Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΣΤΕΦΑΝΟΣ-ΟΠΩΣ ΑΔΑΜ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ – ΟΠΩΣ ΑΔΑΜ

Πέρασα κάποιες αισθαντικές και κατανυκτικές μέρες και νύχτες στο Ησυχαστήριο του Προφήτη Ηλία, ενός εξωκλησιού που βρίσκεται στον Κίσαβο, πάνω απ’ τα Αμπελάκια.
Πλάι στο εκκλησάκι υπήρχε το αρχονταρίκι, με τραπέζια, βιβλιοθήκη με πατερικά βιβλία κι ένα μικροσκοπικό κελί, όλα πάνω στον βράχο που βλέπει στον κάμπο της Πιερίας, πάνω απ’ την τεθλασμένη του εθνικού δρόμου και τον φιδωτό Πηνειό, ασημένιο ως την ώρα που έπεφτε το σκοτάδι και, μακριά, κουνιόντουσαν .όπως τα εαρινά άνθη, τα φωτάκια στα πόδια της Χαλκιδικής.
Το αρχονταρίκι, γεμάτο εικόνες, μύριζε μαστίχα κερί και καμένο λάδι. Απ’ το παράθυρο έβλεπες βερβερίτσες να γλιστρούν στα δέντρα, ενώ το τεράστιο πέπλο των τριγμών των γρύλων τρυπούσαν δρυοκολάπτες και λυπημένοι κούκοι. Παράξενα πολύχρωμα πουλιά πετούσαν πάνω από αρκεύθους, πουλιά που παρασύρονταν από έναν Ολύμπιο άνεμο – παραδόξως χτυπούσε μόνον εκείνο το βράχο.
Γύρω ένα δάσος βασιλικών δρυών. Κατάπινε τουφεκιές κυνηγών, φωνές υλοτόμων, αποτυχίες γερακιών στις βουτιές τους πάνω από φίδια κι αρουραίους. Εκτός από βελανιδιές και πουρνάρια, φύτρωναν αγριοτριανταφυλλιές, αναρριχώμενα, αγριολούλουδα. Υπήρχαν και δύο πλατανοδάση με κρυφό νερό. Το Φθινόπωρο, την απέραντη ησυχία έσπαζε ο θόρυβος φύλλων που έπεφταν στο ρέμα. Κάποτε ακούγονταν και το γρύλισμα των αγριόχοιρων που βοσκούσαν κρυμμένoi απ’ τις κληματσίδες και τον κισσό.
Το εκκλησάκι παλαιό, σε κάποια πέτρα του αναφέρεται η χρονολογία 1750.
Τα εσπερινά Κεκραγάρια του ηδύφωνου, στην απλότητα του, ψάλτη, συνόδευαν εκείνα τα ξεσπάσματα των αηδονιών που ο γέρων Πορφύριος βρίσκει ότι εξυμνούν τον Κύριο των όλων. Οι εικόνες των τέμπλων ξεθωριασμένες. Μια Παναγιά με σπασμένο πρόσωπο - από γροθιά δαιμονισμένης, λένε - ο Προφήτης Ηλίας, ο Πρόδρομος …
Γύρω απ’ την εκκλησία ήμερα λουλούδια στόλιζαν ξεθωριασμένες γλάστρες και τενεκεδένια κουτιά: Γεράνια, αγγελικούλες, τριαντάφυλλα. Πίσω απ’ το ιερό, εφτά συμπλεγμένες μουριές, μια απόπειρα που έμεινε στη μέση, να ‘χουμε υπαίθριο αρχονταρίκι για της Πασχαλιές και τη θερινή αναψυχή μας, κάτω από έναν ουρανό έντονα μπλε κι ενίοτε γεμάτο από λευκά δρομαία νέφη.
Όσο έπεφτε το βράδυ και το ποτάμι σκούραινε κι άναβαν στα απέναντι χωριά του Ολύμπου οι λαμπτήρες δρόμων που δεν θα περπατούσαμε ποτέ, άπειρα τριζόνια που ως εκείνη την ώρα σκαρφάλωναν ζαλισμένα ώς και τα χέρια και τα μαλλιά μας, ξυπνούσαν κι άρχιζαν την δική τους δοξολογία, κρυμμένα πια στις τεράστιες βελανιδιές, σε πέτρες, σε ξύλα ή στη μικρή βρυσούλα με τα κρινάκια.
Καθόμαστε τότε σε κορμούς που είχαν κοπεί σε σχήμα καρέκλας και, περιμένοντας να ‘ρθει η ώρα για την αγρυπνία, συζητούσαμε πνευματικά. Όταν κοιτούσες τον ουρανό «είμαι εδώ» σκεφτόσουν «και τούτο το απόλυτο είναι δώρο σου, Κύριε, σε μένα». Την ώρα που τα δάχτυλα έψαυαν τα κομποσχοίνια και ο λυγμός της κουκουβάγιας προεισήγαγε σε μικρά δράματα, φούγκες, μάταιες τις περισσότερες φορές, των μικρών πλασμάτων του δάσους, τότε, χίλια μέτρα ψηλότερα, στην κορυφή, άναβε στην αρχή ένα φίδι, φόντο που τις σκιές αναδείκνυε των ελάτων. Κι ύστερα φανερώνονταν αργά, όπως όλοι οι μεγαλοπρεπείς, νυχάκι στενό, τόξο, ολόγιομο το καινούργιο φεγγάρι. Έχυνε το φως του στις κορυφές των δρυών, στα βράχια ξυπνούνε τα μικρά πουλιά στις φωλιές τους, σχεδίαζε αλλόκοτα τα μαντήλια των γυναικών που ετοιμάζονταν για τον Εσπερινό.
