Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΙΡΟΣ, ΓΙΑ ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ;
Μη τον βλέπετε έτσι μαύρο και δρεπανηφόρο,
είναι εξαιρετικά ευάλωτος και, πότε-πότε, χάνει στο σκάκι
-ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν το διαισθάνθηκε-.
Σε πλησιάζει την ώρα που σβήνουν,στη μνήμη,
οι για την ύπαρξή του αποδείξεις,
όταν κατεβάζεις,ας πούμε,
ένα καπέλο, μπροστά σε μια ξένη σου πλάκα
με γράμματα και λατινικούς αριθμούς
ή φωνάζεις τον Στέτσον,απαλά σε πλησιάζει,χορεύοντας
όπως ο Νιζίνσκυ ή ο ίσκιος του γιασεμιού στο φωτισμένο τοίχο,
τρυφερά σε αγγίζει,είναι και δεν είναι σαν τη φλόγα
ανάμεσα στα δάχτυλα κι ύστερα σου υπενθυμίζει
μια συνάντηση που είχατε μαζί του, σ'ένα καφέ,δεν το θυμηθήκατε,
"καιρός, να εξασκήσω τη μνήμη μου, υπάρχει;"ρωτάς.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Σε μια διαρκή κατάσταση απροσδιοριστίας,
ενδεχομένως
να φανεί και το τελευταίο αερόστατο.

Ο ΤΣΑΚΙΤΖΗΣ
Η ζωή είναι γεμάτη κόμπους, αίφνης,
το λούμπεν άσμα "αν θα μ'αρνηθείς(δις) θα γίνω
για σένα τσακιτζής"το τραγουδούσε,
για ένα μόνο μεσημέρι καλοκαιριού,
κάποιος τσιγγάνος, στο σκαλί του μπακάλικου, ως
"αν τ'αμαρτηθείς, τα ίνω, τα ίνω γκια σένα ταξιτζής",αυτό
στη δεκαετία του 60,αρχές κι έπειτα λύθηκεν ο κόμπος,
δεν τον είδα, άλλωστε, ποτέ,διάβαζα στην εφημερίδα "Ακρόπολις"
δεξιών φρονημάτων, για την ζωή του Τσακιτζή, "του ιππότου των ορέων".
Θα μπορούσα να τραγουδήσω για ένα βλέμμα κοριτσίστικο
κι,ανεπίστρεπτα χαμένο,άλλος κόμπος,
αλλ' αυτή η ποίηση μου θυμίζει ό,τι ονομάσαμε
ξεφωνημένο,έχει μια δόση υστερίας, εγώ φορώ βενετσιάνικες μάσκες
κι αν τους αρέσει-η ζωή είναι ένα νευρικό κομπολόι,
συναντήσεις, αγγίγματα και ο καθένας συνεχίζει το δρόμο του,
δεν ξέρω πόσο είναι το μερίδιο ευθύνης μου, αλλ' αυτό συμβαίνει.


Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014


ΚΙ Η ΠΟΛΗ ΣΤΕΓΝΩΝΕΙ
Πού χάθηκαν τόσα ποδήλατα,σε ποιους ουρανούς πετούν;
Στο σχόλασμα, η οδός Κύπρου γίνονταν ένα ποτάμι,
στο κέντρο ανεβοκατέβαινε η ομπρέλα του κ.Μπένη,πεζός αυτός,
μαχαλόμαγκας εκ Κοκκινιάς,κούτσαινε και δε σήκωνε καζούρα,
με καμπαρτίνα Κλουζό-σας μίλησα για τον άνθρωπο-μα εμένα
μ'ενδιαφέρουν τα ποδήλατα,οι νταλίκες που λέμε σήμερα,
ποιους ουράνιους δρόμους πήραν,πρέπει να'χε φεγγάρι, το ξέρω
ότι δεν θα τα ξαναδώ, όλα μαζί,
με τα κουδούνια και τις σημαίες τους,
έστριψαν ξαφνικά σαν τις διηγήσεις των αγαπημένων μας,
πέταξαν,βρίσκονται κάπου όλα μαζί,δε σκουριάζουν πλάι
σ'ανθρώπινες καρδιές, τα ποδήλατα ζουν περισσότερο από
τους ποδηλάτες, ίσως κατευθύνθηκαν στο Σείριο και τον Πολικό.
Έρχονται ενίοτε στα όνειρά μας, κάποιοι τα χρησιμοποιούν ακόμη,
με ταχύτητες, σε αγώνες βουνού,κάποτε είδα το Βαραλή,
να κατεβαίνει απ'το Πλιασίδι, όμως εγώ ονειρεύομαι το ποτάμι
της Κύπρου, με κόντρες και σούζες στη σχάρα, τα απίστευτα
κουδουνίσματα,η "καντάδα", μπροστά στο Θηλέων, τί σας είπα,
μεγαλώσαμε κι η πόλη στεγνώνει από αισθήματα.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΠΕΤΡΑ
Το ξέρω, σας έχω κουράσει,
όμως η παρουσία σας,
γεμίζει τα μεγάλα χάσματα της ψυχής μου,
αυτά που από μικρές ξεκίνησαν ραγισματιές
γεμάτες άνθη που αντιστέκονταν,
στις μακροχρόνιες καταιγίδες.
Το ξέρω,είναι καλύτερα ν'ανάψεις μια λάμπα
στην άκρη του κόσμου για τους χαμένους φίλους
παρά ν' ακούς ιστορίες προς παραμυθίαν
από κάποιον που πιστεύει ότι ενώνονται τα διεστώτα
και γη αγαθή ξαναγίνεται η θρυμματισμένη πέτρα.

ΕΝΑ ΦΩΣ ΑΝΑΜΜΕΝΟ ΕΠΙΤΕΙΝΕΙ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
Ο Πρίντζος έκοβε μια φεγγερή φέτα ψωμί για τον καθένα
κι εμείς κοιτούσαμε, απ'το παράθυρο, τα κιρκινέζια
και τα χελιδόνια με την κόκκινη κοιλιά που μπαινόβγαιναν
στο στάβλο, η μανιά έκανε το σταυρό της κι η κόρη της η Αναστασιά
έπαιρνε το φαΐ κι ανέβαινε στον αχυρώνα,ήταν μόνιμα
και μ'όλους θυμωμένη και κοιμόνταν στις μπάλες,
παλιά, πολύ παλιά όλα αυτά, όταν δεν βλέπαμε τις πυγολαμπίδες
των στιγμών ν' αναβοσβήνουν, όταν δε βλέπαμε το χρόνο
να ελίσσεται όπως τα καρλιώτικα ψάρια στο χάντακα,
να κρύβεται στα μάταια λόγια, τα κούφα ποιήματα
κι ήταν τα πάντα ένα παρόν ασάλευτο,γήλοφος με κρυφές
κουκουβάγιες, μόνον οι μοναχικοί επιβάτες των τρένων
τον ένιωθαν τον χρόνο,έβγαζαν απ'την τσέπη ένα μπλοκάκι
και σημείωναν ή κουβέντιαζαν μόνοι,τρέμοντας τη σήραγγα
που θα ακολουθούσε, άναβαν βέβαια τα φώτα,
αλλ' ένα φως αναμμένο,
επιτείνει τη μοναξιά
και γεμίζει θλίψη τα μάτια.


Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΡΟΚΛΗΣΗ
Αν διαβάσουμε τις "Περιπέτειες ενός προσκυνητή",
έργο απλού ανωνύμου μοναχού,
θα αστράψει,εντός μας, η πρόκληση,
να καθαρίσουμε τα εργαστήριά μας από λέξεις,
δύσκολους τοκετούς ποιημάτων,ημιτελείς απόπειρες,
δρόμους απάτητους ώς τώρα,
καναδυό καροτσάκια σκουπιδαριό,
να φυσήξουμε τα φωσφορίζοντα μοντέλα και
να προσπαθήσουμε να νιώσουμε
-στην πράξη-
το
"μνημονευτέον μάλλον Θεού ή αναπνευστέον"

Το ξέρω, εγώ πρώτος, θα ξαναρχίσω να μαζεύω άστρα
και νυχτοπεταλούδες
κι άλλοι θα πετούν,ζογκλέρ, τις κορύνες των ερώτων τους.
Αυτά
δυστυχώς
συνηθίσαμε να θεωρούμε ποίηση.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014


ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ
Αυτό τον καιρό, τ'απογεύματα είναι γλυκά
σαν το χαμόγελο μιας θείας που μας υποδέχεται στον κήπο της
μια φορά το χρόνο,
κι έχει κεφάλι πυργοειδές απ' τα τούλινα καπέλα,
τραγουδάει στη γλώσσα που της δίδαξαν οι άγγελοι,
μπερδεύει τα ονόματά μας με τα ονόματα των λουλουδιών
κι εγώ γίνομαι η ντάλια κι εσύ το χρυσάνθεμο.
Όταν θα φύγει εκείνη,κυνηγώντας ό,τι ονειρεύονταν από παιδάκι
την καρδιά,ενδεχομένως, ενός καλοκαιριού που στοίχειωσε τα νιάτα της
εσύ θα ξαναγίνεις εσύ, εγώ θα ξαναπάρω το όνομά μου,
η ντάλια θα ομορφύνει τον κήπο
και τα χρυσάνθεμα θ' ανθίζουν το φθινόπωρο.


Ο,ΤΙ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥΣ
Έφυγαν όλοι και μου άφησαν
τη μουσική
φόδρα
του  πανωφοριού τους,
μια λάμπα που ανάβει δύσκολα
κι ένα κομμάτι πηλό ,
να φτιάξω τα,αέρινα, ομοιώματά τους,
να αναδείξω
ό,τι,τελοσπάντων, από εκείνους,
συγκρατεί η μνήμη.
Έφυγαν όλοι, με τσέπες άδειες από βότσαλα
κι αυτό σημαίνει ότι
επιδιώκουν την αιώνια ξενιτεία.
Έφυγαν δίχως να με ρωτήσουν αν αντέχω
ένα χώρο άδειο σαν τον ουρανό,
μιαν απουσία αναπνοής,
κάποια  του νεύματός τους
απροσδιοριστία.

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΩΣ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ;
Πρέπει να είχα κουραστεί,
κυνηγώντας, με την απόχη, αστέρια
κι είπα "ώρα για ύπνο",
όμως τούτο το φανάρι
-πες τε το και φεγγάρι-
κρεμάστηκε στη συκομουριά, που φτάνει
ώς το παράθυρό μου
και μου μιλάει, με τις ώρες, για τους απλούς ανθρώπους
με τις ματωμένες, σαν παπαρούνες, καρδιές.
Πώς να κοιμηθώ;

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΠΡΙΟΝΙ ΤΟΥ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ
Κι η μικρή τουλούμπα,πίσω από το τσιμεντένιο περίπτερο,
απέναντι απ'του Πατσιαντά το κουρείο, που μου' κανε τσικ
"την πιάσαμε την ψείρα", η τουλουμπίτσα που ξεδιψούσε
όλους τους "λερώνει" της αγοράς και τ'άλογα της Ούντρας
στέρεψε κι αυτή, κι η λεύκα μπροστά της ξεράθηκε
και τα πετροχελίδονα τσιρίζουν,πατέρα,θα ξανασυναντηθούμε,
δεν ξέρω αν θα βρέχει μοβ ανθάκια κουτσουπιάς, αν θα οδηγείς
το 612 τρίκυκλο και οι μαχαλόμαγκες του κάμπου θα τρέχουν
από πίσω μας,φωνάζοντάς με "χοντροκόψιδου"-αυτά συμβαίνουν
στα όνειρα-εκεί, μάλλον θα'ναι σαν ένα μικρό νυχτολούλουδο
σαν το μουσικό πριόνι του Φιτζέραλντ,κι αυτά συμβαίνουν στη λογοτεχνία,
εγώ λέω θα' μαστε σαν δυο μικροί αέρηδες που συναντήθηκαν,
σα δυο παιδιά που  του λευκού ανιχνεύουν την ουσία.

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΠΑΡΑΦΟΡΑ
Προχτές σκαρφάλωσα ψηλά,
κι απ'το φεγγάρι, κοίταξα εντός μου:
Δεκάδες διαβάτες φτερούγιζαν σε νυχτερινούς κήπους,
είχε μια μαεστρία, μια παραφορά η εικόνα.
Κι ύστερα πρόσεξα τα πρόσωπά τους,ήσαν εκείνοι
που, κάποιο απόγευμα, είπαν στη μάνα τους:
"Βαρέθηκα να χάνω στο σκάκι και τα αινίγματα,ετοίμασέ μου
τις βαλίτσες, τα ρούχα μου μόνο"
μα πάλι,αναποφάσιστοι, ξανάπαιξαν
ώσπου, τους πέτυχε στο δρόμο,
ο ελεύθερος του Μπουνιουέλ σκοπευτής,φλομπεράκι ήταν
αλλά σημάδευε ανάμεσα στα μάτια
κι "άδειασαν" κατά πώς λέει ο ποιητής "οι ώρες που χτυπάει
η εκκλησιά της Παναγίας Γούλνοθ".
Κι όλα αυτά τα βλέπεις απ'το φεγγάρι,
αν τύχει και φυτρώσει έξω απ' το παραθύρι σου
μια φασολιά ή ένα Αdansonia digitata-τουτέστιν μπαομπάμπ.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

1+7=ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΟΥ ΕΙΜΙ
Ένα αιφνίδιο σουτ του Μητρομάρα
και η πρώτη κόκκινη σταγόνα
έπεσε, από τη μύτη μου, στο πέταλο "δεν σ' αγαπούν".
Πρέπει να έκλαψα πολύ κι ύστερα ένιωσα
ότι ερχόμουν από αλλού και δεν πήγαινα
όπου πίστευαν οι άλλοι.

Από τότε οι Κυριακές μου νυχτώνουν νωρίς,
χάνονται μέσα στη φωνή του Φώσκολου και του Γιαννακάκη.
Μόνο που δεν αντέχω την απορία των πολλών
όταν τα αφηγούμαι αυτά,
μοιάζουν σαν ν'ακούν 1+7=υποκείμενον του ειμί.
 
ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΣ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΔΕΛΦΟΙ
Τί είναι τούτα τα, φορεμένα στο ένα μανίκι,
ανάλεκτα,
περπατούν και κοιτάζουν,όπως οι παλιοί
κουτσαβάκηδες
τους μυώνες τους,
λόγια σοφών ανδρών-οι γυναίκες;
Μα εγώ ζητώ το χειμερινό ταξίδι στο "Χριστό στο Κάστρο" 
και το "ιδιόκτητο",
την αδικοχαμένη Ουρανίτσα με τα κρινάκια "του νησιού της",
την "τρελή βραδιά",με τους γύφτους (συγγνώμη,Ρομά)
να παίζουν τα όργανα, πίσω απ' τον αστυνόμο-αυτός το ζήτησε-
που τους οδηγούσε στο τμήμα για διατάραξη,
την "Πεποικιλμένη" και το "μυρολόγι της φώκιας",
Σε ήχο πλάγιο
κι απέναντι στον τσεβδό Άγιο Νικόλαο Πλανά.
Το κακό μας ήβρε εδώ και καιρό.
Ας ακούσουμε τον μακάριο Οδυσσέα-
έστω,σ'ένα  από τα δικά του ανάλεκτα.
 


Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΗ Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ
Πάντα θα λείπει κάποιος στίχος.
Όχι αυτός που δε συνθέσαμε ακόμη
αλλ' εκείνος που πιστέψαμε
ότι δε θα συλλάβουμε ποτέ.
Η αλήθεια είναι ότι σκάψαμε,
πιρόγα,
τον κορμό μιας φοινικιάς,
πάνω του κάθισε- στη θάλασσα του Παλαιού Λιμεναρχείου-
και χάθηκε στο πέλαγο η νιότη μας,
ομοιoκατάληκτη με τ' άσπρα σύννεφα,αυτό αρκούσε.
Και
στα επόμενα χρόνια, διπλώναμε  Α4, φτιάχναμε ωραία καραβάκια,
τα θαύμαζαν οι επίσημοι και η πλέμπα
αλλά το στίχο τον ακριβό, δεν τον καταθέσαμε.
Οι μέρες περνούν, κοπάδια από χειμερινά πουλιά,
το σπίτι γέμισε με πριονίδια και απόπειρες,
τίποτε.
Καμιά φορά, σκέφτομαι ότι το, ώς τώρα ανείπωτο,
απλώς,δεν υπάρχει
και είναι η προσμονή μας ακατανόητη.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΚΟΤΣΟΣ
Η Ανδριάνα που γνωρίσατε στα διηγήματά μου,
ο κωφάλαλος σφάχτης τραβεστί,γαλότσες μαύρο φουστάνι
-λόγω ισοβίου πένθους για της μαμάς το θάνατο-
φαλάκρα στο μισό κεφάλι, στο βάθος κότσος,
έρχεται ακόμη όταν βρέξει κι οι νοικοκυρές ανοίξουν τα παράθυρα
και γεμίζουν τα δωμάτια απ' την οσμή των χρυσανθέμων,
ακουμπάει στον τοίχο κάτω απ'τη μαρκίζα
και "απαπαχμ"΄και "σεπμχ", περιγράφει, πώς είναι εκεί,
χωρίς μοσχάρια κάτω απ'το μαχαίρι και συκωταριά στο λαιμό,
χωρίς τα πιτσιρίκια να ακολουθούν φωνάζοντας ρυθμικά
τ'όνομά της,έρχεται και χαμογελαστά
διορθώνει τις σταυροβελονιές
που,αντί για μαργαρίτες,βγάζουν τρακτέρ στο κέντημα,
κι όταν νιώθει ότι κούρασε,κάνει μια μικρή υπόκλιση
κι αρχίζει ν' ανεβαίνει αργά αλλά σταθερά κι ανελέητα,
προς τα σύννεφα
που αρχίζουν και χρυσίζουν.



ΜΙΑ ΦΛΟΓΑ ΤΡΥΦΕΡΗ
Υπάρχουν κάποιοι ποιητές
που ανοίγουν όπως τα ταπεινά νυχτολούλουδα,
στα χωμάτινα πεζοδρόμια και στα παρτέρια.
Υπάρχουν κάποιοι ποιητές
που μας διηγούνται, σαν την απαλή βροχή,
τα όνειρά τους.
Κι ενώ σκέφτεσαι "αυτό το ποίημα δεν αφορά κανένα",
ξαφνικά νιώθεις ότι είναι η ίδια σου η καρδιά,
ακουμπισμένη στο χαρτί,
το όνειρο που έκανες παιδί και το πήρε ο άνεμος,
μια τρυφερή φλόγα Επιταφίου που κουβάλησες στα δάχτυλά σου.





Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΠΩΣ
Aπ' το φεγγάρι κοιτάζω το χτες
όπως ένας ποιητής,
απ'το παράθυρο της σοφίτας του,
μαζεύει τους ακριβούς ήχους του απογεύματος,
μετράει τις πολύχρωμες γυναίκες
και ζωγραφίζει
τα τραγούδια των παιδιών.

ΨΙΧΙΟΓΕΓΟΝΟΤΑ
Κατέγραψα κειδά ένα στιγμιότυπο,
μπονζάι διήγημα,
τριακόσιες και μία λέξεις-
σα το κομπινεζόν της Μέριλιν.
Τον ζωγράφισα αυτόχειρα,στα αβαθή,μπλε κοστούμι
-γιατί η ποίηση να μη τσιμπολογάει τα ψιχιογεγονότα;-
για τα μάτια μιας τραγουδίστριας.
Το πήρε είδηση,έπεσε στα γόνατα,έκλαιγε
γιατί τον χαρακτήριζα
ποντικομούρη.
Αυτό τον πείραξε.
Όταν τον ξανάδα μετά από δέκα χρόνια,
πριν με καλημερίσει,
μου λέει τραγικά-"θα φύγω για κει",έδειχνε ψηλά.
Κι άκουσα ένα θόρυβο, σα να 'χυνες νερό με τον κουβά,
δυο φτερά ξεδιπλώθηκαν στους ώμους,άρχισε ν'ανεβαίνει.
Ίσως να μην έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα,
πάντως είπε "θα το κάνω" και το'κανε.
Τώρα
τί να πω,
τάχα είμαι ο παίκτης νευρόσπαστου
ή να δεχτώ
τον αφορισμό του Ουάιλντ
ότι η ζωή αντιγράφει την Τέχνη;


Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑ ΕΛΗ ΜΕ ΤΟ ΣΑΠΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Υποθέτω, ότι τον τελευταίο λίθο,
στο διώροφο σπιτάκι των αλατάδων,
με τη βρύση και το γλυφό νερό,
τον μετακινήσαμε, ανεπαίσθητα, και περιμέναμε
τη βοή και το σύννεφο σκόνης
που θα μας μεγάλωνε.
Το νέο δεν το μετέφεραν οι φωτιές των βουνών,
δεν το πήραμε καν είδηση οι ίδιοι-
τώρα ξέρουμε πως τα έλη της Δημητριάδος,
με το σάπιο φεγγάρι και τους κοασμούς,
με την οσμή και τις ανταύγειες του φάρου,
υποδέχτηκαν τις σφεντόνες μας
και την αταραξία
του Αντώνη του Μουντανιώτη  ,του Θεσσαλονικιού,
του Σπανού,του αγίου Χόντου
της παρέας, τελοσπάντων, που,αντί πρέφας,
στο μπακάλικο του Τσίγκρα, παίζουν
τρίλιζα
με τ' άστρα,
κι ο Μηνακίδης ανασηκώνει τον δεξιό ώμο
και το κρανίο της γαϊδούρας του Βαλαάμ
προφητεύει
ότι θα'ρθει μέρα που τα πλοία θα ξαναγυρίσουν,
γι αυτό, ας μένουμε άγρυπνοι.

LIBERTANGO
Μυρίζει βροχή και γιασεμί.
Ο ακκορντεονίστας-σας μίλησα γι αυτόν-της Ερμού
κλείνει το όργανον και σηκώνεται,
απομακρύνεται με το λευκό μπαστουνάκι,
μόνο που δεν πρόσεξε καλά,
στη θήκη πιάστηκεν η άκρη
του σεντονιού με τις νότες του Libertango
και το σέρνει μαζί του.
Τον ακολουθούν και δυο αδέσποτα.

