάνομεν πτωχοί οικογενειάρχαι, διατάξη την αποζημίωσιν των Κτημάτων μας».
Επίσης το 1925 τοποθετείται νέα πετρελαιομηχανή στο Ηλεκτρικό Εργοστάσιο, το οποίο καθίσταται πλέον «παντός καιρού». Με τον χειμώνα παύει η λειτουργία της πετρελαιομηχανής η οποία υποκαθιστά την υδατόπτωση, σε καιρούς ξηρασίας.
Το ειδοποιητήριο τηλεγράφημα του Έλμουτ Σέφελ για  την παραλαβή των εξαρτημάτων της μηχανής είναι το πρώτο έγγραφο της εποχής (3.11.1925) γραμμένο στη γραφομηχανή.
Η αξία του εμπορεύματος ανέρχεται στις 9,16 αγγλικές λίρες, ήταν δε παραγγελία στο εργοστάσιο ΜΑΡΣΒΕΡΚΕ.
Η Πορταριά είναι πλέον μια μικρή πόλη. Εκτός από τον θερινό κινηματογράφο που αναφέραμε (κινητός, για όλα τα προσβάσιμα χωριά) υπάρχουν:  Τρείς μαίες, στιλβωτές, κομμωτές και κομμώτριες, υποδηματοποιοί, μοδίστρες, φαρμακοποιοί.
Μαμές έχουν περάσει πολλές από την περιοχή: Η Άννα Τράντου, η Βικτώρια Κοντοβά, η Φιλίτσα Πάρνου είναι οι πιο γνωστές. Οι μαμές κρατούν στοιχεία για τις γέννες τους και περηφανεύονται σαν  να’ ναι τα παιδιά δικά τους.
Υπάρχει ένας κατάλογος της μαμής Χαρ. Καραγιάννη[6]. Έχει συνταχθεί το 1947 και αναφέρει γέννες 30 παιδιών μέσα στο 1896. Η μαμή, αν και αγράμματη, κρατούσε ημερολόγιο ή είχε δυνατή μνήμη. Αναφέρει ημερομηνία γέννησης και ονοματεπώνυμο του πατέρα. Στον κατάλογο υπάρχουν και τέκνα πλουσίων, όπως του Νικ. Ζούλια, που θα μπορούσαν, κάλλιστα, να καλέσουν γιατρό. Φαίνεται ότι εμπιστεύονταν περισσότερο την πείρα της μαμής και λιγότερο την ιατρική επιστήμη.
Άλλα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα ήσαν της κομμώτριας και της μοδίστρας.
Στην Πορταριά λειτουργούσε, σ’ ένα μικρό οίκημα, στην είσοδο του περιβόλου, το κομμωτήριο των «Θεοξενείων». Στο ίδιο κτίσμα λειτουργούσε και κουρείο για του άνδρες πελάτες του ξενοδοχείου. Στο σημείο που λειτουργούσε το κομμωτήριο υπάρχει σήμερα ένα υπόστεγο, δεξιά τώ εισερχομένω, πνιγμένο στα  αναρριχητικά.
Κομμώτριες ήσαν επίσης η Μαίρη Σέμμου, η Γεωργία Κούταλη, η Ελένη Παπαθανασίου. Χτένιζαν συνήθως  σε σπίτια: Αφέλειες, κότσο, τσάρλεστον.
Οι κουρείς είναι αρκετοί: Γ. Καραζαφείρης, Γρ. Καραζαφείρης, Κων. Κουρελάς, Γ. Μιλάνος, Απ. Τσιτσές, Αντ. Τσούκας. Ήσαν τόσοι οι παραθεριστές και αρκετή η φιλοκαλία τους, όχι μόνο για το κούρεμα και το ξύρισμα αλλά και για την περιποίηση του μουστακιού.
Μοδίστρες υπάρχουν πάρα πολλές. Οι πιο γνωστές είναι η Σ. Βαγδούτη, Φερ. Κοντοπαναγιώτου, Σταυρ. Ρούσου, Γ. Τσιτσέ.
Οι μοδίστρες δούλευαν παραγγελίες στα σπίτια. Οι γυναίκες του Μεσοπολέμου διάβαζαν φιγουρίνια που κυκλοφορούσαν στην πόλη και ξεσήκωναν από αυτά τα φορέματα της εποχής. Το «Μπουκέτο» και η «Φιλόκαλος Πηνελόπη» ήσαν περιοδικά στα οποία, εκτός από «ωφελίμους συμβουλάς» παρουσιάζονταν  και ιδέες για ντύσιμο «με φορέματα εξόδου».
Τα χρόνια βέβαια ήσαν τέτοια που συνήθως οι πιό καλοντυμένες ήσαν οι ίδιες οι μοδίστρες – αυτό σημαίνει ότι έβγαζαν αρκετά χρήματα. Τις συμβουλές τους ζητούσαν ακόμη και οι κυρίες των παραθεριστών στα μεγάλα ξενοδοχεία. Κάποτε μοδίστρα της Πορταριάς εντυσε πελάτισσα του «Θεοξένεια» με μια τουαλέτα σκεπασμένη με γαρδένιες. Το φόρεμα κέρδισε το πρώτο βραβείο σε σχετικό διαγωνισμό. Οι μοδίστρες έμεναν μέρες, καμμιά φορά και βδομάδες στα σπίτια των πλουσίων αιγυπτιωτών, έτρωγαν και πολλές φορές κοιμόντουσαν εκεί, ντύνοντας ολόκληρο τον θηλυκό πληθυσμό της οικογένειας.

Στιλβωτήρια
Από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες ζούσε και μια άλλη κατηγορία επαγγελματιών, οι στιλβωτές.
Στιλβωτήρια, μετά το 1930, λειτουργούν δύο: Του Θ. Γαλάνη και του Γαρύφαλλου Δουκίδη.
Το κατάστημα είναι απλό. Διαθέτει ένα ψηλό καναπέ όπου κάθονται οι πελάτες και πέντε – έξη «κασελάκια», σταθερά όμως, όχι κινητά, όπου δουλεύουν οι λούστροι.
Δουλειά των στιλβωτών είναι να κάνουν «καθρέφτη» τα ανδρικά παπούτσια. Βέβαια για να διατηρηθούν σ’ αυτή την κατάσταση, στην Πορταριά της σκόνης και των μονοπατιών, είναι δύσκολο. Μετά τον καθημερινό περίπατο και τον βραδινό χορό γίνονταν άσπρα ή καφετιά.
Την επομένη πρωί – πρωί οι αξιότιμοι κύριοι παραθεριστές ξανακάθονταν στον πάγκο.

Δουκίδης εναντίον Χαρακόπουλου
Ο Γαρύφαλλος Δουκίδης είναι και υποδηματοποιός – κυρίως υποδηματοδιορθωτής, ήγουν τσαγγάρης. Εδώ όμως έχει μεγάλο ανταγωνισμό: Δ. Ζαβαλιάγκος, Ν. Κατσινάρης, Π. Καλοβρέχτης, Γρ. Χαρακόπουλος, Αν. Ξουράφας, Αφοί Πεσκίρη, Ι. Τσίρος.
Είναι ένα ισνάφι ιδιόρρυθμων ανθρώπων. Ακόμη και σήμερα κυκλοφορούν στην Πορταριά ανέκδοτα σχετικά με τις παραξενιές ορισμένων από αυτούς.
Ο μπαρμπα Γρηγόρης Χαρακόπουλος, υπερευαίσθητος και συναισθηματικός απαιτούσε από τους πελάτες του «απόλυτη πίστη». Με το που τους έβλεπε στην πόρτα τους έθετε το δίλημμα : «Ή εμένα ή τον Γαρόφλο (Γαρύφαλλο Δουκίδη)».
 Ο Δουκίδης, μέγας χωρατατζής, τους έπειθε να κάνουν ουρά έξω από το μαγαζί του, έτσι για να γελάσουν οι πορταρίτες.
Στο τέλος οι δύο τους τα ‘ βρισκαν κι έπιναν μαζύ το ουζάκι τους – στην παρέα, εκτός από τους μαγαζάτορες που αναφέραμε, χωρούσε κι ο παπα Χαλκιαδόπουλος, ο οποίος, με μεγάλη του λύπη, κατέλυε – σαρακοστιάτικα – το τσίπουρο. Έτσι, για την χαρά της παρέας.
Άπειρα είναι τ’ ανέκδοτα που ακούγονταν στις παρέες εκείνες. Αληθινές ιστορίες πορταριτών που «γίνονταν θέατρο στους ανθρώπους» γιατί τους αγαπούσαν κι ήθελαν να τους διασκεδάσουν.

Σανό για τα μπλάρια
Ν’ αναφέρουμε μια περίπτωση, έτσι για να νοστιμίσει η αφήγηση.
Ο κυρατζής (αγωγιάτης) Κολοβρέχτης έπινε πολύ. Σκνίπα γίνονταν και τον πήγαινε στο σπίτι το ήμερο μουλάρι του. Κάθονταν ξαπλωμένος μπρούμιτα πάνω του, το κεφάλι του κουδούνα, χτυπούσε στο λαιμό, όμως τον πήγαινε. Στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του, η Γαρουφαλιά. Τον κατέβαζε και τον κουβαλούσε, η έρμη, στην πλάτη ώς το σπίτι.
Κάποιο βράδυ που δεν είχε το ζώο του, ο Κολοβρέχτης δεν τα κατάφερε. Έπεσε στο αυλάκι καθιστός, το νερό παγωμένο τον τύλιξε. Αν τον έβλεπε κάποιος θα θυμόνταν τις συζητήσεις που γίνονταν στα καφενεία για την προέλευση του επωνύμου του. «Ναί, βρέχαμε τον πισινό μας όταν πέφταμε στουπί, γι’ αυτό μας είπαν Κολοβρέχτηδες» είχε εξηγήσει ο ίδιος «και πέφταμε όλοι, από πάππου προς πάππον, επειδή το «τσούζαμε», συμπλήρωνε.
Δεν τον βρήκαν όμως οι συμπότες του. Τον βρήκαν κάποιοι αξιωματικοί αεροπόροι, τον γνώρισαν, τον σήκωσαν στα χέρια και τον μετέφεραν στο σπίτι του. Όταν έφθασαν στον περίβολο, ο Κολοβρέχτης σήκωσε το κεφάλι και το δεξί χέρι και φώναξε  «Γαρυφαλλιά... έ Γαρυφαλλιά.....». Η γυναίκα έτρεξε με την ψυχή στο στόμα. «Μαρή Γαρυφαλλιά....φέρε μαρή λίγο σανό, να ταΐσουμε τα μπλάρια που με κουβάλησαν....»
Το πρώτο που λύθηκε ήταν τα χέρια των..... μπλαριών. Κι ο μπαρμπα Κολοβρέχτης  βρέθηκε στο χώμα.

Καφενείο και καφετζήδες
Οι συζητήσεις αυτές γίνονταν στα καφενεία του χωριού. Εκείνα που προτιμούσαν ήταν αυτά της Κεντρικής Πλατείας, όπου ήταν συγκεντρωμένη η αγορά, και της Πλατείας Αγίου Νικολάου. Οι ιδιοκτήτες τους: 
Γιάννης Κοντορίζος, Γ. Κουρελάς, Αν. Λιάμος, Κ. Μαλαχιάς, Κ. Παπαγγελής, Κ. Πεταλάς.
Υπάρχει και το Κοινοτικό του Άη Ταξιάρχη. Για τη θέα που προσφέρει το τελευταίο έχουμε μια λυρική περιγραφή του ποιητή ή Ζαχαρία Παπαντωνίου. Πρόκειται για μια επιφυλλίδα του 1937, δημοσιευμένη στο «Ελεύθερο Βήμα»[7].
«.......αγνάντεψα την πεδιάδα του Βόλου, τον Παγασητικό, σε ώρα δειλινού που κοίμιζε όλα τα φύλλα, ώρα που αργότερα ωρίμαζε και γίνονταν σούρουπο και βράδυ, σβήνοντας με την θεία σοφία τους λόγους και τελευταία τη θάλασσα. Είναι ώρες φιλάρεσκες που αργούν να φύγουν, σαν τις ωραίες γυναίκες». Και πιό κάτω: «Αργότερα, φωτισμό με φωτισμό, παρακολουθήσαμε από ψηλά τη μεγάλη σκέψη της Δημιουργίας εκείνο το δειλινό, ώσπου έγινε σούρουπο, αφανίζοντας το σκοτάδι, με τους πολύτροπους γέρους του, το μαγικό θαλασσοπόταμο του Παγασητικού.
Τότε ο ηλεκτρισμός, γιατί κι αυτός ήρθε να παίξη τον ρόλο του σ’ αυτή τη συμφωνία μας έδωσε έξαφνα το μυριόφωτο του Βόλου, απερίγραπτη σκόνη μπριλλαντιών στο ακρογιάλι, σπιθοβόλημα ζωής κι ευτυχίας, πολιτεία της νύχτας, κοιταγμένη από το ψήλος γερακοφωλιάς. Δεν θα ξεχάσω αυτή τη θέα. Εκεί πάνω, τρείς μέρες πρωτήτερα, ένας ξένος διανοούμενος εδιάβασε στους εκδρομείς το πρώτο στοιχείο της Ιλιάδος. Μα ήταν τάχα καλήτερα απ’ τη σιωπή......» .
Μιά σιωπή γεμάτη ήχους γρύλων και φωνές αηδονιών.

