Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΑΓΡΙΟΜΟΛΟΧΕΣ

 Γεμάτο από  τα πιο μπλε μάτια που κάποτε- τάματα- κρέμασαν στα κλαράκια της πυκνής αγριομολόχας όσοι, βαθιά σκυμμένοι πλέον σε παρτέρια παρααχερούσια  περιμένουν τον ωφέλιμο πονοκέφαλο του φύτρου και της μετάλλαξης, την ώρα μιας σφικτής σα ροδάκινο δείλης, το οικόπεδο, πνίγεται στις υπόκωφες φωνές των υφαντουργών του διάτρητου  και  επιζωγραφισμένου εργοστάσιου Τζήμα.
Τα  αρχαία παιδιά τότε, νηστικά από αίμα τράγου, φυλλορροούν, αδειάζουν από φως, αρνούνται την ένδροση υπόστασή τους και σκύβουν να μαζέψουν μικρά πολύχρωμα ποκάρια που περνούν πετώντας τα ανοιχτά παράθυρα- για να στολίσουν τη ρόκα της γιαγιάς.

ΕΡΙΝΥΕΣ

Αναποδογυρισμένη, παμπάλαια καμπίνα φορτηγού
Με τα παράθυρά της φορτωμένα σκουριασμένες παπαρούνες
Πικρό κυπαρίσσι, στ αριστερά
Και, με κατεβασμένα φτερά, ένα μαβί πουλί στο μαγκάνι.

Ο χορός  των γυναικών με  τα ματωμένα στόματα  πέρασε τραγουδώντας

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ

    


 ΤΟ ΧΑΡΤΙ


  
Ένα παγκάκι μοναχικό-σαν άνθρωπος στη βροχή. Μακρινός ήχος φλάουτου διαλέγεται με το φλοίσβο. Η θάλασσα αόρατη. Ένας άνδρας και μια γυναίκα βγαίνουν από το σκοτάδι και κάθονται στο παγκάκι. Η κουβέντα τους είναι ψιθυριστή, όμως ακούγεται από ηχεία που εντείνουν στο έπακρο τις ανάσες.
-ΑΝΔΡΑΣ: Πριν από λίγο τον είδα…Θα τον ξέρεις. Βρίζει απόντες φίλους στα λεωφορεία. Ψάχνει τα μάτια των γυναικών. Μερικές φορές μιμείται τους παλιούς εισπράκτορες. (Παριστάνει μακρόσυρτα): "Φύαμεεε.. Τέρμα τα πράσινααα…". Κραυγάζει τα μυστικά του μέσα στη νύχτα σε άγνωστους ανθρώπους. Τον έχεις δει;
-ΓΥΝΑΙΚΑ : Θα λες τον… Ναι, τον θυμάμαι.
-ΑΝΔΡΑΣ: Στο τέλος της διαδρομής χτυπάει εισιτήριο για την επιστροφή. Δεν κατεβαίνει. Μιλάει στα άγνωστά του παιδιά για τα νυχτολούλουδα, ανασηκώνοντας το γιακά του παλτού του.
-ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι… (Αιφνιδίως αφηρημένη).
-ΑΝΔΡΑΣ: Ε, πριν από λίγο τον είδα στην πλατεία με γκ…με γυναίκα. Ήταν όμορφη όσο και οποιαδήποτε αντιγραμμένη γκραβούρα. Αλλά να.. Δεν ήταν πια μόνος.

(Ακούγεται μια παιδική φωνή που τραγουδάει ένα ιδιόμελο μονόλεκτο: Απιτιπιτιρινούια).

-ΑΝΔΡΑΣ: (Βλέπει τη γυναίκα που αινιγματική τον παρακολουθεί όπως  η γάτα τον ποντικό): ΄Έλεγες… Το είχαμε γράψει και στη φλούδα.. Το θυμάσαι; Το "τίποτε δεν". Εκεί στο λόφο. (Μιλάει τώρα εντελώς διαφορετικά,  σα να πιάνει μια παλιά κουβέντα που είχαν αφήσει στη μέση). Κι ύστερα…Νόμιζα ότι το κατάλαβες.. Αναφερόμουν στη δυσκολία να γράψεις κάτι στις μέρες μας.. Να δημιουργήσεις γενικά.. Αρχίζεις, αλλά δεν..(Σταματάει μάλλον γιατί φοβάται τη λέξη που η γυναίκα προφέρει με κακεντρεχή σχεδόν άνεση).
-ΓΥΝΑΙΚΑ:Τελειώνεις…(Για να γλυκάνει τα πράγματα γλιστράει, απομακρύνεται από τη συνέχεια που  πονάει). Ποιο είναι το κομμάτι που μου έλεγες; Πρόκειται για καταγραφή ονείρου ή είναι αυτό που ονομάζεις "αι-φνί-διο λό-γο"; (Αραιά προφέρει για να τονισθεί ότι αποποιείται το αδόκιμο).
-ΑΝΔΡΑΣ (Βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη του. Ταραγμένος πάει να σκουπίσει τον ιδρώτα του με αυτό): Δεν το σκέφτηκα, γι αυτό το χαρακτήρισα έτσι. Όλοι καταγράφουμε τα  νυχτερινά μας φαντάσματα. Υπάρχουν βέβαια κάποια όνειρα αισθήσεων, αισθημάτων καλύτερα, απερίγραπτα. Άλλα όμως μπορούν να περιγραφούν, να σκιτσαριστούν με λέξεις.
-ΓΥΝΑΙΚΑ (Ανυπόμονα): Λοιπόν;
-ΑΝΔΡΑΣ :Μια εικόνα μου έχει μείνει εδώ (δείχνει το χαρτί). Το κατέγραψα βιαστικά και μισοκοιμισμένος. Δυσκολεύομαι να τα βγάλω.(Διαβάζει αργά): "ΒΡΕΘΗΚΕ ΝΑ ΠΛΕΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΣΤΑΤΙΚΟ ΥΠΤΙΟ. ΦΟΡΟΥΣΕ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΜΠΛΕ ΚΟΣΤΟΥΜΙ. ΠΛΑΙ ΤΟΥ ΕΠΛΕΕ ΜΙΑ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ. ΑΣΠΡΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ".
-ΓΥΝΑΙΚΑ:Εικόνα. Από εκείνα τα εναργή, εικονογραφημένα όνειρα.
-ΑΝΔΡΑΣ: Τώρα το νιώθω σαν μια σωματικότητα αισθημάτων.
-ΓΥΝΑΙΚΑ (Αρπάζοντας την ευκαιρία για να επανέλθει στο προσφιλές της μοτίβο): Πάντως περιγράφει ένα τέλος.

(Ακούγεται  μια  μπάντα να παίζει  σμυρναίικο μαρς. Η γυναίκα πλέον μοιάζει να μιλάει σε άλλο πρόσωπο, άλλου καιρού). Θυμάσαι εκείνο το οικόπεδο με τις τσουκνίδες; Τι να έχει γίνει το γύψινο πρόπλασμα της κόρης που είχαμε βρει; (Κοιτάζει επίμονα τον άνδρα).
-ΑΝΔΡΑΣ (Μοιάζει, ξαφνικά σαν να ερμηνεύει το βλέμμα της Τζοκόντας που΄ χει δίπλα του): Ω, ο καιρός των στοιχημάτων…(Σηκώνεται σα ρομπότ, το χαρτί με το καταγραμμένο όνειρο του πέφτει στα πόδια του πάγκου). Σύμφωνοι. Αν βρούμε την προτομή,  όλα…
-ΓΥΝΑΙΚΑ (Συνεχίζοντας την φράση του).. σίγουρα θα μείνουν ως έχουν. Και η υπόσχεση στον κορμό του δέντρου, θα ισχύει. Στην αιωνιότητα.


( Σηκώνονται και οι δυο. Βγαίνουν από αριστερά. Τη στιγμή που απομακρύνονται πέφτει μπροστά στο παγκάκι, το χαρτί, χωρίς εκείνος να το πάρει είδηση Πέφτει και μια ομίχλη πυκνή. Ακούγεται η γνωστή παιδική φωνή: "Σήμερα στην καλυβούλα, δίπλα στο περίπτερο του Κουσουρή…Καραγκιόζης…Στις επτά…Τρεις δεκάρες μόνο.. Η παράσταση: "Ο Καραγκιόζης και η ψητή μαϊμού…". Από δεξιά μπαίνουν και κάθονται στο παγκάκι δυο  ΨΑΡΑΔΕΣ. Ο ΨΑΡΑΣ Α΄ φοράει φθαρμένο μπλε κουστούμι και σπάζει νευρικά τα κλαράκια ενός θυμαριού που κρατάει στο χέρι. Ο ΨΑΡΑΣ Β΄ είναι ντυμένος με παλιά ρούχα εργάτη της θάλασσας. Πλάι του ακουμπάει μιαν απόχη κι ένα τσουβάλι με θυμάρια).

-ΨΑΡΑΣ  Α΄: Ρε, δεν μ ενδιαφέρει, το καταλαβαίνεις;
-ΨΑΡΑΣ  Β΄: Τρία χιλιάρικα έπιασα μέσα σε μια ώρα. Γαριδούλα αντί για σκουλίκι του βούρκου. (Σταματάει απότομα για να απαντήσει σε κάτι που ο φίλος του είχε εκστομίσει πριν από ώρα). "Όχι" θα σου πει… Τι να δει ρε μάπα; (Πιο επιθετικός τώρα, πιάνοντας το πέτο του άλλου). Το ρούχο του μακαρίτη του γέρου σου που γύρισε τα παζάρια του κόσμου πουλώντας πεταλούδες με πλαστικά φτερά; Έτσι τις ρίχνουν τις γυναίκες; Με κοστούμια και σάλια;
-ΨΑΡΑΣ Α΄: (Με  αφηρημένη θλίψη και απορία). Με… με τι;
-ΨΑΡΑΣ Β΄:Με καμπριολέ και κινητό και (εγγίζει τα χείλη του) με παραμύθιασμα και λουλούδια. Μπορείς ρε συ να πεις τίποτε άλλο από το " τι ωραία που είσαι;".
- ΨΑΡΑΣ Α΄: Δεν το΄ πα ούτε κι αυτό…(Παύση. Αφηρημένος, σα να ονειροπολεί). Όμως… όμως το νιώθω ότι με θέλει. (Απότομα και περίπου φοβισμένα). Πρέπει να με θέλει….Γιατί αλλιώς…
-ΨΑΡΑΣ  Β: (Βλοσυρός και ξαφνιασμένος). Γιατί…γιατί τι;
-ΨΑΡΑΣ  Α΄: (Με τρόμο σχεδόν). Τίποτε…(Άδειος, φαίνεται να μελετά ένα ενδεχόμενο). Πες μου για το θυμάρι..
-ΨΑΡΑΣ Β΄: (Αναστενάζει): Γλιτώνεις το σκάψιμο με τα πόδια στο βούρκο.. Ξέρεις εσύ.. Γυαλιά και πέτρες που κόβουν τα δάχτυλα. Τίποτε από αυτά με το θυμάρι. Καρφώνεις τούτο εδώ (πιάνει το κλαδάκι και του το δείχνει), το μπήγεις στο βυθό. Οι γαριδούλες, το καλύτερο δόλωμα, έρχονται και μπλέκουν πάνω του. Τις μαζεύεις και τις τινάζεις-τίποτε άλλο. Η μόνη δυσκολία είναι…είναι ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΣΟΥ ώσπου να βρεις σφικτό πάτο. Ο βούρκος, το ξέρεις, διαλύεται εύκολα. (Σταματάει για να πάρει ανάσα). Λοιπόν τι λες; Θα έρθεις απόψε;
-ΨΑΡΑΣ Α΄: (Αποφασιστικά). Μετά το ραντεβού μου…(Πέφτει ο τόνος). Θα της…Θα έρθω αφού…(Σηκώνεται και απαγγέλλει):" "Τι ωραία που"…(Ξαφνιασμένος, σαν να τον  τσίμπησε φίδι). Α.. τα λουλούδια… Άσπρα τριαντάφυλλα. (Κι ενώ έχει ήδη ορμήσει αριστερά, ξαφνικά στρίβει δεξιά και χάνεται). 
-ΨΑΡΑΣ  Β΄: (Ξαφνιάζεται κι ύστερα γελάει δυνατά). Ρε, το φουκαρά…Ρε, τον πυροβολημένο.( Ξεκαρδίζεται κι, όπως σκύβει, βλέπει το χαρτί με το καταγραμμένο όνειρο του ΑΝΔΡΑ). Τι είναι αυτό; (Σκύβει, το σηκώνει, το ξεδιπλώνει, σοβαρεύεται και διαβάζει δυνατά και περίπου συλλαβιστά) : " ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ ΕΠΙ ΩΡΕΣ. ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΒΙΤΡΙΝΑ. ΘΥΜΗΘΗΚΕ ΤΟ ΛΑΧΕΙΟ. ΨΑΧΤΗΚΕ. ΚΛΗΡΩΣΗ 16ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΕΓΡΑΦΕ. ΚΙ ΗΤΑΝ ΓΕΝΑΡΗΣ. ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ ΚΡΥΟ. ΟΜΩΣ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΗΣΑΝ ΕΡΗΜΟΙ".