Κάποια στιγμή χτυπούσε το τάλαντον, το ξύλινο σήμαντρο, κι όλοι περνούσαμε με ευλάβεια στον μικρό ναό. Σκορπίζαμε στα στασίδια και τις καρέκλες, κάποιοι έμεναν όρθιοι. Όταν ο αναγνώστης διάβαζε, μετά το «Δεύτε προσκυνήσωμεν» τον κατανυκτικότατο ψαλμό του Δαυίδ, όλη η φύση, όπως τη ζούσαμε στον ημερονύκτιο κύκλο, τα ζαρκάδια και οι άγριοι χοίροι που έβλεπαν πολλοί να καθηλώνονται μπροστά στους φανούς των αυτοκινήτων τους, τα αείροχθα νάματα που έβρεχαν φυλλώματα πλατάνων, οι στικτές πέτρες και τα ζουζούνια, όλα περνούσαν ανάμεσά μας, καταργούσαν, την ώρα του δοξαστικού «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε», έσβηναν το σκοτάδι. Και σ’ εκείνο το, για τους αρχαίους και σύγχρονους Αγίους, φως υπέρ το φως, σε μιαν υπεραισθητή αίσθηση, η ψυχή τους αρπάζονταν απ’ τον Αιώνιο με το «Κύριε εκέκραξα προ σε, Ελέησόν με, ελέησόν με, Κύριε». Ψελλίζαμε κι εμείς, οι σκουριασμένοι τενεκέδες, τα ίδια λόγια, άλλος με συντριβή κι άλλος με λιγότερη κατάνυξη, περιμένοντας απ’ την επανάληψη την κάθαρση και τον αγιασμό. Κι έπονταν οι ακολουθίες του εικοσιτετραώρου, η Αρτοκλασία, το Μεσονυχτικό, ο Όρθρος. Φθάναμε στη Θεία Λειτουργία την ώρα που ο ουρανός γίνονταν γαλακτώδης, εκείνα τα μαχαιράκια της όσφρησης γύριζαν κατεβαίνοντας στο μαλακό στήθος κι έξω απ’ τον ναό ξυπνούσε ένας κόσμος ολόκληρος.
Την ώρα των «κατηχητικών», σηκώνονταν απ’ τη θέση του ένας ψηλός, ξερακιανός άνδρας. Είχε πεταχτά μαλλιά και μια εκπληκτική ομοιότητα με τον Μάξ Σύντοφ, τον ηθοποιό της «Έβδομης Σφραγίδας» και του «Πέλε του Κατακτητή». Ήταν ο Χάνς, γερμανός προτεστάντης, μυούμενος εκείνο τον καιρό στην Ορθοδοξία. Την στιγμή που ακούγονταν το «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε» ο Χάνς σηκώνονταν κι έβγαινε από την Εκκλησία, συντηρώντας ένα τυπικό που δεν είναι απολίθωμα, όπως αισθάνονται, δυστυχώς, προεστώτες και εκκλησίασμα στους κοσμικούς ναούς μας, αλλά η αείζωη λατρεία του λαού μας.
Κάποτε απομακρύνθηκα από τον κόσμο αυτό. Ήταν η δυσκολία της μετάβασης, δύο υπεραστικά ως το χωριό κι ύστερα πέντε χιλιόμετρα χωματόδρομος. Ήταν και η ακηδία που μας τυλίγει πολλές φορές, ο εύκολος δρόμος, ο φαρδύς και ίσιος. Μάθαινα όμως όσα συνέβαιναν στην μικρή κοινότητα των πνευματικών μου αδελφών. Ποιοι νέοι ήλθαν, ποιοι χάθηκαν σαν κι εμένα, προβάλλοντας εν αμαρτίαις προφάσεις.
Έμαθα και για την βάφτιση του Χάνς, πώς ντύθηκε το λευκό ένδυμα που συμβολίζει την καθαρότητα της ψυχής, πως μπήκε στην μεγάλη κολυμβήθρα και πήρε το όνομα του πρωτομάρτυρα Στεφάνου.
Όταν ξαναεπισκέφθηκα τον τόπο ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδα. Περπατούσε αργά μέσα στο δάσος, σκύβοντας στα ταπεινά ανθισμένα χόρτα. Έμοιαζε να τους μιλάει.
Και ξαφνικά, έτσι όπως πάλλευκο (απ’ την, λόγω του Μυστηρίου, αναίρεση της όποιας αμαρτίας είχε ως τα πενήντα του χρόνια), άσπιλο τον ένιωσα, πίστεψα ότι ήταν ο προπτωτικός πρώτος άνθρωπος.
Κι εκεί, στον Παράδεισο, ονόμαζε φυτά, ζώα και πετρώματα χαρίζοντας νόημα καινό σ’ ολόκληρη τη Φύση.