Εμπνέει τους λογοτέχνες
Ήταν όμορφη η Πορταριά για τους επισκέπτες της, ιδιαίτερα τους ποιητές. Εκτός από τον Παπαντωνίου και τον λυρικό Σικελιανό που αναφέραμε, την επισκέφθηκε και την αγάπησε ο τρυφερός ποιητής της «Ανθισμένης Αμυγδαλιάς», ο Γ. Δροσίνης.
Επίσης, από την Πορταριά εμπνεύστηκε τα κεφάλαιά του σανατορίου στην «Αστροφεγγιά» ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο οποίος δίδασκε στο Σχολαρχείο.
Αυτοί οι υψηλοί ξένοι πλησίαζαν του ανθρώπους του χωριού, γίνονταν ένα μαζύ τους. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Ο Γαρύφαλλος Δουκίδης ο ταπεινός τσαγγάρης (έφυγε από τον μάταιο αυτό κόσμο το 1966) μας έλεγε ότι το 1931 είχε υποδεχθεί  στον κήπο του «Θεοξένεια» τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν ο τελευταίος διανυχτέρευσε εκεί, μετά την επίσκεψή του στο Βόλο. Του είχε προσφέρει λουλούδια, φωνάζοντας «ως εύ παρέστητε, Ελευθέριε σοφέ».

Υμέτερος : Ελ. Βενιζέλος
Υπάρχει ένα απομεινάρι από  αυτή την επίσκεψη. Μια επιστολή με τον εξής λογότυπο:
HOTEL THEOXENIA
PORTARIA
MON. PELION
(ALT. 700m)

Έχει ημερομηνία 17 Μαΐου 1931, υπογράφεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και απευθύνεται στον Πρόεδρο του Επιμελητηρίου.
Ο Βενιζέλος γράφει:
«Φίλε κ. Πρόεδρε
Παρακαλώ να δεχθείτε τα πλέον εγκάρδια συλλυπητήριά μου δια την σκληράν ασθένειαν η οποία σας έπληξε. Το μέγεθος τοιαύτης συμφοράς εδοκίμασα κι εγώ κ. Πρόεδρε, προ 37 πλέον ετών όταν έχασα την πρώτην σύζυγον μου. Σας ευχαριστώ συγχρόνως δια τας ευχάς οπου μου απευθύνετε εκ μέρους του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου με τα μέλη του οποίου θα έχω την ευχαρίστησιν να παρακαθήσω εις γεύμα αύριο βράδυ. 
                  Φιλικότατα Υμέτερος»
Εκτός από τον Βενιζέλο έρχονταν κι άλλοι πολιτικοί της εποχής πολύ συχνά στο Θεοξένεια, κυρίως ως προσκεκλημένοι του Σπυρίδη, ο οποίος είχε δίπλα στο ξενοδοχείο το σπίτι του.

Η Αγορά του Μεσοπολέμου
Η αγορά των χρόνων εκείνων έσφυξε από ζωή. Ας μετρήσουμε[8]:
-         Κρεοπωλεία: Δημ. Τσιμπανούλης, Γ. Βικιώτης, Ι. Βικιώτης, Γ. Βλαχούτσος, Απ. Κόκκαλης, Θ. Παπαδημητρίου, Αθ. Τσιμπανούλης.
-         Λαχανοπωλεία: Θ. Γιαννούκος, Θ. Ζαννόπουλος, Ν. Κολυμπάσης, Κ. Μαλιαχάς, Ν. Μαρδέλης, Η. Μαυραϊνός, Νικ. Ντίνας, Ι. Ρηγώνης.
-         Ξυλουργοί: Ε. Γουργιώτης, Α. Καλτσογιάννης, Ι. Κατσαρός, Ν. Κατσαρός, Κ. Μελαχροινός, Δ. Παπαγεωργίου, Κ. Παραγιούτσικος, Γ. Σουφλάρης, Γ. Στυλιανού, Ν. Χατζηδημητρίου.
-         Παντοπωλεία: Δ. Βαλατσός, Γ. Βικιώτης, Αντ. Βλάχος, Α. Δασκαλόπουλος, Δ. Δημητρίου, Γ. Κάρκαλος, Γ. Κόκκαλης, Ν. Κοπελάκης, Θ. Μαρδέλης, Γ. Μαρδέλης, Ν. Τσακτίρης, Σαβ. Χαδούλης, Α. Χατζηαποστόλου.
-         Υφάσματα- ψιλικά: Αθ. Τακτικός, Κ. Χατζηαναγνώστου.
-         Υδρόμυλος: Ζ. Μαλλιαρός.
Υπάρχουν ακόμη στην περιοχή και τρία ελαιοτριβεία. Τα δύο βρίσκονται στο Κατηχώρι. Τα ελαιοτριβεία ανήκουν στους Σίμο και Χατζηγιάννη. Το τρίτο, του Βασσάνη, βρίσκονταν στη «Μεγάλη Ράχη» παλαιότερα, είχε όμως κλείσει με τον θάνατο των ιδιοκτητών του.
Τα ελαιοτριβεία αυτά κάλυπταν τις ανάγκες των παραγωγών, Κατηχωρίου, Πορταριάς και μέρους της Μακρινίτσας.
Στον Κεντρικό δρόμο της Πορταριάς κυκλοφορούσαν οι ταξιτζήδες που αναφέραμε ήδη. Είχε προστεθεί βέβαια και η ολοκαίνουργια ΠΑΚΑΡ του Αλεξανδρίδη. Τα αυτοκίνητα ανεβοκατέβαιναν τη διαδρομή Βόλου – Πορταριάς, όχι μόνον από τον παλιό δρόμο της Επισκοπής αλλά και μέσω  Άνω Βόλου. Ήδη είχε κατασκευασθεί καινούργιος δρόμος.
Οι παλιοί «κλίβανοι» πολλαπλασιάζονται. Τώρα είναι φούρνοι που βγάζουν δικό τους ψωμί και ψήνουν φαγητά.
Τον μικρό φούρνο της αυλής και τη γάστρα οι πορταρίτες θα τα ξαναθυμηθούν στην Κατοχή.
-         Τα αρτοποιεία λειτουργούν οι: Δαμασιώτης, Δασκαλόπουλος, Κόκκαλης, Κοντοπαναγιώτης, Κοντορίζος, Κρατήρας.
Συνεχίζει και ο Ασκητής να πουλάει τα βραδινά του  γιαουρτάκια στον πήλινο κεσέ.
Λειτουργούν επίσης δύο βαρελοποιεία, οι γανωτήδες γυρίζουν στις γειτονιές με τη χαρακτηριστική κραυγή «ο γά - νωτης» και στην Κεντρική πλατεία πουλούν χύμα τσιγάρα και καπνό στα μαγαζιά τους οι Αθ. Γιαννακός, Απ. Καπετανιάς, Αικ. Κατσαρού.