(Ο ΨΑΡΑΣ  Β΄ κάνει μια γκριμάτσα απορίας, βάζει το χαρτί στην τσέπη του και απομακρύνεται. Η παιδική φωνή ακούγεται και πάλι να τραγουδάει το ακατανόητο "απιτιπιτιρινούια". Εμφανίζονται ξανά  ο ΑΝΔΡΑΣ και η ΓΥΝΑΙΚΑ).

-ΑΝΔΡΑΣ: Η πιο μοβ μπέρτα που έχω δει. Τελικά δεν..
-ΓΥΝΑΙΚΑ: Γαργάλησέ του τη μύτη. Θέλω εκείνο να μ΄ αφήσει.
-ΑΝΔΡΑΣ: (Πιάνει ένα γατάκι που κρατάει εκείνη στη μασχάλη της. Το ακουμπάει κάτω. Την κοιτάζει θλιμμένα. Εκείνη κάθεται στη ράχη του πάγκου): Έχασ.. Χάσαμε.
-ΓΥΝΑΙΚΑ: Πήγαινε ένα ταξίδι. Θέλω να πω…Ξέρεις, υπάρχει, υπάρχει πλέον κάποιος άλλος. Νομίζω ότι τον αγαπώ.

(Το παιδί που ακούγονταν, ως τώρα αόρατο, εμφανίζεται διστακτικό στην άκρη της σκηνής. Κρατάει στα χέρια μια δεσμίδα λαχεία και "εδώ τα τυχερά" φωνάζει).

ΑΥΛΑΙΑ












   

ΚΑΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Καμιά στιγμή δεν μας συστήνεται
Ως τελευταία
Γιατί τότε ο θάνατος του καθενός
Θα’ πρεπε να έχει όνομα-
Το δεύτερο όνομά μας.
Καμία εποχή δεν μας συστήνεται
Ως περατουμένη
Μόνον εντός της υποφώσκει στιγμιαία
Η άλως του μηδενός
Του αποκλειστικού της ορίου.


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

ΗΓΓΙΚΕΝ



Ήγγικεν ο Καιρός
 Ν' αναπαυθεί και
 Ο
 Ποιητής
 Στο Μαυσωλείο του

 Σε άκοπο σκονισμένο βιβλίο


 Αιχμηρός
 Βέβαια
 Ακόμη
 
  Όπως

 Ένας μικρός
 Νεκρός  σκατζόχοιρος
 Στα χέρια των παιδιών

ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ

Ο ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1944

Γράφει ο Γιάννης Τσίγκρας.
Σε λυτό έγγραφο που βρίσκεται στο Αρχείο του Δήμου Πορταριάς υπάρχει η εξής επιστολή των ιδιοκτητών του ΘΕΟΞΕΝΙΑ (έτσι υπογράφουν με μαύρο μολύβι). Το  έγγραφο  φέρει ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1944 και αποτείνεται «Προς την Αυτοδιοίκηση Πορταριάς».
         