 

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

ΙΑΜΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ



 ΙΑΜΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ



Εκείνο το σούρουπο, ενώ περπατούσε, μετά από χρόνια, στην οδό Καλτετζών, κάποιο δρόμο ιαματικό-έτσι χαρακτήριζε πλέον τους τόπους που κρατούσαν μνημικά της  νεότητάς του ράκη - ένα δρόμο με καθησυχαστικές μονοκατοικίες ένθεν κι ένθεν, υπό το ραίνον και τον τυφλό ακκορντεονίστα που ακολουθούσε μοβ χιόνι των δέντρων, σπάζοντας απαλά τους μισοσβησμένους ιστούς της απίστευτης φωνογραφίας των πλανοδίων μιας άλλης εποχής, πατώντας τους ίσκιους  παιδιών που μεγάλωσαν, γέρασαν και οικιστές πλέον, οι περισσότεροι, υπάρχουν της αχερούσιας όχθης, σταμάτησε να ανάψει τσιγάρο.
Είχε στην αριστερή τσέπη το μάλμπορο, όμως έκανε λάθος και με τρέμοντα χέρια έβγαλε από τη δεξιά το κουτάκι με την  παρά φύσιν έδρα.
"Κάθε στιγμή είναι ένα τέλος ή μια αρχή" πρόφερε ψιθυριστά . "Ένα ελάχιστο πρόθεσης, ένα μικροσωματίδιο προαίρεσης", σκέφτηκε στη συνέχεια.
Δεν ήταν από εκείνους που καθημερινά αλείφουν στο ψωμί τους την τυχαιότητα. Πίστευε στην ύπαρξη των, υπέρ την ύλη και το άυλο, δακτύλων που στρώνουν απαλά τις λεπτομέρειες του Κόσμου, γεμίζουν τα κενά, αναδεικνύουν τις λεπταίσθητες προθέσεις, χαρτογραφούν την περιοχή της Πρόνοιας του τρισυπόστατου Ενός για τον Κόσμο.
Θυμήθηκε ξαφνικά ότι στο σκονισμένο εδώ, πριν πενήντα χρόνια, παρίστανε, στην ομήγυρη των συνομήλικων με την πράσινη μύξα στο πανώχειλο, έπαιζε τον παραπαίοντα Μανέλη, όπως τον είχε δει στο Σινε -Πάνθεον, ανάμεσα σε αγριοβασιλικούς  και  τις κλαρωτές φούστες, όπως τον είχε δει να-  αν και νηφάλιος-  κινείται σε ένα βαρύ ζιγκ-ζαγκ και να φτύνει τα κουκούτσια της ελιάς στα λειρόληκτα καπέλα των κυριών.
Κι αμέσως συμπέρανε ότι αυτό το κομμάτι μνήμης, που μόλις του δόθηκε, δεν ήταν τυχαίο, πρέπει να είχε την ιδιαίτερή του σημασία, την ιδιαίτερή του αποστολή, σαν το εξ ουρανού  πτίλο στις ταινίες του Ταρκόφσκι.
"Να ναι αυτή η τελευταία μου σκέψη;" αναρωτήθηκε. 
Ύστερα σκέφτηκε ότι  μάλλον τρομάζει το απόλυτα φυσικά τρομακτικό- κι αυτό είναι το αφύσικο. Ο σκοτεινός άγγελος σε βρίσκει ακόμη κι αν με γρήγορο άτι βρεθείς στη Σαμάρα. Το όποιο ραντεβού είχατε, εν αγνοία σου, θα μετατεθεί για εκεί.
Από κάποιο ανοιχτό παράθυρο νωχελικά γλιστρούσε ένα νυχτερινό του Σοπέν.
 "Δεν γίνεται παρά να το περιγράψω ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ αυτό. Και δεν μπορώ παρά να είμαι  ακριβής στην περιγραφή μου αυτή. Εδώ που έφτασα, το μόνο που μου απομένει είναι η επιχάραξη των ορίων των πραγμάτων. Λείπει βέβαια ο πιανίστας, ουσιαστικά ένα ξηρό κέλυφος, σαν τα πεθαμένα τζιτζίκια -η μουσική αποτελεί τη διαχεόμενη ανθρώπινη ουσία. Η μουσική ως "είναι" και ως αίνιγμα για το "είναι".