Ο αμέριμνος και το λιοντάρι
Εκείνα τα χρόνια τριγύριζε στην Πορταριά ένας παράξενος κουρελής, ντυμένος αποκριάτικα, με περικεφαλαίες και αρχαία φτερά, φουστανέλα και λερά ρούχα. Μιλούσε αλλόκοτα, τις περισσότερες φορές μόνος του. Πλησίαζε κυρίως τους ταβερνιάρηδες και τους φουρνάρηδες. Το στομάχι, βλέπετε, είχε τις απαιτήσεις του, όμως ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (αυτό είναι το όνομα του ανθρώπου που μόλις περιγράψαμε) δεν είχε ποτέ του χρήματα.
Έτσι πρότεινε να του ξεπληρωθούν κάποιες ζωγραφιές, που έκανε στους τοίχους, με φασολάδα και φραντζόλες ψωμιού.
Στην Πορταριά, εκτός από τις μνήμες των γερόντων, δεν φαίνεται να υπάρχουν ίχνη του λαϊκού μας ζωγράφου.
Οι παλαιοί φούρνοι έχουν γκρεμισθεί - σ’ έναν που υφίσταται, κλειστός εδώ και χρόνια, υπάρχει, λένε, κάποια του ζωγραφιά[9]. Κυκλοφορούν όμως αρκετά ανέκδοτα από τη ζωή του, όπως το παρακάτω:
-         Ο Θεόφιλος πρότεινε κι έκλεισε συμφωνία να ζωγραφίσει στον εξωτερικό τοίχο μιας ταβέρνας ένα λιοντάρι, έναντι  εβδομαδιαίας τροφοδοσίας. Ρώτησε όμως τον ταβερνιάρη αν το ‘θελε λυτό ή δεμένο το λιοντάρι του. «Ποιο είναι πιο φτηνό;» ρώτησε ο πονηρός ταβερνιάρης. «Το λυτό», απάντησε ο Θεόφιλος. Συμφώνησαν λοιπόν να γίνει χωρίς αλυσίδες και χαλκάδες. Ύστερα από καιρό, μετά τα πρωτοβρόχια, ο μαγαζάτορας ανακάλυψε ότι οι μπογιές είχαν ξεβάψει, τα σχήματα είχαν χαθεί, λιοντάρι δεν υπήρχε. Θύμωσε ο ταβερνιάρης, τρέχει και βρίσκει το Θεόφιλο, κοιμόνταν σε τραπεζάκι άλλου μαγαζιού. «Το και το, του λέει, τι έφτιαξες;» Ο Θεόφιλος απόρησε. «Εγώ; Εσύ το ‘θελες λυτό. Αν το έδενες δεν θα έφευγε.»
Πράγματι, ο μέγας τεχνίτης ήξερε να φτιάχνει μπογιές ανεξίτηλες, σαν αυτές που κρατούν δεκαετίες, υπό αντίξοες συνθήκες υγρασίας και φωτός, όπως στο Φούρνο του Βελέντζα, στην Άλλη Μεριά. 

Αντιδικίες
Η Πορταριά όπως αναφέρουν οι παλαιοί χωρογεωγράφοι δεν είχε πολύ καλλιεργήσιμο τόπο. Γι’ αυτό και βρίσκονταν, όπως αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, σε ασταμάτητες  δικαστικές αντιπαραθέσεις με τη Ζαγορά, την Δράκεια και το Κατηχώρι.
Όπως αναφέρει ο Σκουβαράς[10] οι οξύτατες αντιδικίες για τα σύνορα έφθασαν ώς και την Κωνσταντινούπολη – μερικές φορές έγιναν και φόνοι.
Στα 1908, όπως είδαμε, όταν στη Μακρινίτσα ήταν Δήμαρχος ο Ιωαν. Αξελός και στην Πορταριά ο εξάδελφος του Ν. Ριζοδήμος, «η αντιδικία πήρε την μορφή εμφυλίου πολέμου».
«Αυτή η διαρκής έριδα ανάμεσα στις Κοινότητες και στα πολιτιστικά κόμματα του κάθε χωριού ξεκινούσε από οικονομικά συμφέροντα κοτζαμπάσηδων και χρονολογείται από τον 18ο αιώνα.», συμπεραίνει ο Σκουβαράς.

Εν τη βρύση Βοεβόνδα
Αλλά και στην εποχή που εξετάζουμε υπάρχουν ανάλογες κόντρες:
«Εν τη βρύση τη κειμένη επί της γραμμής της καθοριζούσης τα όρια Δράκιας – Πορταριάς, ονόματι Βρύση Βοεβόνδα, σήμερον την ενδεκάτην (11) του μηνός Μαΐου του χιλιοστού εννεακοσιοστού  εικοστού ενάτου (1929) έτους, ημέραν Σάββατον και ώρα 11ην π.μ., ημείς , ή κατά Νόμον περί καθορισμού ορίων επιτροπή… αποτελούμενη υπό του Ειρηνοδίκου Νηλείας, ως Προέδρου, Ηλία Μεταξά, του Προέδρου της Κοινότητας Δρακίας Κωνσταντίνου Στρέγγλια, του Διευθυντού της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως του Σχολείου Δρακίας. Ιωάννου Κουστέλου, του Προέδρου της Κοινότητας Πορταριάς Παναγιώτου Στρατηγοπούλου και του Διευθυντού της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως του Σχολείου Πορταριάς Θωμά Σουλικιά, συνελθούσα κατόπιν  προσκλήσεως υπό του Προέδρου της Επιτροπής, προέβημεν εις τον καθορισμόν των ορίων των δύο Κοινοτήτων Δρακίας – Πορταριάς».
Εκείνο το ανθισμένο μαγιάτικο μεσημέρι οι τέσσερις άνδρες στέκονται στο μόνο αναγνωρισμένο όριο – την βρύση Βοεβόνδα. Πρέπει να καθορίσουν τα σύνορά τους, να τελειώνουν οι καβγάδες. Προτείνει λοιπόν ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ο Ειρηνοδίκης Μεταξάς, ο καθένας να πει την άποψή του.
Αρχίζει ο Πρόεδρος της Δράκειας. Ο Παν. Στρατηγόπουλος, ο Πρόεδρος της Πορταριάς, απορρίπτει και αντιπροτείνει.
Ξαφνικά καινούργια εμπλοκή: Εμφανίζεται, ο Πρόεδρος του Κατηχωρίου, Δημήτριος Ματσάγγος. Ανατρέπει τους ισχυρισμούς και των δύο μερών. Δεν συνορεύει η Πορταριά με τη Δράκεια, ισχυρίζεται ορθά – κοφτά στην Επιτροπή, αλλά το Κατηχώρι. Προτείνει νέα όρια. 
Ο Στρατηγόπουλος εμμένει πεισματικά. Όχι, η Πορταριά συνορεύει με την Δράκεια και δεν αναγνωρίζει κανένα σχεδιάγραμμα και κανένα Χωροθέτη.
Ο Πρόεδρος της Δράκειας, ο Στρέγγλιας, δηλώνει ότι αδιαφορεί με ποιόν συνορεύει το χωριό του, απλώς επιμένει στις απόψεις του.
Συνεχίζονται καινούργιες διαβουλεύσεις. Ο Πρόεδρος του Κατηχωρίου ισχυρίζεται ότι έχει στα χέρια του επιστολή του Αντιπροέδρου Δράκειας στην οποία αναφέρεται ότι το χωριό του δυτικά συνορεύει με το Κατηχώρι.
Ο Ειρηνοδίκης προτείνει συμβιβασμό. Οι πρόεδροι και οι δάσκαλοι  δεν υποχωρούν.
Τέλος ο Ειρηνοδίκης ορίζει μόνος του τα σύνορα.
Η Έκθεση υπογράφεται τελικά στα Λεχώνια, στις 25 Ιουνίου 1929, από τον Ειρηνοδίκη Νηλείας Ηλία Μεταξά και τα μέλη Κ. Στρέγγλια, Π. Στρατηγόπουλο, Ι. Κουστέλο και Θ. Σουλικιά[11].