Στην επιστολή αναφέρονται μεταξύ άλλων:
«Δεδομένου, ως αρμοδίως επληροφορήθημεν και διαπιστώσαμεν, ότι διάφορα υλικά και αντικείμενα (σιδηροσωλήνες κ.α.) του εν Πορταριά ξενοδοχείου ΘΕΟΞΕΝΙΑ, ιδιοκτησίας μας, αφαιρούνται παρανόμως και αυθαιρέτως εκ των ερειπίων παρά τρίτων μη εχόντων ουδέν δικαίωμα απολήψεως, θέτοντας ταύτα υπ’ όψιν υμών, προς αποσόβηση εις το μέλλον πάσης περαιτέρω αφαιρέσεως, δίδομεν υμίν την ανέκκλητον εντολήν όπως υπό την ιδιότητά σας μεριμνήσετε δια των οργάνων σας και υπ’ ευθύνη σας δια την φύλαξιν του ανωτέρω ξενοδοχείου μας, ως και του παραρτήματος τούτου, γνωστού υπό το όνομα ΚΟΣΜΟΣ, ως και του Αθανασακείου Νηπιαγωγείου, πυρποληθέντων απάντων μετά των επίπλων και των σκευών των, ως γνωστόν, υπό του Γερμανικού Στρατού την 6ην Οκτωβρίου ε.ε. και παρακαλούμεν όπως, ως  Αρχή του τόπου, διασφαλίσητε δεόντως την περιουσίαν μας, καθ’ όσον, κατοικούντες εν Βόλω δεν δυνάμεθα να προστατεύσωμεν αυτήν…».
 Διατηρήσαμε την στίξη και την ορθογραφία ως έχει.
Σ’ ένα δεύτερο έγγραφο «Προς το Υπουργείον Οικονομικών – ΑΘΗΝΑ» των ιδιοκτητών, του 1946 αυτή τη φορά, το οποίο υπογράφεται ονομαστικά από τον Γεώργιο Αθανασάκη και τη Σοφία χα Α. Αργύρη αιτείται η χορήγηση πιστοποιητικού εμφαίνοντος ότι «τυγχάνω πυροπαθής άτε (;) πυρποποληθέντος ολοσχερώς του εν Πορταριά ξενοδοχείου «Θεοξένια» ιδιοκτησίας εμού και της αδελφής μου Σοφίας, κληρονόμου Α. Αργύρη, συνεπεία πολεμικού γεγονότος, ήτοι συνεπεία του κατά Οκτώβριον του 1944 εμπρησμού … (δυσανάγνωστο)… κατόπιν τούτου ουδεμίαν ετύχαμεν αποζημιώσεως». 
Την 8η Νοεμβρίου 1950 απεστάλη προς το Υπουργείο Οικονομικών – ΑΘΗΝΑΣ το εξής, ελλιπές, έγγραφο του τότε Προέδρου της Κοινότητας Πορταριάς  Πεσκίρη:
«Κατά τους χρόνους της Κατοχής το εγκατεστημένον έν σύνταγμα Ιταλικού Στρατού,  …. (δυσανάγνωστη γραφή) εις διάφορα οικήματα της κωμοπόλεως, άτινα υπέστησαν υπ’ αυτού μεγάλας καταστροφάς.
Μετά την αποχώρησιν των Ιταλών εγκατεστάθησαν εις άλλα οικήματα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, άτινα και ταύτα επήνεγκον μεγαλυτέρας ζημίας.
Κατά το έτος 1943 εβομβαρδίσθη η κωμόπολις μας υπό των Γερμανικών αεροπλάνων και το πλείστον των οικημάτων της υπέστη μεγάλας καταστροφάς και λεηλασίας.
Το μεγαλύτερον όμως πλήγμα της κωμοπόλεως κατάφερεν ο Γερμανικός Στρατός, πυρπολήσας εν έτει 1944 ταύτην και καταστήσας το πλείστον των οικογενειών πυροπαθείς άνευ στέγης, ρουχισμού κλπ. Μετ’ εξαιρέτου τιμής».