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΛΑΤΕΙΑ ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟΥ 1965
Είναι ένας άντρας, μ'ένα γυναικείο εσώρουχο στο κεφάλι
που,κραυγάζοντας "γυναίκαι, βολιώτισσαι",προσπαθεί
εδώ και καιρό, να τρυπώσει σε κάποιο μου ποίημα.
Η αλήθεια είναι πως δεν τον απωθώ,απλώς με κουράζει,
σαν το περπάτημα νυχτερινών δρόμων,όπου αφαιρείς και προσθέτεις
για να καταλήξεις στο ίδιο αποτέλεσμα,
να πεις τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια,
με κουράζει να αναπλάθω
για χάρη του
το παζάρι "της Σωτήρας"-που λέγαν οι παλιοί.
Ν'ανάβω φώτα
να τρέχω,απ'τα παιχνίδια στο Λούνα Παρκ κι από εκεί
στα βιβλία και τις βαριές βελέντζες, όπου μπορούσες
να ρίξεις μια ματιά στα Ποιήματα του Καβάφη-μόλις τα αγόρασες
ένα εικοσάρικο,
οι άνθρωποι πράοι και ταπεινοί, όπως όλοι οι άγνωστοι,
νυχτερίδες σπατουλάρουν το ημίφως μυρίζει ασετιλίνη
και χαλβά Φαρσάλων, τα κορίτσια με μάτια νυχτοπεταλούδες,
ο άνθρωπός μου επιμένει,
"ήδη" μου λέει "έγραψες τα μισά", του απαντώ "τίποτε
δεν έγραψα, και κατέβασέ το αυτό,
βρες άλλο τρόπο να διαφημίσεις το εμπόρευμα, δε βλέπεις,
μπροστά μας άναψε εσωτερικά-πού είναι ο ίσκιος της ασετιλίνης;-
ο Άγιος Ελευθέριος
κι ευλογεί το πλήθος.





ΝΑ ΜΕ ΘΥΜΑΤΑΙ
"Eλάτε", κραυγάζει ο χρόνος , "υπάρχει κι άλλο λαγούμι",
δεν είναι σίγουρο ότι τελειώνει η παιδική μας ηλικία
στο χαμόγελο του Τάκη του "μπούλια" ή "παναγίτσα",
του παχύσαρκου επιληπτικού που γέμιζε το σακάκι του
με εικονίτσες όλων των αγίων και με πώματα ΕΨΑ και Ταμ-ταμ.
Μπορεί το τέλος να'ναι εκείνη η απώλεια
του κεντήματος της θείας Ολυμπιάδος,
στην οδό Γάτσου
συμπεριλαμβανομένης και της αερογέφυρας
όπου υπάρχει μπάρα,πλάτους τριών εκατοστών, για ποδήλατα.
Μπορεί να κράτησε κι άλλο- πρώτη φορά
έβλεπα βραχιόλι στον αστράγαλο,
χτυπούσαν οι καμπάνες στον Άγιο Νικόλαο Πευκακίων-
ή να κρατάει ακόμη.
"Ελάτε", κραυγάζει ο καιρός .Ο Καίσαρ υπήρξεν εμπρόθεσμος,
πνίγηκε πίσω απ' τα παλιά ψαράδικα και τον ακολούθησε
ύστερα από δυο χρόνια,στο ίδιο σημείο,ο πατέρας του,
ψάρευε,είπαν, να τον θυμάται.
Μοιάζει με του λαγού τη φωλιά, η τέταρτη διάσταση.
Μπορεί από δεκάδες σημεία να ξεπροβάλει
μια αρχή ή ένα τέλος
- κι ο παππούς
μού χάρισε μια φωτογραφία,
εικονίζεται με τους επισήμους του χωριού:
8η Δεκεμβρίου 1966 (μέρα του ναυαγίου της Φαλκονέρας),
αφιερώνει:
"Στον αγαπημένο μου εγγονό,να με θυμάται".

Ν' ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ
Βγάζει απ' την τσέπη δέκα δευτερόλεπτα- "αυτός είναι
ο χρόνος μου", εικάζει, "πού να πάω;"Και τα τριαντάφυλλα
μόνο βελούδινα και το φεγγάρι ασημένιο.
Πετάει τις Πλειάδες που ανάβουν ως ονόματα
πηδάει στο ποτάμι, μ'όλη του την περιέργεια να ανακαλύψει
επιτέλους
την
καταγωγή του.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014


ΚΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ;
Είχαν σκύψει πάνω από ένα κρανίο, σα διπλωμένο μαντήλι
και "τίνος να ήταν", αναρωτιόντουσαν.
Ο τόπος, βέβαια, υπήρξε τουρκικό κοιμητήρι,
ύστερα χτίσθηκε εκεί η ροτόντα του φωταερίου
όπου κατοικούσαν η Άννα η κατσικού κι ο Πανταζής-
μετά τη δημιουργία της Ηλεκτρικής  Εταιρείας.
Ψηλά πετούσαν αλκυόνες-"τίνος να ήταν;". Υπήρξαν
και αρχαία πολίσματα στην περιοχή,
η μάνα, εκείνη τη μέρα,
μαγείρευε σαλιγκάρια, να φορούσε σαρίκι εκείνος, να κυνήγησε
καρδερίνες;
Έμοιαζε παιδικό κρανίο,καρδερίνες σε μια χειμερινήν ευδία,
να μύρισε βασιλικό και σταυρολούλουδα;
Βρισκόμαστε στην άκρη
και της υστεροβυζαντινής Δημητριάδος,
άλλο του παλίμψηστου στρώμα.
Τα σαλιγκάρια και οι γκαζολάμπες ,
τότε έτρωγαν ερίφιον με σκόροδον,
γενικά τα προτιμούσαν τα σκόρδα,ο πασατέμπος της εποχής,
κανένας δεν άνοιγε το "μαντήλι",εκεί μπροστά στο φωταέριο
απ' όπου ακούγονταν ο Πανταζής,αριστερών φρονημάτων,
να διαβάζει "Ταχυδρόμο"-ιχ αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα.
Κι ο οδηγός;


ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΑ ΚΙ ΑΝΟΙΞΑΝΤΑΡΙΑ
Κάθε όριο έχει,κι εκείνο,τα όριά του,
κάθε κατώφλι εισάγει σε κατώφλι
-ένα ταξίδι εύφορης καλοσύνης-
κι ο προθάλαμος είναι φτιαγμένος πριν τον προθάλαμο
κι ακούς το χορτάρι που καλπάζει
κι ακόμη πιο δω, ανθίζουν τα όνειρα των εντόμων.
Το τά-λα-ντον  κι ο αργυρός ποταμός,
στο φως του φεγγαριού,
μια διήγηση,
ένα συναξάρι.
Στον Προφήτη Ηλία, ο Γέροντας και τ'αηδόνια
ψάλλουν τα κεκραγάρια και τ' ανοιξαντάρια.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014


ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΡΗΣΙΜΑ ΤΑ ΥΓΡΑ ΜΩΣΑΪΚΑ
Α,τί αέρινη πανοπλία η άλως των λέξεων,
εκεί που κρύβεται το ποίημα με τη σφεντόνα του
κι ακούγονται τα κουδούνια χιλιάδων ποδηλάτων,
και τρέξαμε,τότε, στην άκρη της νυχτερινής θάλασσας:
"Αν δε μου τη φέρετε,θ'αφήσω να μ'αναλύσει αυτό το φως",
είμαστε τόσο περίεργοι-
ποια αγαπημένη αντιστάθμιζε μια πόλη τόσο μουσική;
Θυμήθηκα τον μαθηματικό:
"Είναι μετρήσιμα τα υγρά μωσαϊκά,να γίνετε ποιητής,
ψάξτε το απειροσύνολο",τόσες σημαίες και φάροι,
αληθινή ιστορία σας αφηγούμαι,ήταν ένα λεπτός
σαν τα σκίτσα του Κάφκα,
στην ακτή,
κρατούσε πέτρα δεμένη στο λαιμό του και ζητούσε μια Βαρβάρα,
κάτω απ'τα ερείπια των μπαρουταποθηκών,
εκεί που ο πεθερός μου,πολύ αργότερα, μού 'λεγε ότι είχε δει
έναν Ιταλό, με το ανοιχτό του κρανίο
γεμάτο καβούρια.