Ο Θεόφιλος που αναφέραμε δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά.
Περνάει με την μεγαλύτερη άνεση από το ένα χωριό στο άλλο. Όλα είναι καλά, όλα τα θεωρεί πατρίδα του.
Αρκεί να έχουν φιλότεχνους φουρνάρηδες.


Ονομάζομαι Καλαποδάς και αναμένω προς Ανατολάς
Το Κοινοτικό Συμβούλιο στα χρόνια που αναφέρουμε είναι εξαμελές. Εκλέγει τον Πρόεδρο της Κοινότητας, η θητεία του οποίου είναι ενιαύσιος – αργότερα γίνεται διετής.
Από τα μισά της δεκαετίας 30-40, Πρόεδρος, συνεχώς, είναι ο γιατρός Παν. Στρατηγόπουλος. Μέλη οι Ιωαν. Κατσαρός, Πανταζής Ζούλιας, Νικόλαος Πεσκίρης, Γεώργιος Πάντος και Χρήστος Καλαποδάς. Ο τελευταίος συστήνεται με το δίστιχο (δύστυχο) λόγο – ονομάζομαι Καλοποδάς και διαμένω προς Ανατολάς: Έμενε πάνω από τον Άγιο Νικόλαο.
Το Κοινοτικό Συμβούλιο Πορταριάς αυτοπροσδιορίζεται και ως «του τέως Δήμου Ορμινίου». Παρ’ όλο που έχουν καταργηθεί οι Δήμοι οι σύμβουλοι αγαπούν τα μεγαλεία και θυμούνται ένα καιρό που ανταποκρίνονταν θαυμάσια σε ένα παροιμιώδη λόγο που έχει περισωθεί στην Πορταριά: «Ας με λένε βοϊβονδίνα κι ας ψοφάω από την πείνα».
Ακριβώς επειδή τα χρόνια είναι δύσκολα, εκείνο που πάνω απ’ όλα διακρίνεται στα Πρακτικά, ως βασικό μέλημα του Συμβουλίου, είναι αυτό που σήμερα ονομάζουμε «κοινωνική πολιτική».
Το Κοινοτικό Συμβούλιο βοηθάει «τους ενδεείς», είτε με έκτακτες χορηγίες που κυμαίνονται μεταξύ 500 και 1000 δρχ., είτε με τα τακτικά βοηθήματα τις πασχαλινές και χριστουγεννιάτικες μέρες – το συνολικό ποσό φθάνει και τις 2.500 δρχ.
Επίσης αγοράζονται και προσφέρονται βιβλία στους άπορους μαθητές.
Στις ειδικές περιπτώσεις εγκρίνονται δαπάνες όπως εκείνη των 850 δρχ. για τη μεταφορά στην Αθήνα του ψυχοπαθούς Αντωνίου Μακρή ή απαλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής μισθώματος  ενοικιαστές της Κοινότητας όπως ο Απ. Παπαθανασίου «επειδή λόγω οικονομικών ατυχημάτων περιήλθαν εις τοιαύτην ένδειαν»[12].

Ελονοσία και φθίσις – επάρατοι νόσοι
Το Κοινοτικό Συμβούλιο τελεί κάθε χρόνο μνημόσυνο για τους πεσόντες στους πολέμους (Βαλκανικούς, Α’ Παγκόσμιο, Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή). Συζητεί την δημιουργία Πανθεσσαλικού Σανατορίου για απόρους φυματικούς. Αναφέρονται στα πρακτικά τα εξής γαι το θέμα αυτό: «Ουδεμια έως σήμερον εδόθη προσοχή εκ μέρους του κράτους δια την υγείαν και την ζωήν των Θεσσαλών μαστιζομένων υπό της ενδημούσης ελονοσίας η οποία είναι η πρωτοπορία της φθίσεως και εξαιτείται, παρά του εν Λαρίσση Τμήματος της Ελληνικής Αντιφθισικής Εταιρίας, το ενδιαφέρον προς εξεύρεσιν των μέσων δια την αναχαίτισιν της καθ’ εκάστην αυξανομένης φθίσεως δια την ίδρυσιν παρά του Κράτους Ειδικού Σανατορίου προς απομόνωσιν και θεραπείαν των απόρων φυματικών της Θεσσαλίας και προφύλαξιν κατ’ αυτόν τον τρόπον των υγιών μελών της κοινωνίας από την επάρατον νόσον, την φθίσιν, και αναθέτει την περαιτέρω ενέργειαν εις τον κ. Πρόεδρον».
Ο κ. Πρόεδρος υπήρξε ιδιοκτήτης σανατορίου όμως απ’ ότι φαίνεται για να έχει κάποιος ελπίδες να ζήσει και να μη μολύνει τους υγιείς (υπάρχει πάντοτε κι αυτός ο φόβος) πρέπει να είναι σχετικά εύπορος. Οι φτωχοί είναι καταδικασμένοι.

Αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου[13]
Με αποφάσεις του Συμβουλίου κηδεύεται δημοτική δαπάνη η άπορη χήρα Γεωργίου Αλευρομίτη, χορηγείται εισφορά υπέρ του Αχχιλοπούλειου Νοσοκομείου, παραχωρείται οικόπεδο κοντά στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Πατριωτικό Ίδρυμα Προστασίας Παιδιού για την δημιουργία κατασκηνώσεων για άπορα παιδιά, παραχωρείται οικόπεδο (γήπεδο) στη θέση Αλώνι, στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (παράρτημα Βόλου) για την ανέγερση παιδικών εξοχών του Ερυθρού Σταυρού.
Οι κατασκηνώσεις αυτές δημιουργούνται από τον Ιωάννη Αθανασάκη, Πρόεδρο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από το Συμβούλιο «μέγας ευεργέτης» και στην κηδεία της κόρης του Λιλής αποστέλεται στέφανος και τηλεγράφημα.
Στις μόνιμες εισφορές του Κοινοτικού Συμβουλίου πρέπει να προσμετρηθούν και τα χρήματα που προσφέρονταν στην Ελληνική Αεροπορία ή το Βασιλικό Ναυτικό.
Ένα θέμα που απασχολεί τους συμβούλους είναι η εκμετάλλευση του κληροδοτήματος Ζούλια για την δημιουργία Κοινοτικού Καταστήματος και καφενείου στην Κεντρική Πλατεία. Τα χρήματα όμως είναι λίγα (65.000 δρχ. έχουν απομείνει από τα χρήματα της διαθήκης Ζούλια για τον σκοπό αυτό) και υπάρχει το μόνιμο πρόσκομμα των απαλλοτριώσεων ιδιοκτησιών στην περιοχή, οι οποίες μάλλον δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Έτσι η ιδέα της ανέγερσης εγκαταλείπεται και ενοικιάζεται η οικία Ρεπανά γαι να  στεγάσει Κοινοτικό κατάστημα και θερινό Σταθμό Χωροφυλακής. Άλλο όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε είναι η δημιουργία μόνιμου Σταθμού Χωροφυλακής «ίνα εκλείψουν, ιδίως κατά τον Χειμώνα, οι διαρρήξεις εις τα διάφορα καταστήματα»[14].
Φαίνεται ότι οι  διαρρήξεις αυτές ήσαν συχνές επειδή το θέμα έρχεται ξανά και ξανά στο Συμβούλιο.
Τελικά ώς το 1938 δεν δημιουργείται ο πολυπόθητος Σταθμός.
Κι όχι μόνον αυτό. Κινδυνεύει η Πορταριά να χάσει την Επαγγελματική Σχολή Ζούλια, η οποία έχει εμπλουτισθεί και με Γεωργικό Τμήμα.
Στην αρχή προτείνεται από την Πολιτεία η συγχώνευση των κληροδοτημάτων Μελάκη – Ζούλια. Στη συνέχεια διαρρέει η πληροφορία ότι η Σχολή θα μεταφερθεί στο Βόλο.