Στις 5 Οκτωβρίου 1944, και λίγες ημέρες πριν αναχωρήσουν οριστικά οι Γερμανοί από την χώρα μας, πυρπόλησαν το Κατηχώρι και την Πορταριά.
Ένα χρονικό των προηγηθέντων της πυρπόλησης αφηγήθηκε στην αείμνηστη Νίτσα Κολιού ένας από τους αντάρτες της Μακρινίτσας που έλαβε μέρος στην επιχείρηση των ανδρών του ΕΛΑΣ εναντίων των κατακτητών.
‘‘ Ένα βράδυ, λέει, ο Μήτσος ο Γκαντίνας, πήραμε εντολή να έρθουμε στην Πορταριά. Εγώ έλαβα μέρος σε τρεις μάχες. Με το πολυβόλο έπιασα θέση στον Άγιο Ταξιάρχη. Θυμάμαι που ήρθε επιτροπή πορταριτών με τον Ν. Πετούση στον Γ. Ψιλόπουλο λέγοντας ότι είναι κρίμα να χτυπήσουμε τους Γερμανούς από αυτό το μέρος γιατί θα κάψουν το χωριό. Ο Ψιλόπουλος απάντησε ότι είχε εντολή να χτυπήσει τους Γερμανούς από αυτό το σημείο και τους παρέπεμψε στους ανώτερους. Ύστερα από λίγες μέρες ήλθε ο Πηλιορείτης με τον Άγγλο σύνδεσμο και τον Γιάννη Μπασδέκη να επιθεωρήσουν τις θέσεις. Ξαναεμφανίσθηκε τότε η επιτροπή με τον Πετούση που κρατούσε μάλιστα και με ανθοδέσμη και είπαν τις απόψεις τους. Ότι πρέπει να προσεχθεί η Πορταριά  με την τουριστική της σημασία και να γίνει επίθεση εναντίον των Γερμανών από άλλο σημείο. Αλλά ο Εγγλέζος έδωσε την απάντηση –«Δεν μας ενδιαφέρει τι θα κάψουν οι Γερμανοί, εμείς θα το ξαναφτιάξουμε, θέλουμε να χτυπήσουμε τους Γερμανούς όπου τους βρούμε». Στο μεταξύ, στο υδραγωγείο του Άνω Βόλου είχαμε τοποθετήσει νάρκες πρίν ανέβουν οι Γερμανοί. Εμφανίστηκε όμως ένα αυτοκίνητο οι επιβάτες του οποίου είπαν ότι είναι του Ερυθρού Σταυρού. Παραμερίστηκαν οι νάρκες για να περάσουν, πήγαν στην Πορταριά και ξαναγύρισαν. Δεν ήταν του Ερυθρού Σταυρού αλλά πράκτορες των Γερμανών οι οποίοι κατασκόπευσαν τις θέσεις μας και έδωσαν αναφορά. Μετά δυο μέρες ανέβηκαν οι Γερμανοί κατατοπισμένοι. Σταμάτησαν στο υδραγωγείο, έβγαλαν τις νάρκες, πήγαν από το Κατηχώρι και πριν προλάβουμε να τους χτυπήσουμε είχαν φτάσει στην Αγία Μαρίνα. Ρίξαμε τα πρώτα πυρά και φύγαμε προς το Μέγα Ρέμα αφού  ήμασταν κυκλωμένοι. Μας έβαλαν στο μεταξύ από το Βόλο, απ’ τα Πευκάκια, τη Γορίτσα και το Σύνταγμα. Στη συνέχεια μπήκαν οι γερμανοί και έκαψαν το χωριό. Ήταν αρχές Οκτωβρίου του 1944. Τότε σκοτώθηκε και ο Λέτσιος από τις Σταγιάτες. Εμείς ξαναμπήκαμε στην Πορταριά και μείναμε κάποιες μέρες’’.



Οι Γερμανοί έκαψαν τα περισσότερα μεγάλα αρχοντικά και πάρα πολλά αγροτικά σπίτια. Σαν από θαύμα γλίτωσε ο Άγιος Νικόλαος τον οποίον είχαν προσπαθήσει να κάψουν και το 1943. Φαίνεται ότι δεν προσπάθησαν να πυρπολήσουν άλλα εξωκλήσια. Άγνωστο τι τους συγκράτησε μια που τον προηγούμενο χρόνο είχαν βεβηλώσει το ιερό της Παναγίας της  Πορταρέας.
Το Μέγα ¨ΘΕΟΞΕΝΙΑ¨ όμως, το καμάρι του τόπου, το ξενοδοχείο που στέγασε εστεμμένους, πολιτικούς και καλλιτέχνες (Γεώργιος ο Α΄, Ελ. Βενιζέλος, Γ. Δροσίνης) παραδόθηκε στις φλόγες.
Ο 95χρονος πλέον, τελευταίος διευθυντής του Ιωσήφ Δασκαλάκης, θυμάται:
«Δεν υπήρξε καλός σχεδιασμός. Μπορούσαμε, και το είχαμε προτείνει στους αντάρτες, τους οποίους γνώριζα πολύ καλά, να στήσουμε ένα οπλοπολυβόλο στο ύψος του ¨ΞΕΝΙΑ¨ -δεν θα έμενε κανένας Γερμανός. Γνωρίζαμε, άλλωστε, ότι οι Γερμανοί έφευγαν ήδη από το Βόλο. Δεν με άκουσαν (οι αντάρτες υποστηρίζουν το αντίθετο- υπήρχε οπλοπολυβόλο στην πλατεία Ταξιαρχών).  Έριξαν δύο ριπές από το Νεκροταφείο και σκότωσαν τους Γερμανούς. Άφησαν το χωριό στο έλεός τους. Οι Γερμανοί μπήκαν στην Πορταριά κι άρχισαν να καίνε πρώτα τα αρχοντικά. Την ίδια μέρα έκαψαν και το ΘΕΟΞΕΝΙΑ. Βρισκόμαστε σε μια βρύση απέναντι από την Ηλεκτρική κι ακούγαμε τις εκρήξεις και βλέπαμε τις φλόγες ν’ αναπηδούν. Το ΘΕΟΞΕΝΙΑ κάηκε ολοκληρωτικά. Ελάχιστα πράγματα μπόρεσα να γλιτώσω, αυτά που δώρισα στην Κοινότητα Πορταριάς και που, απ’ ότι μαθαίνω σήμερα, εκτίθενται σε ειδική βιτρίνα στο Μουσείο του Δήμου. Κουζινικά πορσελάνινα κι ασημένια μαχαιροπήρουνα – αυτά μπόρεσα κι έσωσα. Το κτήριο έμεινε ερείπιο ώς τον καιρό που το αγόρασε η Κοινότητα».
Οι εκρήξεις προφανώς είχαν σχέση με την υπόγεια κάβα του ξενοδοχείου όπου φυλάσσονταν σαμπάνιες, γαλλικά κρασιά, ουάιτ περπερφέξιον ουίσκι και κονιάκ «Κούτσικος».
Ο Γρηγόριος Ρέντης στο βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 54ου ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑΣ δίνει την είδηση με λιτότητα πολεμικού ανακοινωθέντος.
«ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑΡΙΑ 5-10-44.
‘‘Οι Γερμανοί όταν πλησίασαν τις αντάρτικες θέσεις άνοιξαν σφοδρά πυρά πάνω σ’ αυτές …. Πυροβολικό και όλμος παίρνουν μέρος στην μάχη…. Μετά από 2ωρο αγώνα που εξελίχθηκε σε οδομαχίες στα πρώτα σπίτια της Πορταριάς η αντάρτικη διμοιρία αναγκάστηκε να συμπτυχθεί προς Μακρινίτσα…. Οι Γερμανοί ενώθηκαν στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και αφού έκαψαν τα «ΘΕΟΞΕΝΙΑ» και αρκετά σπίτια στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και στο ΚΑΤΗΧΩΡΙ επέστρεψαν στο ΒΟΛΟ.
Απώλειες των γερμανών 15 νεκροί και τραυματίες.
Απώλειες των ανταρτών 3 νεκροί, 7 τραυματίες και 1 αγνοούμενος’’. –Ορθογραφία και στίξη βιβλίου.