Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια περίσσευε

Τη μαζεύαμε, λοιπόν, σε πιάτα
Και τη μοιράζαμε στους γείτονες

Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για μας
Και μεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρΑρετή
Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Στολισμένο με βώλους,τυλιγμένους με χρυσόχαρτα
Για να το βλέπει όλος ο κόσμος-το' κανε χωρίς έπαρση

Τα θερινά απογεύματα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ' το
Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήμα και οι νεότερες έπλεκαν
Πολύχρωμες, μ'αυτά, φανέλες,για όλα τα παιδιά της γειτονιάς

Ένα βράδυ πέρασε απ' τη γειτονιά μας ο Χριστός
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του το'φεραν με προθυμία
Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό

Από τότε η φτώχεια μας έσπασε σε άπειρα κομμάτια
Μέχρι που χάθηκε εντελώς ή τη συνηθίσαμε

 

2 σχόλια:

  1. ...μνήμες! μνήμες!
    κι φτώχεια;;; που ποτέ δεν μας εγκατέλειψε κι ο νους ακολουθούσε;
    Δεν συνηθίζεται η φτώχεια,
    Φίλε μου!

    Σε-σας φιλώ,
    Υιώτα,
    αστοριανή, ΝΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τη συνηθίσαμε τότε, καλή μου φίλη, Γιώτα.
    Η μνήμη δυστυχώς "δεν είναι" σε κανένα "σκληρή",που θα'λεγε ο Σεφέρης, εκτός από ευαίσθητους ανθρώπους σαν κι εσένα-ιδίως ποιητές.
    Χαιρετισμούς στο Δημήτρη, τα παιδιά και τα εγγόνια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή