Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014


ΜΝΗΜΗ ΠΑΛΙΑ
Εκείνα τα χρόνια,ήλθαν κυνηγημένοι απ'την επανάσταση του Νάσερ
κι έμειναν (πάμπλουτοι στην Αίγυπτο)στο γιαπί του Νταόπουλου,
μια σιταποθήκη που, επί χούντας, έγινε σχολείο,
με την επιγραφή "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών", πάνω απ' την πόρτα.
Τους ταΐσαμε γλάρους και μια σκοτωμένη, για το τομάρι της, αλεπουδίτσα
που ψήσαμε στη βεράντα.Τους είπαμε ότι ήταν αρνάκι-έκαναν πως το πίστεψαν.

Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι εκείνο που θυμάμαι είναι
ότι τον πιο αδύνατο και πεινασμένο τον φωνάζανε Φαρούκ.



ΟΣΟ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ
Κι η γειτονιά ένα παλίμψηστο,οι πολυκατοικίες
μυρίζουν την κράμβη των παλιών μπαξέδων,
τη σωρό του Φιλάρετου
ακολουθεί ό,τι απέμεινε απ' το συρφετό  (ψάρευε
στα μπλόκια λαυράκια και χέλια στη Μπουρμπουλήθρα) ένα
μαύρο γατάκι, προφανώς ως εκπρόσωπος-
μόνο το γκρεμισμένο εργοστάσιο του Τζήμα απέμεινε, παλιά
άκουγες τους αργαλειούς και τις εργάτριες να συννενοούνται
με παρατεταμένα "ουυυυυυ", ανθισμένα μπουκετάκια αχλαδιάς
έπλεαν στο τέναγος του περιβόλου,
το μπουκωμένο με κοασμούς-
"ουυυυυ"
και μαζεύαμε απ'τους θάμνους τα ποκάρια κι η γιαγιά έγνεθε το μαλλί
κι η μάνα το'πλεκε, ζακετάκι, διχρωμία, ασπροπράσινο,
σπανακόρυζο το λέγαμε,"φυσάει βοριάς, φόρα το σπανακόρυζο"
κι αρνιόσουν γιατί ντρεπόσουν να πεταχτείς στη γειτόνισσα με το
σκεπασμένο πιάτο.
Κι η γειτονιά ένα φαγιούμ
με μάτια που μεγαλώνουν συνεχώς-
όσο να κλείσεις τα δικά σου.


ΓΕΜΑΤΟ ΑΣΤΡΑ ΚΙ ΑΗΔΟΝΟΛΑΛΙΕΣ
Ναι, κάποιο βράδυ θα γίνω δέντρο
για να σπουδάσω τη σιωπή των αιώνων.
Τόσα ταξίδια που δεν ξεκίνησα, περιμένοντας γυρισμούς,
περιμένοντας δικαιώσεις, τα ορθρινά πουλιά,
τους πρωινούς εργάτες, ακέφαλους μέσα στα κασκέτα τους,
φλύαρους όσον οι μαργαρίτες και οι σουγιάδες των εραστών
που μνημειώνουν τη Στιγμή, ναι μόνον αυτή υπάρχει,
γιατί το τώρα έγινε ήδη πριν
και το αύριο δεν ξέρουμε αν θα ανθίσει,
γεμάτο πτώματα στα αβαθή, με προσμονές
που φτύνουν τη ματαίωση,
όπως ένας αρσενικός ιππόκαμπος τα παιδιά του.
Ναι, κάποιο βράδυ θα γίνω δέντρο,
γεμάτο άστρα κι αηδονολαλιές.



Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΚΑΥΣΙΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Ας ανάβουν ένα κεράκι στην άκρη του δάσους
όσοι δέονται,σαν τον αββά Ισαάκ το Σύρο,
υπέρ της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου,
ανθρώπων και αλόγων ζώων,

ακόμη και της μετανοίας των φριχτών δαιμόνων.

Κανείς δεν είναι οριστικά χαμένος
όταν υπάρχει
αυτό που ο Άγιος ονόμαζε
καύση καρδιάς.

ΜΕ ΠΡΩΤΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ
Γράφουμε, σ'όλη μας τη ζωή, ένα μονάχα ποίημα,
σε άπειρες παραλλαγές,
για λόγους διαφορετικούς για τον καθένα.
Κάποιος ψάχνει στο ζόφο ένα φως
κι άλλος τα παιδικά του χρόνια,
ο τρίτος ακονίζει οργισμένος τα μαχαίρια του.
Κι ένας πικρός, λησμονημένος,
σκηνοθετεί ένα όνειρο, πως να, όπου να'ναι
γυρίζουνε οι πεθαμένοι του, με πρώτο τον πατέρα.





Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΜΟΝΟΣ
Ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μου, περνούν παλιές ιστορίες κι ονόματα,
κάποτε έβρισκα πως μ' αφορούσαν, τώρα βαραίνουν
όσον η πέτρα στο λαιμό του αυτόχειρα,
όσο τα όνειρα χωρίς όνομα κι οι άδειοι σταθμοί των τρένων,
γράφω λοιπόν για να νιώθω λιγότερο μόνος, κι εκείνο το φεγγάρι,
α, το φεγγάρι που έλαμπε σαν το θάνατο,
μπροστά στα μάτια των καταδίκων,έχει πάρει το χαλκοπράσινο χρώμα
παλαιών λειψανοθηκών, γράφουν απέξω,
με αβέβαιη ορθογραφία, αφορισμούς
κι ο Μορίς Λεμπλάν τελείωσε,στο καφέ,
την κουβέντα του με τον Αρσέν Λουπέν,
"φίλε δε μπορείς να τη γλιτώνεις πάντα,
αυτή τη φορά θα σε παραδώσω,κουράστηκα",
το ξέρω, θα μου πείτε, είναι η συνέχεια μιας παλιάς σιωπής,
διαβάζαμε τη Μάσκα, στο φως του στύλου κι ο Σκορδάς
φώναζε από απέναντι,"γαμωτοκέρατό σας, αφήστε μας να κοιμηθούμε".
Σας είπα, παλιές ιστορίες κι ονόματα που δεν μιλούν πια.