Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΕΝΑ ΜΠΛΕ ΦΕΓΓΑΡΙ
Στην τσέπη κάθε ποιητή κοιμάται ένα μπλε φεγγάρι
είτε τρώει είτε συνδιαλέγεται στην αγορά,
(στη γλώσσα των σιτοπωλών)
το ποίημα,δυνάμει, υφίσταται.
Το βράδυ το ακουμπάει τρυφερά  κάτω απ'το μαξιλάρι του,
εκεί όπου
ο πατέρας του' βαζε τη σοκολάτα με το χρυσόχαρτο
Ο ποιητής κρεμάει το ποίημα στο λαιμό του
-όπου παλιά κρεμούσε φυλαχτό με τίμιο ξύλο-
σε επίσημες δεξιώσεις,σε παρουσιάσεις των έργων του,
εκεί,εν πάση περιπτώσει,που μπορεί να φορέσει τα καλά του,
ξέρεις, σκισμένα παντελόνια και τρύπια καπέλα.

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΣΤΟΝ ΠΑΓΑΣΗΤΙΚΟ
Εγώ τους μιλούσα για το αεροπλάνο που έπεσε
στο Παλατάκι κι ο παππούς μούγκριζε όπως τα λεοντάρια,
πάντα μούγκριζε τρώγοντας γεμιστά, κι αιφνιδίως
η γιαγιά πήρε είδηση ότι πήραμε ξένο ταψί
η γιαγιά που τον ταχτάριζε "κι ου Γιαννάκους μη κουλόπλα"
άρπαξε το ταψί, "ο πιλότος πρέπει να σωθεί-προσευχηθείτε"
συνέχισα την κουβέντα, ακολουθώντας την,
καταμεσήμερο καλοκαιριού, στο φούρνο.
Τ' άλλα για τον άγγελο που σας έγραψα στο διήγημα
-πως κάτι εκμυστηρεύονταν στον μπαρμπαΓιάννη
κι εκείνος σκούπιζε τα χείλη με μια χαρτοπετσέτα-
μυθοπλασία σκέτη,
ο σκοτεινός δρεπανηφόρος
είχε ραντεβού  με τον πιλότο
στον Παγασητικό.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΚΙ ΑΝΑΠΟΔΟΓΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΠΕΛΛΟ ΤΟΥ
Αυτός ο ζογκλέρ, παίζει στα φανάρια του δρόμου
με εφτά χαμόγελα.
Ένα του πέφτει στην άσφαλτο και γίνεται κομμάτια,
έν'άλλο, που ακολουθεί, μεταμορφώνεται σε φεγγάρι,
το τρίτο μένει ακίνητο-"να το λέτε χαμένο καιρό",
φωνάζει ο ζογκλέρ κι αναποδογυρίζει το καπέλο του.

ΘΥΜΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ
Παράξενες διαστάσεις, σχεδόν μουσικές,
να πέφτει ένα αραιό χιόνι, τα ψαρόνια να μικροφωνίζουν
στα δέντρα της πλατείας.
Ο παππούς Γαρύφαλλος, στου Πεταλά το μαγαζί,
εξηγεί στη Μαριάννα Χατζοπούλου,
με τα αεικίνητα, πλην νεκρά, μάτια,
ότι συνδέει το όνομά του
με το καλύτερο τραγούδι της καριέρας της,
ναι
το "Γαρύφαλλο στ'αυτί",καλά το κατάλαβε.
Και γω να ρουφώ το μικρό του δαχτυλάκι, που βούτηξε
στο τσίπουρο-προνοητικά-να τους αφήνω ήσυχους στην κουβέντα
και στο "εγώ φώναξα στα '31, το, ως ευ παρέστης,Ελευθέριε σοφέ"
μόνο που το δάχτυλο μύριζε πετσί,
τί να μυρίζει το χέρι του σκυτοτόμου;-
αν δεν έχετε πιει κάτι τέτοιο, πώς να με νιώσετε;-.
Με τη γιαγιά,πάντως, δεν τσακώθηκαν γιατί με πότισε αλκοολούχο,
ούτε για την τραγουδίστρια.

Θυμήθηκαν τα παλιά το Βενιζέλο του ο ένας κι η άλλη τον Βασιλιά.




Σ' ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ
Δε βρήκα πουθενά τον ορισμό,
πρέπει να ήταν
πέρα  από λέξεις και συρματοπλέγματα
μακρυά από "σαν" κι "όπως",
πέρα από "τι".
Θα μου πείτε, το απαιτεί μια εσωτερική λογική,
μα δεν είχα κατά νουν να γράψω κι εσείς να με διαβάσετε.
Άρα,κάλλιστα, μπορώ να το αγνοήσω,
ω, Καντίνσκυ,
ζωγράφισες πρώτος τη ζωγραφική, τί έχουν να προσθέσουν
εκκίνηση,ερμηνεία και προϋπόθεση
δεν αναφέρομαι, δεν επιδιώκω,το ξέρω
άμα πέσω στο λάκκο των ομφαλοσκόπων, θα'μαι ποιητής
ή "ποιητής", ήδη το'κανα, συνεχείς αρνήσεις δεν κάνουν
την κατάφαση,ήδη το' κανα,να το λάθος μου,
σ'ένα λάθος στηρίζεται η Τέχνη;



Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014


Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΦΙΔΙ
Aνάμεσα σε δυο παρατεταμένες σιωπές
κείται το ποίημα
κι ανάμεσα σε δυο ποιήματα
ο θίασος σχολιάζει( χορεύοντας σε 45αράκι πάνω)
όλη την παρέα
που άκουγε το "Μεγαλέξαντρο και το καταραμένο φίδι",
κάτω απ' τις αεικίνητες σκιές των κληματόφυλλων
κι ενώ το φεγγάρι
γελούσε, με το Κολλητήρι και το Μπιρικόκο-
πηδούσαν στην κοιλιά του σκοτωμένου τέρατος.
Έφυγαν η Κλειώ κι ο Χρήστος,
κάποιοι θα ξεχάσουν ότι υπάρχουμε
με μια βαλίτσα στο χέρι,σ'ένα γεμάτο κόσμο σταθμό,
το μεγάφωνο φωνάζει ονοματεπώνυμα,
δύσκολες οι αναχωρήσεις, όταν ανεβαίνεις στο βαγόνι
ολομόναχος

και μένει το φεγγάρι,σαν-που'λεγε η μάνα-καμπίσιο καρβέλι,
εξακολουθεί να γελάει,
θυμάται τί ακούσαμε απ'το Μπαρμπαγιώργο,
το ουίτ του Μορφονιού.