Σκαπανείς και φαλαγγίτες
Το Κοινοτικό Συμβούλιο αντιδρά και παρακαλεί  « τον Εθνικόν Κυβερνήτην» να παραμείνει η Σχολή στην Πορταριά, με το πλεόνασμα δε των τόκων Ζούλια (φαίνεται ότι η Σχολή τον καιρό εκείνο δεν είχε πολλούς μαθητές) να γίνουν κοινωφελή έργα και έργα τουριστικών υποδομών.
Η Εθνική Κυβέρνησις, βλέπετε, δεν αστειεύεται:
Ήδη έχει αποφασίσει την υποχρεωτική δεκαήμερη προσωπική εργασία όλων των κατοίκων, τους άμεσους εράνους, την οργάνωση της νεολαίας, όλα με ευθύνη της Κοινότητας.
Η Κοινότητα Πορταριάς έχει πληρώσει ήδη αρκετά χρήματα .
Οργανώνει «σκαπανείς», φιλοξενεί «φαλαγγίτες» από Βόλο και Αγριά.
Αγοράζει ένα μεγάλο στέμμα ύστερα από έγγραφο της Νομαρχίας Λαρίσσης (επαρχία της είναι ο Βόλος). Αγοράζει με 175 δρχ. επτά αντίτυπα του βιβλίου «Ο κομμουνισμός στην Ελλάδα»[15].
Κι όμως....... Είχε δώσει καλές εξετάσεις: Με τηλεφράφημά της, το Φθινόπωρο του 1936, είχε εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στον Βασιλέα «δια την ανάθεσιν της Κυβερνήσεως της Χώρας εις τον Ιωάννην Μεταξάν (Εθνικόν Κυβερνήτην) από την 4ην Αυγούστου».
Βέβαια από απόσταση χρόνου μπορεί να είμαστε σφόδρα επικριτικοί .
Ας ερχόμαστε όμως στη θέση τους..........
Οι ίδιοι άνθρωποι παλαιότερα είχαν δώσει δείγματα δημοκρατικότητας:
Στο αποτυχημένο κίνημα το 1934 ετάχθησαν «παρά το πλευρόν της Κυβερνήσεως» και ζήτησαν «την αμείλικτον τιμωρίαν και επικήρυξιν των στασιαστών».

Αμηχανία για την μηχανή
Ένα άλλο θέμα που τους απασχολούσε ήταν οι συχνές βλάβες της πετρελαιομηχανής του Ηλεκτρικού Εργοστασίου. Φαίνεται ότι ή δεν έγινε καλή συντήρηση των μηχανήματος του Σέφελ ή δεν ήταν ό,τι καλύτερο αγόρασαν με 9,5 λίρες.
Η μηχανή χαλάει συχνά, έρχονται και φεύγουν μηχανικοί, αλλάζουν τεχνίτες. Η τάση πέφτει, το «Θεοξένεια» αναγκάζεται, όταν έχει χορό, να φέρνει ρεύμα από την Ηλεκτρική Εταρεία του Βόλου. Οι Πορταρίτες διαμαρτύρονται όταν βλέπουν στύλους της Ηλεκτρικής στα χωράφια τους.
Και μέσα σ’ όλα υπάρχουν οι δικαστικοί αγώνες. Αυτή τη φορά όχι με την Μακρινίτσα και τη Δράκεια για τα όρια, αλλά με το Κατηχώρι και τον Άνω Βόλο για το νερό των  πηγών Ζαρλέϊκα και Μανέϊκα.
Παρ’ όλα αυτά το Κοινοτικό Συμβούλιο Πορταριάς συνδικαλίζεται στην Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας και στον Τουριστικό Οδηγό Θεσσαλίας – Ηπείρου προβάλλει το Διάταγμα της 18ης Ιουλιου 1925, με το οποίο ορίζεται το χωριό ώς «Κέντρο θερινής διαμονής»[16].