( Ξαναδιαβάζω το κείμενο. Πού βρίσκεται η, ανάγκης ένεκεν, αναπαραστατική Τέχνη; Τί ακριβώς περιλαμβάνει εκείνη "απίστευτη φωνογραφία πλανοδίων";
Ας μετρήσουμε:
Ο γαμψομύτης που κραύγαζε "κουτιά γάλα σκόνη αγοράζω, οι χούλα - χούπ κάλτσες δέκα", το γεροντάκι που πουλούσε "κλουβάκια, πουλάκια, κρεμάστρες", ο Σπύρος που σου ζητούσε να σπάσεις ένα πιάτο για να το κολλήσει με την απίστευτης αντοχής κόλλα- σκόνη που πουλούσε, ο "λεκάνες καθαρίζουμεεεε", ο "μαστχασπαιδιά" , εκείνος ο μυστήριος επαίτης που ζητούσε και έπαιρνε μόνο φετούλες με ψωμί. Σταματούσε στην αυλόπορτα και χθαμαλή τη φωνή εισήγαγε την αίτησή του με ένα μακρόσυρτο "Κυρίααα").
*****
Παρατηρεί ότι έχουν αλλάξει πολλά με τα χρόνια που πέρασαν. Τότε, υπήρχαν τουλούμπες και  ασβεστωμένα βαρέλια  για τα σκουπίδια στις διασταυρώσεις. Tα σπιτάκια, εδώ, ήσαν όλα μικρά.  Στο ίδιο μετασεισμικό σχέδιο.
Απόψε οι  μονοκατοικίες της οδού Καλτετζών (που ονομάζονταν κάποτε πάροδος 220) φαίνονται έρημες, στίβα ανεπίδοτων επιστολών. Οι κήποι αργά αποσυντίθενται στη νύχτα. Κάποιοι έχουν μαδήσει κι άλλοι έχουν, όπως το υπερευαίσθητο μη μου άπτου, συσταλεί. Η παλαιά, γενναιόδωρη αρχιτεκτονική τους έχει συμπτυχθεί τόσο ώστε να χωρεί στην αιώρα του αμλέτειου διλήμματος: "Είναι ή απουσιάζει;". Φαίνονται ακόμη η μάντρα του Τέλη, υπάρχει το ασημί πόμολο στο οποίο ο Κρεμαστάς, για χιούμορ καθώς έλεγε, είχε κρεμάσει τον αρουραίο που έβγαλε από τη μαλακή γη το λαγόσκυλό του.
Το τσικ μιας νυχτερίδας του τίναξε τη χωρίστρα.
Ανάμεσα στα σπίτια ξεχωρίζει ακόμη το Τσιμωναίϊκο, ένα διώροφο ρομαντικού, νεοαποικιακού στυλ, με υπέρθυρη επιγραφή στην οποία αναφέρονταν η χρονολογία κατασκευής του. Τριγυρισμένο από την ίδια τεράστια αυλή. Το σπίτι φαίνεται εγκαταλειμμένο από χρόνια, η αυλή του όμως διατηρείται ακόμη  περιποιημένη. Μικρά οπωροφόρα, αναρριχώμενα, φυτεμένα με χάρη, μια μανόλια με άσπρα μαντήλια να σκουπίζουν τα γυαλιστερά φύλλα της κι ένας πλάτανος στην είσοδο, με φύλλωμα αρχαίο κι αραιό.
 Στο βάθος της αυλής υπάρχει πάντα το μικρό σπιτάκι. Στη βεράντα του κρέμονταν, τότε, πέντε κλουβιά με τρία παπαγαλάκια στο καθένα. Εδώ, σε άλλες εποχές έμεναν οι επιστάτες, η οικογένεια Μουσούρη.
****
Την ώρα που οι ίσκιοι μύριζαν λιωμένο βερίκοκο, ένας σκονισμένος  καμπούρης, περνούσε τα καλοκαιρινά απογεύματα, διέσχιζε την οδό Καλτετζών και  τρύπωνε στην αυλή του Τσιμωναίικου από μια πλάγια πορτούλα. Κατευθύνονταν στην βεράντα του παράσπιτου, σε μια παρέα παιδιών- ανάμεσά τους. "Καραγκιόζης", έλεγε το όνομά του, μα αυτό ήταν κάτι μάλλον περιττό- οι πάντες τον γνώριζαν και τον χειροκροτούσαν. Ο Καραγκιόζης κάθονταν ανάμεσά τους.
