Σάββατο 31 Μαΐου 2014

ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΤΗ
Κι ονειρευτήκαμε, τόσο πολύ, ότι δραπετεύουμε
Ότι από του κόσμου  βγαίνουμε το παραμύθι,
Και τα κουφάρια των χαρταετών φορούμε για καπέλα,
Που,δεν μπορεί,θα απορήσουν τα πουλιά και τα ηλιοτρόπια.
Θα πουν: Αυτοί είναι απόγονοι του Υπαρξιστή του Σίμου
Με το ιπτάμενο τζιπάκι και τις ρέγγες.
Λιάζονται στα λούμπεν της δεκαετίας του 50-"Εμπρός
ποιος είναι;-Είμαι αυτή που έφυγα από την αγκαλιά σου".
Θα δουν στα άσπρα μας μαλλιά μια μπούκλα διαγώνια,
Στο παιδικό μας στήθος ένα χαϊμαλί,
Σα μπλε του μπακλαβά κομμάτι .
Μαζί θ'ανέβουμε, με λυπημένα αυτοκίνητα, τον Μπράλο,
Τότε που η διαδρομή Βόλος-Αθήνα ήταν ταξίδι
Στης Γης στο κέντρο
Κι έτρωγες, φτάνοντας,πατσά με σκόρδο, στην οδό Ικτίνου.




Παρασκευή 30 Μαΐου 2014


ΟΝΕΙΡΟ ΑΔΕΞΙΟΥ ΚΑΙ ΦΛΥΑΡΟΥ ΣΥΛΛΕΚΤΗ
Πάνω που είχα δει να κάθεται στα μαλλιά σου
Ένα ποίημα:
-Στάσου εκεί, φώναξα,να το σκιτσάρω
Δε θα προσθέσω κανένα σκληρό επίθετο
Θα ήταν περιττό.
Θα έμοιαζε
Να λεπταίνεις ένα κυπαρίσσι που ζωγράφισε παιδί
Κι αποκάτω έγραψε "ένας άγγελος για τη μαμά μου",
Σα να πέταξες ψηλά, αντί για κορύνες,μαύρες πεταλούδες
Να τακτοποίησες τη Guernica,
Αλλού η σφαγή κι αλλού το τοπίο.

Στο'πα,αλλά τα ποιήματα θυμώνουν
Όπως οι άγιοι με τις κάμερες και τις σημειώσεις

Έτσι, πέταξε και το δικό σου γι άλλη κόμη
Για τ' όνειρο άλλου αδέξιου και φλύαρου συλλέκτη.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014


ΚΙ ΟΜΩΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΑΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ
Τίποτε δεν υπάρχει απ' την παλιά Νεάπολη
Ούτε βούρλα κι αλμυρίθια, ούτε οι κοασμοί
Που των μαγισσών με τα σκουπόξυλα,
Ιστορούσανε τον φθόνο.

Τα αρχαία σοκολατόπαιδα-ελάχιστα είναι η αλήθεια-
Κύρτωσαν,
Οι άλλοι, κυλούν τα τσέρκια τους ανάμεσα στα σύννεφα.

Οι παράγκες που διέσχιζε ο αρκουδιάρης
Καταντήσανε τριώροφα
Με κυρτούς εξώστες και κυπαρισοειδή στα πεζοδρόμια,
Εκεί που κάποτε μιλούσαμε μέσα απ' τα νυχτολούλουδα
Με τους κεκοιμημένους.

Κι όμως, η θάλασσα που μας αγνοούσε
Μας επισκέπτεται συχνότερα.
Με βουερό χαμόγελο μαζεύει τις οικοσκευές μας.
(Κότες δεν έχουμε, πλέον, να τις ρουφήξει).

Κι όμως, ο καιρός άφησε τα ονόματα
Των βραδινών μας παιγνιδιών:

Παίζουμε ακόμη το κρυφτό, πίσω απ' το δάχτυλό μας
Μας κυνηγάει ο χρόνος και οι χρεώστες
Σκλαβάκια των παθών μας απομένουμε.

Και τις ασέληνες βραδιές ακούγεται από μακριά
Το παιδικό "απιτιρινούια".

 













Τετάρτη 28 Μαΐου 2014


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΤΣΕΡΚΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Κι όλα, εδώ, μου είναι γνώριμα:
Το φεγγάρι που δεν ανέτειλε ακόμη,
Όσα δέντρα χαιρετούν τους έρωτες που στέγασαν,
Βγάζοντας το καπέλο,σαν τον κλόουν Μίσκα,
Κι ένα,φαντάζομαι ξυπόλητο,αγγελούδι
Να κλαίει για το χαμένο τσέρκι των παιδιών.



Ν'ΑΝΘΙΣΕΙΣ ΣΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ψυχή μου, ανάστα, τί καθεύδεις;
Δεν υπάρχει αργά,ο Κύριος του αμπελώνος
Προσφέρει δουλειά και δηνάρια ώς και της ενδεκάτης ώρας
Τους αργούς.
Μ'ένα νόμισμα μπορείς να ανθίσεις
Σαν αιφνίδιο παιδικό τραγούδι,πλάι στο ληστή και την πόρνη,
Κοντά στη Σαμαρείτιδα.
Μπορείς να ονομάσεις τα γαλάζια ανθάκια της Άνοιξης
Και τα αστέρια που έχουν χαθεί κάτω από ωχρά βλέφαρα.
Μπορείς να μάθεις τα μυστικά των παιδιών του Λαμπαδία.
Τα φτερά των φαιδρών και φωτεινών αγγέλων να σε συνοδεύουν,
Εκεί όπου η γονατιστή γιαγιά τοποθετεί μια σπίθα
Στο καντηλάκι κι οι εικόνες, του ημίφωτος, δακρύζουν.

Αρκεί να μην αποκοιμηθείς,στη γωνιά του καφενείου,
Την ώρα που ο εκμισθωτής θα μπει στην αίθουσα.








Τρίτη 27 Μαΐου 2014

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ
Και κανείς δε βρήκε, στη μοναξιά
Ενός νυχτερινού τρένου,
Κάτι απ' την άδεια του ζωή,
Από τις μέρες που περνούν χωρίς κραυγές...

Και κανείς δεν ξοδεύτηκε, όπως ένα κερί,
Για την ερμηνεία ζητήματος λεπτού κι ουρανομήκους,
Όπως το αλληλούϊα.

Τα πετροχελίδονα μόνο, όταν κουβαλούν στους ουρανούς
Πολύτιμα κειμήλια-ένα παιδικό παιγνίδι,μια γρήγορη ανάσα
Ένα δέντρο που κουράστηκε να περιμένει τη βροχή,
Ένα σπίτι με ξεχασμένα τραγούδια
Που σαπίζουν σε γωνιές και σε ερμάρια...

Σε κανένα δε θύμισε ένας βραδινός κουρασμένος σταθμός,
Εκείνους που έγειραν στο ένα πλευρό
Και κοιμήθηκαν ανάμεσα στ'αστέρια.