Φασόλια αλάδωτα
Ως και τα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η ζωή των χωρικών ήταν σκληρή.  Δούλευαν από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου στα κτήματα. Οι παλιότεροι μάλιστα μετρούσαν την ώρα με το ύψος του ήλιου και με μέτρο τα «καλάμια» (μπόγια δηλ.). Η κούραση ήταν αφάνταστη. Κι αυτό από τη Δευτέρα ώς και το Σάββατο, με μόνη μέρα σχόλης την Κυριακή και τις γιορτές. Όλα αυτά ρυθμίζονταν με το εορτολόγιο το οποίο πολλοί γνώριζαν από μνήμης. Έλεγαν δηλαδή οι παλαιότεροι και ευλαβέστεροι : «Σήμερα έχουμε του Αγίου τάδε…, μεγάλου αγίου, πρέπει να ξεκινήσουμε για την Εκκλησία» ή «Σήμερα δεν δουλεύουμε, είναι σχόλη, μεγάλη γιορτή». Με τον ίδιο τρόπο κανόνιζαν και τη δίαιτα τους : «Σήμερα γίνεται κατάλυση ελαίου, θα φάμε λάδι στα φασόλια». Τηρούσαν αυστηρά τις νηστείες.
 Την Κυριακή, μεγάλη δεσποτική, πασχάλια γιορτή τα πράγματα άλλαζαν. Όλοι με τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησία. Η Πορταριά είχε τρεις ενορίες ώς το 1930 περίπου. Του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Ταξιάρχη (έτσι την έλεγαν) και των Αγίων Αναργύρων. Επομένως οι μικρές εκκλησούλες έμεναν αλειτούργητες εκτός από τη μέρα της γιορτής του Αγίου στον οποίο ήσαν αφιερωμένες.
Τότε γίνονταν το πανηγύρι, με τον τρόπο που το περιγράφει πολύ όμορφα στις αναμνήσεις του ο Γιώργος Τσιμπανούλης. Αυτά τα πανηγύρια ήταν οι αφορμές για μια διασκέδαση, μια αναψυχή των κουρασμένων εργατών της γης αλλά και των εμπόρων οι οποίοι είχαν τα μαγαζιά τους, στα Παλαιά, μια συνοικία που πήρε το όνομά της από σύντμηση της περιγραφής της : Παλαιά μαγαζεία. Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που δούλευαν σκληρά και περίμεναν πως και πως τα πανηγύρια ήταν οι οικοτέχνες και σε παλαιότερα χρόνια οι μικροβιοτέχνες – όσοι στα εργαστήρια τους έφτιαχναν μεταξωτά, αγκράφες, ζώνες, κουμπιά τα οποία πουλούσαν σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Είναι γνωστή στην Πορταριά (κυρίως για τους χασομέρηδες και τεμπέληδες) η έκφραση «κάθε λίγο Πάσχα κι Αποκριές και πότε-πότε και κανένας γάμος».
Εκτός από τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές γιορτές και τα πανηγύρια που αναφέραμε, αφορμή για ξεκούραση και γλέντι ήταν οι γάμοι. Παραδοσιακοί, με βιολιά, ζουρνάδες, νταούλια, με τα έθιμα που σήμερα παρουσιάζονται στον Πηλιορείτικο Γάμο, έξυπνα δρώμενα, ξεκούραζαν τους ξεθεωμένους όλη την εβδομάδα πορταρίτες.
Ακόμη οι γάμοι ήταν ένας τρόπος να χορτάσουν οι πεινασμένοι εργάτες. Τα πιάτα γέμιζαν κοψίδια και ρύζι. Έτρωγαν κι έπιναν όλοι. Είναι παροιμιακή η έκφραση «στου Τριβελά τον γάμο». Όπως αναφέρει η Χρυσούλα Ζώγια οι Πορταρίτες χόρτασαν σ’ αυτό το γάμο, έφαγαν τόσο καλά ώστε τον μυθοποίησαν. Μιλούσαν για χρόνια, για εκείνο το τσιμπούσι, ακόμη και όσοι δεν το γνώρισαν.

Κατέβα ήλιε ….κατέβα
Το επόμενο πάντως πρωί βρήκε τους φτωχούς αγρότες με την αξίνα πάνω από το κεφάλι τους να μετρούν την πορεία του ήλιου όπως ένας αγαθός νεαρός κτηματίας[17] : «Κατέβα ήλιε … κατέβα ..» .Κι αυτό επειδή η μέση πονούσε, το οχτάωρο ήταν τότε δεκατετράωρο και βάλε, με μόνη ξεκούραση την ώρα του κολατσιού-συνήθως ξερό ψωμί, ελιές και στουμπιστό κρεμμύδι-μερικές φορές στην καστανιά, το τάπερ της εποχής, είχαν και λίγο γίδινο γαλοτύρι.
Τα βράδια κοιμόντουσαν από τις οχτώ για να ‘ναι στις πέντε έτοιμοι, υπολόγιζαν και τον χρόνο που χρειάζονταν να φτάσουν στη δουλειά τους.

Τα νυχτέρια
Όταν για διάφορους λόγους μπορούσαν να ξαγρυπνήσουν ως τις έντεκα, μερικές φορές και τις δώδεκα ζούσαν τα νυχτέρια. Έναν κοινωνικό τρόπο διασκέδασης και προσέγγισης.
Όσοι δούλευαν όλη τη μέρα στα χωράφια δεν είχαν καμιά επικοινωνία μεταξύ τους. Απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλο συνεννοούνταν με ελάχιστες λέξεις και μόνο για τα απαραίτητα «ώρα για κολατσιό» ή «ώρα για σχόλασμα» ήταν η κραυγαλέα τους επικοινωνία.
Ήθελαν, λοιπόν, το βραδάκι κι αφού είχαν αλλάξει κι είχαν φορέσει τα διπλά παπούτσια και παλιότερα μια δεύτερη βράκα οι πλουσιότεροι, ήθελαν μια κουβέντα μ’ έναν άνθρωπο, κυρίως όταν η εργασία της επομένης δεν ήταν απαραίτητο να γίνει με τη δροσιά του πρωϊνού κι επομένως μπορούσαν να το ρίξουν λίγο έξω.
Μαζεύονταν σε σπίτια συγγενών ή γειτόνων, κυρίως όμως συγγενών μια που οι αποστάσεις στο χωριό δεν είναι μεγάλες. Στρώνονταν στο χειμωνιάτικο δωμάτιο με το τζάκι και τα δυο ντιβάνια, δεξιά κι αριστερά. Στα ντιβάνια υπήρχαν μπαλάρια, σκληρά μαξιλάρια, που ακουμπούσαν πάνω τους οι γηραιότεροι. Οι παππούδες μάζευαν τη βράκα και οι γιαγιάδες κάθονταν δεξιά και αριστερά. Οι νεώτεροι λίγο μακρύτερα κάθονταν σε καρέκλες. Τα παιδιά βρίσκονταν παντού, κάτω απ’ τα κρεβάτια, σταυροπόδι πλάι στους μεγάλους, ενώ τα πιο μικρά έβρισκαν αναπαυτική τη φωλιά που σχημάτιζε με το σταυροπόδι η βράκα του παππού.
Άρχιζαν με κάστανα και καρύδια, σταφίδες απ’ την παραγωγή τους και με μικρές κουβέντες σχετικές με τη δουλειά και τον καιρό.
Η νοικοκυρά έφερνε καλαμποκάλευρο βραστό κι έτρωγαν το κατσαμάκι που το έλεγαν και μαμαλίγκα. Έλεγαν αστεία «όχι σόκιν, όπως σήμερα, ήμασταν αρκετά συμμαζεμένοι»  αφηγούνται οι παλαιότεροι. Κι εκτός από τα αστεία, είχαν τα παιχνίδια, τα αινίγματα, τις παροιμίες.

Το χάσκα
Μετά τους ξηρούς καρπούς ακολουθούσαν πιατέλες με μήλα, το καθαρό μέρος των σάπιων μήλων, επειδή τα καλά, φυρίκια κυρίως, τα είχαν για το πούλημα.
Έπαιζαν στις συνάξεις αυτές  υπό το φως του ηλεκτρικού ρεύματος στην Πορταριά, επειδή υπήρχε η Ηλεκτρική Εταιρεία, έπαιζαν μεταξύ τους αυτοσχεδιάζοντας. Το συνηθέστερο παιχνίδι ήταν το «χάσκα». Κρατούσαν ένα λουκούμι ή μια καραμέλα με σχοινί στην άκρη κι όλοι μικροί μεγάλοι προσπαθούσαν να το πιάσουν με το στόμα ανοιχτό.

