Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

ΠΡΟΣ ΤΙ ΤΑ ΥΒΡΙΔΙΑ;
Οι μοδίστρες του παλιού καιρού γονάτιζαν
Μπροστά σε μισοφωτισμένους καθρέφτες-
"Εδώ, θέλει γέμισμα", έλεγαν στη νοικοκυρά
Με μια καρφίτσα κάτω από τη γλώσσα.
Έξω ακούγονταν ένα ακορντεόν
Και προς τί
Τα υβρίδια κάποιων ποιημάτων;
Η λέξη φοράει ημίψηλο και συστήνεται:
"Χαίρω πολύ,
Ο πρώην κασσιτερωτής σας.
Τα παιδιά μου γεμίζουν
Την εαρινή εσπέρα σας μ'αερόστατα.Φαίνονται
Στα σκοτεινά παράθυρά σας,εκτός κι αν ξεχνάτε.

Οι εποχές αλλάζουν
Και κάθε λυπημένη ιστορία,πλέον,παρασιωπάται".


Ο ΜΑΣΤΙΧΑΣ Ή ΕΝΑ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΡΟΠΤΡΟ
Γράφω ποίηση επειδή
Εξακολουθούν να ψάλλουν οι άγγελοι χερουβικά,
Η γιαγιά δε σταμάτησε ν'ακουμπάει την ψυχή της
Στην κάφτρα του καντηλιού,
Το λυπημένο βλέμμα των παιδιών πετάει μενεξέδες.

Γράφω ποίηση όσο τα συντριβάνια αναβρύζουν
Τις μεσημβρινές φωνές αρχαίων πλανοδίων.

Λέτε να βλαστήσει ο μαστιχάς ή ένα σκουριασμένο ρόπτρο;

Εγώ πάντως θα προσπαθώ.

Εκτός κι αν βρεθώ,αιφνίδια, σ' άλλο πλανήτη,
Φορώντας μιαν εξαίσια μουσική
Κι οι φίλοι δεν θα με κοιτούν, πλέον, στα μάτια.



Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΒΡΑΔΙΑ


ΦΙΛΟΚΑΛΟΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Και κάποια βράδια έρχονται τόσον αργοπορημένα
Στα ραντεβού τους
Κρατώντας την "Ατθίδα" και την "Φιλόκαλον Πηνελόπην".

Ξεφυλλίζουν σελίδες
Με φιγουρίνια του μεσοπολέμου,

Από αυτά ξεπατίκωνε η θεία Ανδρονίκη
Φορούσε και τις κρέμες που πρότειναν.

Αλλά πέθανε,
Όπως θα πεθάνουμε όλοι.


Και κάποια βράδια είναι τόσο γλυκά-
Στάζουν διάττοντες και ψάχνουμε τα μάτια
Όσων αγαπούμε
Να δούμε τα είδωλα τους,

Ψάχνουμε τις ντουλάπες-
Πού να τρύπωσε ο Τζίμινι Κρίκετ;

Τον ακούμε πάντως τον τυπάκο
Εμείς οι, κατ' Έλιοτ, κούφιοι άνθρωποι
Γι αυτό και νιώθουμε γαλήνιοι στο σκοτάδι.

ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ ΟΣΤΕΟΦΥΪΑ
Στην πραγματικότητα, δεν αγαπήσαμε τα γυμνά δέντρα
Που,στέλνοντας το ένα στο άλλο πουλιά,
Σχεδιάζουν,για μας, μιαν Άνοιξη.

Σκαλίσαμε πάνω τους μια καρδιά, γεμάτη υπερβολές,
Made in Japan υποσχέσεις
Κι αποχαιρετισμούς
Όπως οι Εβραίοι επί των ιτεών Βαβυλώνος.

Κρεμούσαμε στα κλαδιά τους χαρταετούς,
Τα βασανίσαμε αρκετά με κούνιες.

Κι  η Ευθυμία που τ'αγκάλιαζε,
"Μόνον εσείς μου απομείνατε"ψιθύριζε-
Γιατρός ΩΡΛ, αργότερα
Παντρεύτηκε ένα ποδοσφαιριστή,
Τα ξέχασε.

Ο Νταλί,βέβαια,χρησιμοποίησε ένα τους για μοντέλο
Στον πίνακα "Μεσημβρινή οστεοφυΐα κυπαρίσσου"
Κι αυτός, στην προθετική του τρέλα πάνω.

Δεν πιστεύω να θυμήθηκε τα εγκαύματα των κεραυνών.

Α, η κρύα βροχή και το τσεκούρι του υλοτόμου...
Όχι δεν αγαπήσαμε τα δέντρα.



Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

ΕΝΑ ΜΑΤΣΑΚΙ ΚΙΤΡΙΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Οι γριούλες του κάμπου, με τις φστάνες,
Ανέβαιναν, τα καλοκαιρινά απογεύματα, σε σωρούς σβουνιάς
-Λένε πως δροσίζει στα βουνά-
Μ'ένα τσίγκινο πιάτο γεμάτο σκορδάρι.
Κι εκεί, κάτω απ' τον ψαλιδισμένο, από χελιδόνια
Με κόκκινη κοιλιά,ουρανό,
Κάτω από κιρκινέζια,
Κι ενώ μακριά, στα σταροχώραφα,
Τα τρένα κυνηγούσαν τον καπνό τους,
Σώπαιναν,πίνοντας το ρόφημά τους.

Θα'θελαν να μιλήσουν για τα παιδιά
Που έφυγαν ξαφνικά κοιτάζοντας τον ουρανό
Για ένα δέντρο που 'μενε σιωπηλό στη βροχή
Και για το θέρο που μόνο τα τζιτζίκια δεν κούραζε.

Αλλά κανένας δεν τους δώρισε ποτέ ένα ματσάκι λέξεις
Κουρασμένες,κίτρινες σαν τα στάχυα και τα δόντια τους.

Κι έτσι έμεναν σιωπηλές πίνοντας την αραιή σκορδαλιά τους
Ώσπου ο ίσκιος απ' τ' αγριοβασιλικά έσβηνε
Κι αλληθώριζε ψηλά η Πούλια.



Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

ΣΑ ΝΑ'ΤΑΝ ΜΑΝΟΥΑΛΙΑ
Αυτός ο άνθρωπος απολογείται στα δέντρα
Ζητώντας,μ'ένα του χεριού του τίναγμα,
Την υπόκρουση ενός μαντολίνου,
Όπως ο σαλτιμπάγκος κρέμεται, για να υπάρξει,
Από την πίκρα και το γέλιο των αγνώστων.

Αυτός ο άνθρωπος περιγράφει στα φυλλώματα,
Την ουσία της αθωότητας,
Όσων περπατούν ακόμη στο όνειρο ενός πουλιού.
Κι οι κομήτες μπαίνουν στο δωμάτιο
Απ' τ' ανοιχτά παράθυρα
Και τα μπαούλα αχνίζουν τα νυχτερινά του Σοπέν.

Α,υπήρξε η εποχή που ο αρχάγγελος
Υάκινθο, αντί για ρομφαία, κρατούσε
Και όριζαν οι τελευταίες παιδικές φωνές,
Δρόμους προς το φεγγάρι.


Υπήρξε η εποχή που οι γυναίκες
Έψαχναν,κάτω από τη σκάλα, για τους πεθαμένους τους
Κι ένας μικρός αέρας από το παράθυρο
Έσβηνε τα μεγάλα μάτια τους
Σα να'ταν μανουάλια.