 Η οικοδέσποινα τους σερβίριζε  μέντα και έβαζε ένα δισκάκι  σαρανταπεντάρι στο πικάπ με το "τρελοκόριτσο" ή το "τζίνι" καθώς και με ξένα τραγούδια με τον Ανταμό και τον Αλ Μπάνο. Όταν έπεφτε το βράδυ κι άναβαν  τα φώτα, στους τοίχους του μεγάλου σπιτιού οι ίσκιοι των φυλλωμάτων  ιχνογραφούσαν εικόνες από αλλόκοτους κόσμους. Τα φώτα γίνονταν πυρσοί και πίσω από κάθε μαύρο όγκο κρύβονταν όντα με σκοτεινές καρδιές και προθέσεις. Όταν τσίριζε κάποιο παπαγαλάκι, τα παιδιά ένιωθαν ότι βρίσκονται στην Ιεριχώ πριν την πτώση της ή μέσα στο στράτευμα του Αττίλα καθώς ανέβαινε τις Άλπεις. Σάλπισμα ή κραυγή ελέφαντα; Κι όμως ήταν ο Τζόνυ, ο μικρός παπαγάλος που εμπόδιζε τους άλλους δυο του κλουβιού να ζευγαρώσουν, αυτός ήταν ο ρόλος του, γι αυτό δημιουργήθηκαν οι παράταιρες τριάδες.
Κάποια στιγμή, ο σκονισμένος καμπούρης άρχιζε μια διήγηση παράξενη: Το σκοτωμένο από τον μακεδόνα στρατηλάτη φίδι- ο φίδης, τον διόρθωναν- σε κάποια παράσταση δεν είχε πεθάνει. Και καθώς εκείνος πηδούσε άφοβα στη ράχη του, έκανε ένα υπόκωφο "μου". "Μάζεψα την καρδιά μου, έλεγε ο Καραγκιόζης γελώντας, από τα απέναντι χαλίκια, ψάχνοντας ανάμεσα σε πόδια παιδιών, πόδια που φορούσαν, εκείνα τα χρόνια, τρύπια παπούτσια".
Τα  παιδιά χειροκροτούσαν.
Κι ύστερα έρχονταν η σειρά της οικοδέσποινας, της κυρίας Μουσούρη, να αφηγηθεί ιστορίες από την Κατοχή:
"Πήγαινα συχνά πεντάχρονη κι ολομόναχη να μεταφέρω ψωμάκι και κρεμμύδι στον αδελφό μου που έφτιαχνε κάρβουνα στο βουνό. Φτώχεια μάστιζε το σπίτι μας. Χανόμουν στην αντάρα των μονοπατιών πολλές φορές, όμως ο Θεός βοηθούσε και πάντα τον εύρισκα. Μου έδειχνε πώς καίνε τα ξύλα στο λάκκο, με ρωτούσε για τους γονείς μας κι ύστερα, αφού κολατσίζαμε πρόχειρα,  κοιμόμαστε σε μια μικρή χορτοκαλύβα από την οποία εξείχε το μισό κορμί του αδελφού μου, ακόμη και τα δικά μου ποδαράκια έμεναν απέξω. Άκουγα τους λύκους να ουρλιάζουν και τρέμοντας τον ρωτούσα :"Κι αν μας φάνε τα πόδια:". Τότε εκείνος με παρηγορούσε:"Μην είσαι κουτή, θα φυτρώσουν καινούργια πόδια στη θέση τους, δεν το ξέρεις ότι τα πόδια ξαναφυτρώνουν;".
 Αυτά έλεγε φυσώντας τον καπνό του τσιγάρου της ψηλά και τα παιδιά, ακόμη κι ο ένσαρκος  ήρωας του μπερντέ,  μελαγχολούσαν.
***
Στον ουρανό γλιστράει προς την ανατολή ένα αστέρι. Απέραντη ερημία. Κάθεται στο φαγωμένο σκαλοπάτι του Τσιμωναίικου.
Ψάχνει για τσιγάρα.
            Κι αυτή τη φορά βρίσκει, με την πρώτη, την αριστερή τσέπη.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Σ’ ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ  (1978)

Το μουστάκι σου μια τούφα από λινάρι,
μπαμπακένιε Σπήντι, απόψε κιτρινίζει.
Γέρασες; Μάλλον η άκρη του εγγίζει
το ίδιο, οξειδωμένο, πένθιμο φεγγάρι.

Θυμάσαι ….Κρεμούσε τα φιλιά της
στο σκοτάδι. «Για τα γενέθλιά σου
δώρο». Πρόσεξα την ουρά σου
κορδόνι μες την αγκαλιά της.

Ναι, ίδια, αδελφή μιας νύχτας πεθαμένης
η νύχτα που με βρίσκει να μιλώ
με σένα ποντικάκι μπιμπελό
πού ‘μαθες ν’ αγαπάς και να σωπαίνεις.
Γιάννης Τσίγκρας


Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

ΒΡΑΔΥ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Αλχημιστές των mirabilis, νυχτοπεταλούδες
ζευγάρωναν στα σκληρά μας γόνατα.
Οι παρορμητικοί εντρίπλαραν – όπως ο Σιδέρης.
«Το ραδιόφωνο» φώναζε η μητέρα.
Η πρίζα έπεφτε και, για τρία δεύτερα,
συνέχιζε η Φαίδρα το τραγούδι.

Ύστερα ξυπνούσε το πρώτο βατράχι.

Τι έχει απομείνει; Τα μάτια; 
Γιάννης Τσίγκρας
  ΓΑΡΥΦΑΛΛΟΣ ΔΟΥΚΙΔΗΣ

Ο πατέρας της μητέρας μου, ο, με απολυτήριο της Εμπορικής Σχολής Βόλου, σκυτοτόμος και επιδιορθωτής υποδημάτων στην Πορταριά του μεσοπολέμου, έως τη μοιραία βουτιά του στον τσιμενταύλακα, κάτω από τον τυλιγμένο σε άγριο γιασεμί φράχτη του αμαξιτού, την 8η Δεκεμβρίου 1966, την ίδια βραδιά που πέθαναν εκατοντάδες άνθρωποι στο ναυάγιο της Φαλκονέρας και την επομένη της, με τον τρόπο των καρτούν, αποδημίας του Ουόλτ Ντίσνεϊ ο οποίος με την κρυογονική βρήκε ένα σίγουρο και φυσικό τρόπο αναστάσεως, ο παππούς μου λοιπόν, ο Γαρύφαλλος Δουκίδης, είναι σίγουρο ότι δεν γνώριζε τίποτε για τον αββά Σισώη.
Είχε κάνει βέβαια κάποιες εξαιρετικές γνωριμίες, λόγω κυρίως του υπερβολικά κοινωνικού χαρακτήρα του. Είχε συνομιλήσει με την τυφλή τραγουδίστρια της δεκαετίας του 50, τη Μαριάννα Χατζοπούλου. Στην πλατεία του χωριού, την κέρασε  εκείνη τη στεγνή καρυδόπιτα που διέθετε με ένα δίφραγκο ο Πεταλάς ενώ εγώ, πεντάχρονος, πλάι τους βύζαινα το δερματόοσμο μικρό του δαχτυλάκι, βαπτισμένο στο τσίπουρο και τη σκόνη των μετεωριτών που είχε καθίσει στα ξύλινα τραπέζια, καθώς ο παππούς ζωγράφιζε επεισόδια από τη ζωή του.
Ύστερα τραγούδησαν κι οι δυο μ΄ αίσθημα «να ζήσουν τα φωτοχόπαιδα», «Ζαφείρα», «κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «φούστα κλαρωτή», «η μάνα μου με δέρνει»το "- τραγούδια που αναβόσβηναν, εκείνο τον καιρό, στο  νουάρ σελιλόϊντ, σύμφωνα με το ρυθμό των ανθισμένων ματιών της Μαριάννας. Ο παππούς της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια- ποια παιδικά με ένα τσαγκαροσούβλι στα δάχτυλα εικοσάωρα ολόκληρα καθημερινά  στο υπόγειο του καταστήματος του πατέρα του, με την ταμπέλα "υποδήματα δια νύμφας"- και άφησε  να εννοηθεί ότι η βασική του διαφωνία με τη γιαγιά στην πρώτη τους δεκαετία ήταν τα πολιτικά ενώ σήμερα τσακώνονται και για το πόσο κρύο μπορεί να ήταν το καρπούζι  με τα αρχικά ΓΔ που πήρε από την ποδιά της βρύσης  και το ανέβασε, αυτός ο γάιδαρος, σε πεντακόσια μέτρα καλντεριμιού και πενήντα οχτώ σκαλοπάτια, προσπαθώντας να μη τσακίσει τους μίσχους από τα σκυλάκια και τα γαρύφαλλά της.
Επειδή η γιαγιά, παρά το ασκητικά ισχνό  κορμί της, είχε φωνή και  φλόγινη γλώσσα  δράκου κινέζικου παραμυθιού.
Δεν του ήταν δυσερμήνευτη και η σιωπηρή κοφτή της χειρονομία ,το χέρι τεντωμένο απέναντί του να δείχνει μιαν έξοδο, μιαν αναχώρηση, μιαν αποβολή- το χέρι του αγγέλου χωρίς τη ρομφαία- κι ο παππούς να σκέφτεται πόσο αναπαυτικός θα είναι ο ύπνος ανάμεσα στο αμόνι και την πόρτα, κάτω από τις φωτογραφίες του Βενιζέλου και τα σκίτσα του Φωκίωνα Δημητριάδη-διάβαζε τις κεντρώες εφημερίδες που τα φιλοξενούσαν.
Ίσως από ενύπνιό του, κάποιες τέτοιες μέρες,  να ξεπήδησε  η ανεικονική, αδέσποτη λέξη- ιδιόμορφο ταχτάρισμά του για όλα τα παιδιά που πλησίαζαν τη γωνιά  του, το τάχτιβιλίμ.
Όμως τον όσιο Γέροντα της Νιτρίας σίγουρα δεν τον ονειρεύτηκε ποτέ.
***
Η φωτογραφία τραβηγμένη από την κύρια είσοδο του πολυτελούς ξενοδοχείου της Πορταριάς, το Μέγα Θεοξένια. Χοντροχάρτονη, του 1931. Στο κέντρο, κάτω από την υποκαστανιά που ακόμη θάλλει, ο ηγέτης και δεξιά και αριστερά του καμιά τριανταριά πορταρίτες.
Ξεχωρίζω μεταξύ των πρώτων τον Γαρύφαλλο Δουκίδη. Δεν έχει τη γεροντική καμπουρίτσα που λάτρεψα. Κοιτάω προσεκτικά, με φακό- τα  χείλη του μισάνοιχτα. Πρέπει να ζητωκραυγάζει.
***
"Ο κ. Βενιζέλος προσεφωνήθη υπό κατοίκου του χωριού με το -Ως ευ παρέστης Ελευθέριε σοφέ. (Από εφημερίδες της εποχής).

***
Ενδεχομένως να είχε ακούσει το τροπάριο του συνώνυμου μεγαλομάρτυρα ο παππούς, αν και σπάνια πήγαινε στην εκκλησία.  Χριστούγεννα και Πάσχα, όπως έλεγε ο ίδιος. Αν δε, δεν τον κυρίευε συχνά αυτό το πνεύμα της άρνησης του θείου, ως αντίδραση ίσως στην "ψευτομετάνισσα" τη γιαγιά μου (  τη λέξη πρέπει να την άκουσε από τον υπηρετούντα στη θέση του γραμματικού της Κοινότητας Πορταριάς Γιώργο Παπαδιαμάντη, το μικρό αδελφό του σπουδαίου μας διηγηματογράφου Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ο οποίος τη χρησιμοποιεί συχνά στα κείμενά του) αν δεν έμενε αλιβάνιστος χρόνια ολόκληρα, ίσως είχε μάθει, από  το συναξάρι ή από τη γνωστή τοιχογραφία, την αντίδραση του οσίου Σισώη μπροστά στον άλαλο και κωφό  τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο άγιος, λένε και εικονίζουν, δάκρυσε για τη ματαιότητα των ανθρωπίνων. Τόσες σπαταλημένες δυνατότητες, τόσο αίμα για την εν σμικρώ, εν ελαχίστω ξενοδοχεία ενός, όμοιου με όλους τους άλλους, σκελετού;

***
Αν γνώριζε λοιπόν αυτή την ιστορία είμαι σίγουρος ότι δεν θα επέμενε αυτός, ο αρνητής των μύθων στο ίδιο καθημερινό, μεσημεριάτικο παιγνίδι μας:
Ξάπλωνε στο κρεβάτι με τα γόνατα ανασηκωμένα. Τα γόνατα ήσαν πλοίο σε άξενο πόντο κι εγώ, πάνω τους, στα πέντε μου χρόνια καπετάνιος. Ο καπτα Γιάννης. Κι ο παππούς ήταν η Γοργόνα, η αδελφή του Μεγαλέξαντρου. Μια γοργόνα με σώβρακο μακρύ και δασύτριχο στήθος. "Καπετάν Γιάννηηη…ζει ο βασιλιάς Αλέξαντροοος;" φώναζε η Γοργόνα, ταράζοντας τη σιέστα ακόμη και των γειτόνων. Κι εγώ, σήκωνα ψηλά τα χέρια και εν θριάμβω ομολογούσα "Ζει και βασιλεύει και τον Κόσμο κυριεύειιιι".
***
Στο μπροστινό κάθισμα ένας ημικρετίνος μιλούσε ασταμάτητα στην ομόρρυθμη γυναίκα του. Μπουκέτα από κότες και αγριολάχανα στο πάτωμα. "Τα κεφάλια μέσα" προειδοποίησε ο οδηγός.
 Απολάμβανα την τρομερή περιπέτεια ενός ταξιδιού δώδεκα ολόκληρων χιλιομέτρων και τη θέα ενός Παγασητικού που άλλαζε  χρώματα. Το "σαπφείρινο μαβί" γύριζε στο σκληρό, αιχμηρό μπλε.
 Το μεταγκαζοζέν λεωφορείο- ξέρετε εκείνο με τη μούρη θλιμμένου σκύλου, στην άκρη της οποίας κρέμονταν ενίοτε η μανιβέλα-διέσχιζε πλαγιές με ελαιώνες και πλατανορέματα. Η γιαγιά, δίπλα μου, έσφιγγε την ολόισια περισπωμένη ενός σιωπηλού στόματος. Αριστερά μας, κάποιος γκριζομάλλης πετούσε στη γυναίκα του προφητείες για την επόμενη στιγμή: "Να τώρα θα πέσουμε…που πάει αυτός…όϊ..όϊ..".
 Ξαφνικά ακούστηκε ένα τριπλό παφ και το λεωφορείο της γραμμής Βόλου- Πορταριάς- Μακρινίτσας σταμάτησε. "Το κέρατό μου" είπε ο οδηγός κι ύστερα "σκάστε ρε", στο φλύαρο ζευγάρι που βρίσκονταν ακριβώς πίσω του.
 "Βλάβη" απεφθέγξατο, υπερβολικά επίσημα, και τράβηξε το χειρόφρενο.
Κατέβηκε μόνον αυτός κι ήταν έτοιμος να σκύψει στη μηχανή όταν το όχημα, από κατασκευής άναρχο κι εναντιωτικό, άρχισε να κινείται. "Παναγιά μου" φώναξε η γιαγιά, η των χειλιών της γραμμή κύρτωσε, και μου άρπαξε το χέρι. Όλοι κινήθηκαν προς τη μόνη ανοιχτή πόρτα, την μπροστινή, και προσπάθησαν να κατεβούν. Από την ίδια πόρτα προσπαθούσε να ανεβεί στο ,προς τον γκρεμό κινούμενο λεωφορείο, και ο οδηγός για να  το σταματήσει.
 Βγαίναμε για να σωθούμε και τον εμποδίζαμε να μπει να μας σώσει. Κι ήταν η  αμφίπλευρη ένταση  και το ζωτικό πάθος τέτοια που κανένας δεν κατάφερνε τίποτε.
Εποχούμενοι διασχίζαμε τα τελευταία τρία μέτρα της ζωής μας-υπάρχει πιο συναρπαστικό ταξίδι;
***
Ξαφνικά το αυτοκίνητο σταμάτησε όπως ξεκίνησε. "Μπλόκαρε ο συμπλέκτης" είπε ο εξουθενωμένος οδηγός, "μας έσωσε άγιος" είπαμε εμείς.
***
"Γαρόφλε, έταξα στον Άη Νικόλα μια λαμπάδα στο μπόι του" είπε η γιαγιά στον παππού μόλις φτάσαμε στο χωριό. Και με έδειξε.
Εκείνος μας αγκάλιασε σφιχτά και δεν μίλησε.
****
Το ίδιο μεσημέρι, την ώρα του αγαπημένου μας παιγνιδιού και πριν για την αθανασία του Μεγαλέξαντρου προλάβω να θριαμβολογήσω, κατέβασε τα γόνατα και με πέταξε στον πόντο των σεντονιών, εμένα τον καπτα-Γιάννη.
Κι άκουσα, κι άκουσε όλη η γειτονιά, τη  Γοργόνα με το δασύτριχο στήθος και το μακρύ σώβρακο, να , ως καπετάνιος, κραυγάζει πανηγυρικά: "Ζει, ζει, ζουν."
Γιάννης Τσίγκρας

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Η ΠΙΟ ΠΙΚΡΗ ΑΛΙΣΑΧΝΗ

Η ΠΙΟ ΠΙΚΡΗ ΑΛΙΣΑΧΝΗ
 
Η πιο πικρή αλισάχνη
Δεν τυλίγει συνήθως έναν εσμό ναυτίλων
Που ακολουθεί 
Κάτω από αίθριο ουρανό,
Το ρυθμό ενός καθαρού ιωνικού 
Μαρς.
 
Ούτε μονάχα συντονίζει 
Το προκυμαίο βήμα 
Του παρελαύνοντος  
Παιδιού-πίσω από ένα 
Δεμένο με κορδέλα, γλάρο. 
 
 
 
Τα χέρια μας 
Πλάι στην προκυμαία 
Χτυπάειαυτή
Η, στην αφή, αδαμάντινη 
Των κυμάτων σκόνη.
 
Χέρια απλωμένα που θυμίζουν
Του Πέτρου την
Κραυγαλέα ικεσία 
Που κάποτε σκέπασε το βουητό
Της Τιβεριάδας: 
 
 
 
«Έστω κι αν
Κι οι έντεκα έζησαν
Την πίστη και τη λαχτάρα μου,
Να περπατήσω 
Πλάι 
Σου 
Πάνω στο κύμα
 
Βουλιάζω 
Κύριε,
Χάνομαι-
Χωρίς να με κρατάς».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ-ΣΑΛΟΓΡΑΙΑ