ΤΑ ΒΡΑΧΙΟΛΙΑ
Κάποτε τα ποιήματα κουράζουν,
πώς αλλιώς,
αφού κουβαλούν τα βραχιόλια της Γερακίνας;

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΨΑΡΟΝΙ
Και,καθώς ισχυριζόμουν ότι το ψαρόνι, στο απέναντι πεύκο
πρόφερε την ακριβή λέξη "ηλίθιε",
η μητέρα θυμήθηκε την παιδαγωγική της εποχής-πιπέρι στο στόμα.
Κι έριξε ο Θεός μια σταγόνα για να με γλυτώσει.
Δυο σταγόνες, μια πλημμύρα, στον Άναυρο και τον Κραυσίδωνα.
Πνίγηκαν, από υπερχείλιση, πενήντα πέντε άνθρωποι
κι άλλους τόσους έσωσε ο τερματοφύλακας του Ολυμπιακού,
ο Τσιγαρίδας,δεμένος σ'ένα τεντωμένο,από τη μια όχθη στην άλλη,σχοινί
καθώς κι ένας παππάς-δε μάθαμε ποτέ τ'όνομά του.
Από τότε γράφω πως τα ψαρόνια, απλώς, μικροφωνίζουν.
Kαι πάλι μετρώ δεκαεφτά πλημμύρες
στο Καπακλή και τη Νεάπολη.


Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014



ΔΕ ΘΑ'ΝΑΙ
Θα'ρθει ο καιρός
που τα ποιήματά μου
δε θα'ναι σίγουρα για μένα.

"ΚΟΥΤΙΑ ΓΑΛΑ ΣΚΟΝΗ ΑΓΟΡΑΖΩ"
Λείπει ένα παιδί  και μια φυσαρμόνικα
για ν'αποκτήσουν τ'άστρα αναπνοή,
οι πονεμένοι να φορέσουν ένα χαμόγελο
αυτό που τώρα στρίβουν,
σαν τσιγαρόχαρτο,
αμήχανα, στα δάχτυλά τους.
Λείπει ένας μεσημεριάτικος πλανόδιος
που κυνηγάει τη φωνή του- "κουτιά γάλα σκόνη αγοράζω
οι αντρικές οι κάλτσες δώδεκα, στεφάνια χούλα χουπ"
κι ο σαλο-Γιάννης μπαίνει στην Φρουταγορά
υπό βροχήν κολοκυθιών και γλίσχρων σκόρδων,
το "Λεμονής" σφυρίζει στο λιμάνι,
ενώ στην πόρτα του εκκλησιδίου του
ευλογεί τα κάρα και τα βαγόνια, ο Άη Λευτέρης.
Λείπει ένα πουλί και μια κλαίουσα ιτιά
για να χτυπήσει η καρδιά
ενός καλοκαιριού που δεν υπολογίσαμε ως  τελευταίο
επειδή τότε δεν είχε επικρατήσει ο πανικός
που γεννούν αθροίσματα κι αφαιρέσεις.


ΤΟ' ΧΕ
Mα δεν ήταν ερωτικό ποίημα,απλώς άδειασα
τις τσέπες μου από το άωτον της μοναξιάς-
ίσως κακώς την ονομάζει εκλεπτυσμένη η ταπεινότητά μου.
Πάντως ένα φεγγάρι το'χε.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ
Ποιος (έγραφα) είμαι εγώ
που θ'αγνοήσω τους μεγάλους ίσκιους;
Τον ίδιο τον προηγούμενο εαυτό μου;

Κι ακούγονταν ένα μακρόσυρτο "κληρώνει",
Δεκέμβρης,

σε μια γωνιά της ολόλευκης νύχτας
αγόρασα ένα λαχνό:

"Φεύγω"μου'λεγε εκείνη
"το τελευταίο βράδυ μας" .
Έφευγε
Δεκέμβρης πανσέληνος κι έφευγε.

Αργότερα,στο φως μιας βιτρίνας, είδα
ότι το λαχείο ήταν περσινό,κληρωμένο-
παραδόξως,δεν ένιωθα κρύο,
οι δρόμοι ήσαν αδειανοί,
η νύχτα λευκή
κι εγώ μόνος.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014


ΜΙΑ ΓΕΜΑΤΗ ΣΙΓΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Στη Νεάπολη της δεκαετίας του 50, έβλεπες οικόπεδα
με κεραμιδένιες κόρες,σ'ένα στατικό, χθόνιο κρόουλ,
που στόλιζαν, προσεισμικά, τις στέγες των ωραίων σπιτιών
του Βόλου, με τους ροδόκηπους και τις ουασιγκτώνες-
κι οι γλάροι φώλιαζαν  στων βούρλων τις ρίζες.
Εμφανίζονταν κι ένας κομήτης,
έμοιαζε με τις κάφτρες των τσιγάρων,
στην Παναγία στο Γκερλή,γύρω απ'τ'αγίασμα,
τσιγάρο πεσμένο,μεταξύ δείχτη και μέσου.
Αργότερα, είδες έτσι τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ
στην αραιή ομίχλη του αεροδρομίου-
"θα χάσετε το αεροπλάνο σας κυρία".
Όμως η Καζαμπλάνκα
βρίσκεται μακρυά,μεσολαβεί μία λευκή λωρίδα
κάτι σα σπάργανα ή οθόνια.
Μία
γεμάτη
σιγή
μουσική.


ΜΕ ΥΦΟΣ ΣΗΜΑΙΟΦΟΡΟΥ
Μη μου ζητάτε να γράψω κάτι διαφορετικό από στίχο
τώρα που έχω καταλήξει
ο ίδιος
ποίημα,
με κρυμμένα λαγούμια στους ρυθμούς του,
απ'όπου ξετρυπώνει, με ύφος σημαιοφόρου, ο καιρός.
Μη μου ζητάτε την απλότητα-Θεία, και το γνωρίζω-
όταν αφήσαμε κι ανθίσανε
διακειμενικές πληγές-ω Πάουντ,Τζόις,Έλιοτ και Πεντζίκη.
Θά'ρθει ένα πρωί
θά' ρθει ένα γαρύφαλλο
μια ανεξάντλητη χαρά, να ευλογήσει.



Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΡΕΪ
Ακριβές μου λέξεις
γιατί μ'εγκαταλείπετε,
τώρα που οι πινακίδες νέον ανάβουν στα φροντιστήρια
και τα κορίτσια κατεβαίνουν τους δρόμους,
μ'ένα κλαδάκι γιασεμί στα δόντια;
Επίκουρος ή μπρεσονικός πορτοφολάς;
Δε βαριέσαι, κι αν υπάρχουν διαφορές
έρχεται,σταθεροποιητής συναισθημάτων,
μια παράδοξη των αστεριών σιωπή
κι όλα ομονοούν
και τα ξύλινα σπίτια φυτρώνουν στο δάσος
πλάι στα μανιτάρια,το εσωτερικό
είναι γεμάτο από κονσέρβες παραμυθιών,
ο μουζίκος Μαρέι σηκώνει το χέρι καθησυχαστικά
στον ήρωα του Φιοντόρ-ίσως και στον ίδιο:
"Δεν υπάρχει κακός λύκος,μη φοβάσαι".



ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΤΟΥ
Βρίσκετε πως είναι περισσότερα από πέντε-έξη
τα απόλυτα θέματα;
Η εισβολή, από το πουθενά, σ' ένα κόσμο
που,από την πρώτη στιγμή,
μας κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού,
ο χρόνος και οι μαύρες οπές του -τον έρωτα, ΄
ως επαναλαμβανόμενο, δεν τον υπολογίζω -
και πάνω απ'όλα
η αγάπη, η ού ζητούσα τα εαυτής,
αυτά είναι
και μ'αυτά παίζουμε,
όπως ένας βιρτουόζος με το βιολί του,
ένας ισορροπιστής με τις κορύνες του,
μια γυναίκα με τα μαλλιά της,
ένα παιδί με το τσέρκι του,
όπως ένα σκυλί κυνηγάει την κραυγή του πόνου του.




Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

ΓΥΑΛΙΚΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ
Καλύτερα εδώ,ψηλά, στη σοφίτα,
με μια πανάρχαιη μοναξιά, απλωμένη στο τραπέζι,
να μαζεύω ήχους
να σκορπίζω,αντίδωρα,μνήμες
κι ο Σπυράκος έμπαινε στο μαγαζί με τις μυγοκορδέλες
τραγουδώντας "γυαλικά σπασμένα κολλούμεν",
και τα παιδιά πετούσαν τις φωνές τους, σαν καπέλα
κι ο Μάλερ- ένα μακρινό αστέρι που υπόσχεται,
όπως τα παλαιά χαμόγελα των κοριτσιών,
καλύτερα εδώ, πιο κοντά στην απουσία που επεδίωξα,
στη σιωπή,
πέρα απ'το ποίημα με τη σκοτεινή πλευρά του.

ΤΕΤΟΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΡΩΝΕΣ
Η νονά, μού επέστρεφε ένα μαντήλι με αυγά κόκκινα
αλλά,ως αποδεικνύονταν, μελάτα
κι η θεια η Αριστέα άκουγε την "Πικρή,μικρή μου αγάπη"
στο σπίτι κάτω απ' το υδραγωγείο-στο διπλανό δωμάτιο
ο Τάκης διάβαζε για τις εξετάσεις,Κάποτε, η ευχή μου "και του χρόνου"
δεν έπιασε,η οτομοτρίς τράβηξε προς τον ουρανό, τό 'ξερα ότι θα συνέβαινε
είναι σαν τον κατακλυσμό:"Τρώγοντες και πίνοντες, γαμούντες και εκγαμίζοντες
άχρι ής ημέρας εισήλθεν" κι εγώ,συνήθισα να μπαίνω στο όχημα,
με δέκα παπάκια στο καλάθι-δώρο της ρινόλαλης Κούλας
της επονομαζομένης Γκούλας, κάθε χρόνο.
Μια φορά δεν είχε να μου δώσει "ντεν βάλαμι κλώσα Γκιαννάκου"
κι η ωτομοτρίς ξεστράτισε,
τί να την κάνεις τη ζωή χωρίς παπάκια,
αν κι εδώ σχεδιάζω πολιτείες με χρυσόψαρα στα σύννεφα,
αδειάζω τον πόνο μου στα μαλλιά σας,μόνο που κάποτε διερωτώμαι
"πώς να τελείωσε η ραδιοφωνική σειρά, η Γκούλα σε ποιο άστρο να κάθεται
"ώσπερ επί κοπρίας καθηλωμένη",πίνοντας το σκορδάρι
και κρένοντας τα ζώα-τόσο βλακώδεις κι οι κορώνες των επικηδείων.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΟΝΟΝ Η ΕΞΑΔΕΛΦΗ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
Στους τοίχους των τσατμαδένιων  σπιτιών κρέμονται οι αείμνηστοι,
αγνοώντας ότι προσωποποιούν το χρόνο
επειδή,
εντέλει,
μόνον αυτός απεικονίζεται,
σε χαμόγελα, σύννοια και τσιγκελωτούς μύστακες-
μόνον αυτός, ο αισθητής, μαθαίνει
στο παρόν,
ότι.εν μέλλοντι,
θα τον κρεμάσουν,
με μια γεύση στιφάδου στον ουρανίσκο.
Και τα παιδιά  κοιτούν τους προπάππους
λέγοντας "αυτός,δεξιά,κατείχε το σπαθί του Καραϊσκάκη".
Τα πορτραίτα υπονομεύονται από δεκάδες ζεύγη ποντικών,
πίσω απ' τον τοίχο που τον συγκροτούν καλάμια και λάσπη,
κι η εξαδέλφη Ιφιγένεια το γνωρίζει
ότι ο κίτρινος χρόνος παίρνει άπειρες πόζες
ενώ καταρρέουν, πλάι του, βασίλεια και πολιτείες,
χάνονται
μακρινά νησιά
και λιγοστεύουν οι δυνατότητες να πεταχθεί
μια πεταλούδα ή ένα αλεξιβρόχιο-
απομένουν μόνο
άσπρα,σα νέφη,όνειρα.



ΕΝΑ ΔΕΟΣ
Όταν ξαναδιαβάζω τα παλιά μου ποιήματα
νιώθω ένα δέος,
μια δυσθυμία  με καταλαμβάνει
όπως όταν ανακαλύπτω σημειώματα
εκείνων που έφυγαν αιφνιδίως, με ανοιχτές φτερούγες,
και τις παλάμες τους γεμάτες
μοβ πέταλα κουτσουπιάς.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

 ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΑ
Στο τέλος της νυχτερινής προκυμαίας
καταλάβαμε ότι δεν παίζαμε μονά-ζυγά
με τον φιστικοπώλη.

Ήταν ο χρόνος,

που κέρδιζε
διαρκώς

τα νιάτα μας

και άφηνε στις τσέπες μας
(αλατισμένα φλούδια)
κάτι ποιήματα άδεια και θλιβερά.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΙ ΒΛΕΠΩ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΡΝΕ
Καμιά φορά,περνάω από το γκρεμισμένο χάνι του Τανάγια,
στα Παλαιά Μαγαζεία,
κι, εκτός από την επιγραφή "επιστρέφω αμέσως",που βλέπω
πενήντα χρόνια κρεμασμένη, στη φαγωμένη απ'το σαράκι πόρτα,
οσμίζομαι φασόλια ή κεφτέδες-
ακούω χρεμετίσματα αλόγων.
Και μέσα στα ερείπια βλέπω το Σταύρο Τορνέ.
"Εδώ γυρίσαμε" μου εξηγεί "την αρχική σεκάνς του "Μπαλαμός",
το κούρεμα ενός κανίς, με ψαλίδια για πρόβατα".
Κι ο Βαγγέλης ο Τσίγκρας,από δω έβαζε τον "αυτόματο πιλότο"
και ξάπλωνε στο κάρο, το άλογο τον πήγαινε μονάχο του στο Ριζόμυλο.
Θα περιμένω την επιστροφή του Τανάγια,να γυρίσει την ταμπέλα
και να μου πει τί, επιτέλους, μαγείρευε, όταν περνούσα
απ' το μάθημα,χαρούμενος που γύριζα
στο σπίτι, κι ο πατέρας θα με σήκωνε ψηλά,
θα μου'λεγε ιστορίες για τον πόλεμο και τη μανιά την Κολοβίνα
πώς σήκωσε στο σινεμά το μπαστούνι και φώναξε στον άκαρδο:
"Πάρτο ρε το κορίτσι, μη σου το φέρω στο κεφάλι".Κι ο ήρωας
του χαλιμά (έτσι έλεγε τον κινηματογράφο),άκουσε τη φιλική της συμβουλή.

Για να είμαι ειλικρινής,κάτι άλλο είπε ότι θα του'κανε τον πατέρα-
αλλά δε γράφονται όλα.


Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Κι ο έναστρος ουρανός είναι περισσότερο κουρασμένος
απ'ότι φαίνεται,
κι απ'τις πινακίδες στις γωνίες έχουν γλιστρήσει
τα παλαιά ονόματα των δρόμων,
οι θυρωροί είναι οι αρχαίοι νυχτερινοί βάτραχοι
και το φεγγάρι,
ω,το φεγγάρι
σε κοιτάζει όπως
ο κατάκοιτος πλάι σου,
θέλει ν'ανταλλάξει τις λέξεις που τον πνίγουν
μ'αυτό που θεωρεί σιωπή σου-γιατί κι εσύ ζητάς το ίδιο
αλλά οι κοινοί γνωστοί και τα όμοια βιώματα ανθίζουνε αλλού.
Μη γράφεις, ζήσε το πέρασμα των κατωφλιών,
κράτα σφιχτά, στην κλειστή σου παλάμη, μια προσευχή αυτοσχέδια,
εκείνο που υπάρχει είναι ο κουρασμένος ουρανός
κι οι άνθρωποι που συνηθίζουνε το τρέξιμο του χρόνου.





ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΒΑΡΑΙΝΑΝ
Όταν ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου, θυμάμαι τον Τ.Σ.Έλιοτ:
Εμπιστεύθηκε την "Έρημη Χώρα" στον Έζρα Πάουντ
κι ο τελευταίος του πέταξε τα μισά.
Τα υπόλοιπα βάραιναν.
Κάποτε, πρέπει να δούμε την ποίηση σαν πτίλο του Ταρκόφσκι
θεϊκό δώρο, βαμμένο στον Ουρανό
έρμα που,αν το πετάξεις,αποκτάς το βάρος ενός αγγέλου
αν το κρατήσεις, σε χαρακτηρίζει ο του ηλιάνθου τροπισμός.
Η λέξη σου παραχωρεί το φωτοστέφανό της
κι,ω μικροί κορυδαλλοί,τρυπώνετε από χίλιες μεριές στο σπίτι,
ξυπνάτε τους πεθαμένους μας, όπως μια κλωστή κινεί νευρόσπαστα,
καλησπερίζετε κι αποχαιρετάτε με νεύματα αδιόρατα
όπως το βάδισμα στην προκυμαία που ξεκλειδώνει απαλά
τις προθέσεις του καιρού-
τίποτε δε βαραίνει περισσότερο απ' το δικό μας βλέμμα.


ΚΑΙ ΗΣΥΧΑΖΕΙΣ
Κι όμως άλλα ελπίσαμε πως θα πετύχουμε με τη γραφή.
Ίσως την έκσταση,το σπάσιμο του ροδιού,την κατάκτηση της Στιγμής
(εννοώ την του Κίρκεγκωρ αιωνιότητα),
την ένταση ενός παιδικού τραγουδιού, το "σαταλίνα, ματαλίνα"
που τρόμαζε τα κιρκινέζια στα χωριά του κάμπου,την επανάκαμψη
των, βελουδένιων φεγγαροκόριτσων.
Κι η Άννα εκόμιζε  μια πάστα,ένα Λούκυ Λουκ κι ένα φιλί
κάτω από τις γαζίες-ω,να, οι νεκροί προχωρούν μέσα στις λέξεις.
Τί να σημειώνεις,είναι μια κούραση
άρα υπήρξαν όλα αυτά;
Μήπως βαδίζω δυτικά της Εδέμ κι έτσι που διάλεξα,χωρίς πυξίδες
δεν το καταλαβαίνω;
Κι ύστερα το παίρνεις απόφαση, λες, ό γέγραφα γέγραφα
και ησυχάζεις.


Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

ΝΑ ΦΕΓΓΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
Με μια κιμωλία γράφω στον πίνακα τη λέξη "τίποτε" κι
ο κύριος Γκακνής οργίζεται: "Ρε χαμένο,άρπα την πατσαούρα
και σύβα το",το χαμένο είμαι εγώ.Κι όμως όλες οι εξισώσεις,
όλοι οι συλλογισμοί, στο "τίποτε" μ'οδηγούσαν,
ούτε καν στο συμβατικό μηδέν,έκοβα τότε την καρδιά μου,
ανοιχτό τριαντάφυλλο και την πρόσφερα σ'αυτούς που απελπίζονταν
και το βράδυ,μεταμφιεζόμουν σε ελάσσονα ποιητή του μεσοπολέμου
και κρεμούσα αστερισμούς στα βλέφαρα των πληγωμένων-"προσεύχου,
το απίθανο ορίζεται ως διάψαλμα,από μένα τον ίδιο,είναι η σιωπή
των άδειων βαγονιών και το θύμα δεν είναι αναίτιο αφού κάπου
καπνίζει σιωπηλός ο δολοφόνος".Το "τίποτε" είναι αδιέξοδο του μυαλού,
η καρδιά πάει μπροστά, ανάβει ένα κερί,
να φέγγει στο σκοτάδι.

ΕΙΧΑΝ ΧΕΡΙΑ ΜΑΚΡIΑ
Δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς,στη Χατζηαργύρη,
λειτουργούσε ένας οίκος ανοχής, μια μανόλια με λουλούδια σαν πιάτα,
τα κορίτσια,το πικάπ, η μαντάμ,οι διστακτικοί πελάτες
κι ένας μονότονος σκοπός-η γιαγιά τους περνούσε σκεπασμένα πιάτα.
Συμπαθούσε ιδιαίτερα τη Ελευθερία, καλλιτεχνικά Ρούλα.
Τότε τραβούσαν, και στο κέντρο, καρέκλες, τ'απογεύματα
κι έπλεκαν κι "απόσωναν",όπως η ηρωίδα
του Παπαδιαμάντη,
Μπορούσαν να μιλήσουν για τον, με ηλεκτρισμό, καταφάσκοντα
κούκλο του Παλούκα,ο Λάκης να ρωτάει για το 2+2
-ανθρώπους αγράμματους να ρωτάει-για την αυτοκτονία,
βρήκαν κάποιον τις προάλλες στο δοκάρι ενός γιαπιού,
"δε σφάξαν κόκκορα, ή δεν αγόρασαν μαντίλια,γι αυτό εκεί",
και τα παπαγαλάκια που μιλούσαν, στου Καρύδη τ'αποικιακό.

Μόνον όταν έφθανε ο στόλος κλειδαμπάρωναν τα κορίτσια τους.
Οι ναύτες, που σκόρπιζαν παντού,είχαν  μακριά χέρια.


Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΙ ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΑΔΟΘΩ;
Πίσω από κάθε ποίημα υπάρχει ένας απελπισμένος
που δένει, στη ζώνη της μουσικής,
νυχτολούλουδα
κι αφήνει ένα τελευταίο γράμμα στο φεγγάρι-
"Δε με κατάλαβαν,υπήρξα,δυνάμει, δουλέμπορος,
όχι,όχι όπως ο μετέφηβος Ρεμπό.
Εγώ πουλούσα το πνεύμα μου, κάτι νυχτερινούς κήπους,
σε τιμή προδοσίας,
καλοκαίρια που δεν έζησα,
όπως οι νυχτοπεταλούδες αγαπούσα το θάνατο
κι εκείνος το ίδιο, γι αυτό και μ'απέφευγε.
Παράξενο, η μουσική χαμηλώνει,
υπάρχει κάτι πιο βαρύ απ'τα mirabilis;
Και πού να παραδοθώ;".

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ
Αν και χιόνιζε, εκείνη τη χρονιά
μάζεψα,απ' τα κάλαντα,ένα πενηντάρι-
αγόρασα,λοιπόν,στη μάνα μια ραπτομηχανή Singer,
να μεταποιεί φθαρμένα ρούχα,να τη χρησιμοποιούν
οι μοδίστρες,στο χειμωνιάτικο ημίφως,
με τις καρφίτσες στο στόμα,
μετατρέποντας τα υφάσματα του καταστήματος Αρβανίτη,
-2ας Νοεμβρίου και Παγασών,μετά την αερογέφυρα-
σε ταγιέρ και φούστες,ξεπατικωμένα από φιγουρίνια.

Τώρα που εκείνη φόρεσε τα γκρίζα φτερά της και πέταξε
ανοίγω τη μηχανή και γυρίζω τη ρόδα,
ψάλλοντας το "καλήν ημέραν άρχοντες",
έστω κι αν δεν πλησιάζουν Χριστούγεννα.

Tί άλλο να κάνω, για να φέρω πίσω
ένα πεισματάρη χρόνο;




ΔΙΦΡΑΓΚΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

ΔΙΦΡΑΓΚΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ
Κι ύστερα μου φώναξε, "φέρε ένα ποτήρι νερό"
κι εγώ γελούσα, όχι γιατί έμοιαζε με σκιάχτρο,
με κείνη την εμφύλια σφαίρα που'χε δεχτεί στο κεφάλι,
αλλά για την απάντηση, που μπορούσα να δώσω, με μια μου άρνηση
-"όχι,θέλω αηδονόλαλες τις γάτες της γειτονιάς".
Εκείνος συνέχιζε να κυνηγάει το καναρίνι
στα μεγάλα παράθυρα του Παπαρήγα
εκεί όπου μαζευτήκαμε την επομένη να δούμε τον Παπανδρέου
να εγκαινιάζει το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.
Τρίχες, μόνον ο παπαΘανάσης είπε την αλήθεια:
"Ήρθα να δω τη Μιμή".
Το πουλί το πιάσαμε, τελικά
κι ανεβήκαμε στο στούντιο της ταράτσας, να γράψουμε κασέτες
με 45αράκια,δεν ήξερε γράμματα,δεν ήξεραν τίτλους
τί να κάνω, του μάθαινα,τουλάχιστον,τ'όνομά του,μπα,τίποτε
"μετά το Κρ, ζαλίζομαι",
α, ναι, έχει φύγει πια-
ο πεθερός του,του'βαλε δυο δίφραγκα στα μάτια.
Ο βαρκάρης ήταν επίμονος και φιλάργυρος,πρέπει να σκέφθηκε,
"το κέρατό μου,δεν τον περνάω στο τζάμπα", θα'λεγε σίγουρα,
η δυσκολία ήταν να κρατηθούν ισόρροπα-
έτσι στραβοχυμένος που ήταν-τα νομίσματα.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΑΝ ΤΟ ΩΜΕΓΑ, ΜΕ ΤΗ ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ
Ω,δεν υπάρχει καιρός. Πετάχθηκε στο περίπτερο
για τσιγάρα
κι εξαχνώθηκε στα μισά.Δεν υπάρχει καιρός
για λόγο και σιωπή.
Για άνοιγμα των επτασφράγιστων ουρανών-δεν υπάρχει
Δε σου δίνεται ευκαιρία να σκάψεις βαθιά
στα στήθη των πουλιών
ν' ανακαλύψεις αρχαίους καταρράχτες,
ν'ακουμπήσεις τον Σείριο και να προφέρεις "φτου και βγαίνω",
όταν σε παρότρυναν να παίξεις τερματοφύλακας
(ένας κλοουνίστικος τρόπος να τον κρατήσεις) στενοχωριόσουν.
Τώρα έχει σβήσει,
σαν το ωμέγα,
με τη γομολάστιχα.


ΠΕΙΡΑΖΕΙ;
Οι γειτονιές με τα φθαρμένα σπίτια
πρέπει κάπου να μας περιμένουν,
πιστές στο ραντεβού που δώσαμε.
Εμείς προτείναμε μια σκηνοθεσία κι εκείνες τη δέχτηκαν:
Δρόμοι σκονισμένοι με σάπια χρεμετίσματα στις άκρες
Αυλές με γεράνια ξερά
κι απ'το παράθυρο των σπιτιών,στην ανταύγεια του καντηλιού
το ιλαρό πρόσωπο
της ΑγίαςΠαρασκευής της Επιβατιανής.
Το "αναγκαίον",στις αυλές,δυό ξύλα πάνω σε λάκκο,
κάτω από αποστολιάτικη συκιά
κι απ'τα παράθυρα να φαίνονται κεφάλια κοριτσιών,
πλάι σε πάντες, η Γκόλφω-με τρίγωνο κεφάλι.

Πρέπει να'ναι εντάξει,οι γειτονιές, στον όρκο που έδωσαν,
δε δεχόμαστε παιδιά από ένα αύριο που ισορροπεί
σαν σχοινοβάτης-δεν τους παίζουμε.
Εμείς θα ξαναχτυπήσουμε το τσιλίκι και τις αμάδες,
θα τρέξουμε για ξεσκλαβώματα
-πειράζει;



ΚΑΘΕ ΠΟΙΟΤΗΤΑ
Πόσες βενζινάκατοι, μ'ένα φανάρι ασετιλίνης στην πρύμνη,
τα μισά αναδεικνύοντας πρόσωπα,τις μισές κουβέντες,
τον φόβο ολόκληρο,
πόσα αερόστατα που χάθηκαν ανάμεσα στο Λαμπαδία και την Άρκτο,
με στουπί αναμμένο την παιδική μας καρδιά...
Α,οι νύχτες μετρούν κήπους και όνειρα
και τα τραγούδια γίνονται κορδέλες που μπλέκουν τα πρωινά ζευγάρια
και οι προθέσεις παραμένουν κλειστοί ουρανοί.
"Σας λείπει μια ικανότητα σύνθεσης"- είναι εύκολο να το πει
και ο τελευταίος των σαλεπιτζήδων
κι ο "πουλάκια,κλουβάκια, κρεμάστρες", πού 'φυγαν σωπαίνοντας,
χωρίς να προλάβουν να σκεφθούν, ότι κάθε νέα ποιότητα είναι άθροισμα
κι η σκοτεινή θάλασσα είναι φτιαγμένη από αστερίες και ολοθούρια
κι ο κάθε Καλούμπας μπορεί να τραγουδάει μες τη βροχή
για τη δική μας παραμυθία.