Όμορφη …. Ματίνα
Κι ύστερα άρχιζαν τα τραγούδια της εποχής, Κώστα Γιαννίδη, Εντουάρντο Μπιάνκο, Αττίκ.
«Είχαμε μια θεία, την Ιφιγένεια Γαλάνη» μας αφηγήθηκε η κ. Ελένη Δουκίδου. «Η θεία μας η Ιφιγένεια κουράζονταν όλη την ημέρα φτιάχνοντας γλυκά του κουταλιού και πουλώντας τα. Όταν λοιπόν νυχτερεύαμε, ήταν η πρώτη που νύσταζε.  «Άιντε πιδάκια μ’, νυχτιρέψτε σεις, έλεγε, κι ιγώ θα τουν πάρω λίγου ιδώ στου ντιβάν’» . Το σίγουρο ήταν ότι θα ροχάλιζε και λίγο όμως το ‘χε σε καλό να μπαίνει και στο τραγούδι πριν κοιμηθεί. Όλοι τραγουδούσαμε «Όμορφη μου Αθήνα …» κι η θεία Ιφιγένεια, το Φιγέν’, όπως τη λέγαμε, το ΄πιανε διαφορετικά «Όμορφη Ματίνα …» και μέσα στα γέλια τα δικά μας αποκοιμόνταν».

Άνθρωπος του Θεού
Την Ιφιγένεια αναφέρει και η 88χρονη όταν μας μίλησε κ. Τασία Τσικλάνη-Δημητρούλια. Όπως και τον μπάρμπα Δημητρό τον Τσικλάνη τον θείο της. Εκείνος φορούσε βράκα ως τον θάνατό του, έναν παράξενο προαναγγελθέντα θάνατο. Ο μπάρμπα Δημήτρης γνώριζε  τη μέρα που θα πέθαινε. Το ανακοίνωσε στους δικούς του αρκετά πριν.
«Ήταν άνθρωπος του Θεού» μας είπε η ανεψιά του. Ο μπάρμπα Δημήτρης δεν χαζολογούσε στα νυχτέρια. Άνοιγε μια μεγάλη Αγία Γραφή και με σαλιωμένο δάχτυλο γύριζε τις μισοσκισμένες σελίδες της και διάβαζε σ’ όσους τον περιτριγύριζαν. Οι περισσότεροι ήταν αγράμματοι και άκουγαν το Ευαγγέλιο με ολάνοιχτα τα μάτια της ψυχής τους. Οι γυναίκες ρουφούσαν τα θεία λόγια την ώρα που έκαναν τις ταπεινές δουλειές τους : Ξεσπόριζαν φασόλια ή καθάριζαν καλαμπόκια ή έψηναν ρόκες και τις μοίραζαν στους παρευρισκόμενους.
Όταν η ώρα περνούσε κι άρχιζαν τα βλέφαρα να βαραίνουν «το χαλούσαν». Έβγαιναν από το σπίτι που νυχτέρευαν με ευχές για καλή και ειρηνική νύχτα γεμάτη γλυκά όνειρα και σκόρπιζαν στα σοκάκια του χωριού. Κρατούσαν φαναράκια για τα δύσβατα λιθόστρωτα. Ως τα μισά της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, αυτά μόνον έφεγγαν σε μια μικρή ακτίνα γύρω. Ύστερα τοποθετήθηκαν 60 περίπου λαμπτήρες στους δρόμους της Πορταριάς κι ένα γλυκό, τρεμάμενο φως απάλυνε τα σκοτάδια. Να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη ο Βόλος φωτίζονταν με φωταέριο, αν και λειτουργούσε η Ηλεκτρική Εταιρεία. Ήταν ο ίδιος ο Κοσμαδόπουλος που κατασκεύασε τις δυο Εταιρείες Βόλου και Πορταριάς.
Τα νυχτέρια συνεχίστηκαν και τον καιρό της Κατοχής. Οι άνθρωποι φοβισμένοι, πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι, μαζευόντουσαν στα γειτονικά σπίτια πλέον, αποφεύγοντας τους μακρινούς μαχαλάδες.

Φώς ….φώς ….
Ήταν η εποχή που τα τζάμια καλύφθηκαν με χαρτί και κουβέρτες επειδή υπήρχε αυστηρή διαταγή συσκότισης. Αν κάπου φαίνονταν κάποια χαραμαδίτσα ακούγονταν η φωνή των ανδρών που περιπολούσαν «φως, φως». Αμέσως έσβηναν το φως και με τη λάμπα στα χέρια προσπαθούσαν να καλύψουν όλα τα τζάμια των παραθυριών και της πόρτας.
Κι όταν έφευγαν, πολύ νωρίτερα τώρα, λόγω απογόρευσης,  δεν άναβαν πια τα παλιά φαναράκια. Γλιστρούσαν στο σκοτάδι με μύριους φόβους. Όμως τα νυχτέρια επαναλαμβάνονταν επειδή οι άνθρωποι είχαν ανάγκη την κοινωνική επαφή – ένιωθαν λιγότερο το φόβο του θανάτου που τριγύριζε ανάμεσα τους.   


[1] Ο Γιώργος Τσιμπανούλης είχε κάνει όνειρο ζωής του την συγγραφή της Ιστορίας της Πορταριάς. Πάντοτε μας μιλούσε για το βιβλίο που θα τελείωνε κάποτε. Είς μνημόσυνο του μεταφέρουμε κάποια σπαράγματα του άγραφου αυτού βιβλίου.
[2] Ενδεχομένως και νωρίτερα δεδομένου ότι η κατασκευή του δρόμου άρχισε το 1894.
[3] Δυστυχώς στο αντίγραφο που μας δόθηκε δεν υπάρχει ημερομηνία. Σίγουρα είναι μεταπολεμική δημοσίευση.
[4] Στοιχεία για τη ζωή του χωριού από τον «Εμπορικό Οδηγό Μαγνησίας» 1933
[5] Τα στοιχεία από λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς.
[6] Λυτά έγγραφα του Αρχείου Πορταριάς
[7] Σημερινό «Βήμα».
[8] Από τον Εμπορικό Οδηγό Μαγνησίας του 1933.
[9] Μετά από έρευνα ανακαλύψαμε ένα ξένο «ύφος» στην ανυπόγραφη τοιχογραφία.
[10] Από τον «Λειμώνα της Παράδοσης» - Πορταρίτικα
[11] Λυτά έγγραφα.
[12] Από το βιβλίο Πρακτικών.
[13] Από το βιβλίο Πρακτικών του Κοινοτικού Συμβουλίου Πορταριάς
[14] Βιβλίο Πρακτικών Κοινότητας.
[15] Λυτά έγγραφα Αρχείου Πορταριάς.
[16] Πρέπει να υπάρχει κάποιο λάθος στη διαφήμιση. Στο αρχείο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως δεν βρίκαμε σχετικό διάταγμα στο έτος 1925.
[17] Πρόκεται για επ’ αδελφή ανηψιό του Αλεξ. Παπαδιαμαντή – Μας το διηγήθηκε ογδοντάχρονος σήμερα φίλος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου