Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013


Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ
Κι όταν τον ρώτησα τί σημαίνει
Ένα "Η σκοτεινή Νέκυϊα"
Στην ταμπέλλα του μικρού καφενείου
Ο πατέρας κίνησε τον δεξί του ώμο
Την ίδια στιγμή ακούστηκε
Το σφύριγμα αόρατου πλοίου
Κι ο τυφλός ακκορντεονίστας
Που κάθονταν απέναντί μας
Σηκώθηκε απ' την καρέκλα
Τινάζοντας από πάνω του
Άνθη μελικοκκιάς

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

ΜΟΝΟ
Μόνο που οι ποιητές, δε θ' άλλάξουν τον Κόσμο
Με πολύτροπα δάκρια
Και πολύκροτα "σαν"
Με ρωμαλέα
Κι αδαμάντινα
Ρήματα
Τί θα προσφέρουν στο κορμί μας
Οι περισσότερες ρυτίδες;
Τί θα προσφέρουν στην ψυχή μας
Οι περισσότερες ραγισματιές;
Ένα τραγούδι ανθισμένο περιμένουν ανυπόμονα
Εκείνοι των οποίων
Τετάρακται
Και κατώδυνός εστίν
Η καρδιά-
Όσοι νιώθουν 
Ότι αχνά συντονίζονται
Με μακρινά τους ακόμη
Χερουβικά
ΚΑT' ΟΝΑΡ
Απ'τα βλέφαρα κρέμεται ένας ύπνος
Γεμάτος κινήσεις αχνών σκαραβαίων
Η πόλη άδεια
Δίχως αδριάντες και ποδήλατα
Δίχως ένα κόκκινον ήλιο
Πιασμένο με μανταλάκι
Στην απέναντι ταράτσα
Οθόνες νεφών  κυνηγιούνται
Ψιθυριστά ακούγεται μια αφήγηση
Μακρυά σα συναξάρι
Σαν το ποτάμι που ασημίζει από ψηλά
Τις άναστρες νύχτες

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ
 
Μια νυχτοπεταλούδα στο φως της αυλής
Φάνηκε τεράστια στον απέναντι λευκό τοίχο
Τ'ανθάκια του γιασεμιού άσπριζαν πλάι μας
Ακούστηκε ένα χρεμέτισμα
Η κυρία Κλειώ είχεν ακουμπήσει
Το 45αράκι στο πικάπ
Κι ευθύς εμφανίστηκαν
Απ'το σκοτάδι,λες,κομμένοι
Ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, ο Μπαρμπαγιώργος
Κι ο πειναλέος ο καμπούρης
Με την οικογένεια
Οι άλλοι δεν το πήραν είδηση
Μα εγώ
Ακουσα το θίασο να μιλάει για τις ζωές μας
Τί κουβάλησε ο καθένας το μεσημέρι
Απ'το φούρνο
(Σίγουρα καρφωτή αυτή του Καραγκιόζη)
Ο δράκος, πριν πεθάνει,μου προφήτεψε
Φόβους μου μελλοντικούς 
Στο τέλος ήλθε κι ο Νιόνιος
Με μπουγαρινάτη κιθάρα
Για τση γυναίκες,έλεγε,και τσου καημούς
Πράματα -τότε μου- ακατανόητα
Μόνον εκείνη η πεταλούδα μεγάλωνε συνέχεια
Ώσπου τα σκοτεινά φτερά της ακουμπήσαν
Στης οικοδέσποινας τα μάτια

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΣΑΜΑΛΑΔΕΣ
Οι σαμαλάδες εμφανίστηκαν στις αρχές του 1960
Ήσαν δωδεκάχρονα παιδιά
Με μια τάβλα γλυκό κάτω απ' τη μασχάλη
Και μια σπάτουλα στο δεξί χέρι
Διέσχιζαν,διαλαλώντας, την πόλη
Την τετραγώνιζαν αυτή τη γενέτειρα
Το σχήμμα της έδιναν φακέλλων
Αυτά τα γράμματα δεν έμεναν ανεπίδοτα
Κάποτε τα άνοιγαν οι ίδιοι
Στην άκρη κάποιου χωματόδρομου με νυχτολούλουδα
Ισορροπώντας την τάβλα στο γόνατο
Και διάβαζαν τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν
Εύρισκαν λέξεις γλυκύτερες απ' το σάμαλι
Για την αγάπη που δε γεύτηκαν οι ίδιοι
Για την αγάπη που μπορούσαν να προσφέρουν


Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΥΨΙΠΕΤΕΙΣ ΚΑΙ ΧΟΪΚΟΙ
Οι λέξεις είναι όπως τα τοπία στα όνειρα
Δεν μεταμφιέζονται απλώς-
Μεταμορφώνονται
Μοιάζουν με τους εύθραυστους
Κορυδαλλούς
Στα χέρια των παιδιών
Βρίσκονται πάνω από
Τους πολύτιμους λίθους
Γιατί ονομάζουν
Το κάθε τί
Στο σύμπαν
Ορατό κι αόρατο
Υψιπετές και χοϊκό
Οι λέξεις αποτελούν κελύφη
Που περικλείουν την Ουσία
Όσων κατανοούμε και των επέκεινα α-νοήτων
Αποφαντικά ονομάζουν και το Υπέρτατο
Εντούτοις είναι τρυφερές
Όσο οι τεθλασμένες ανοιξιάτικων εντόμων
Όσον οι προθέσεις εκείνων
Που ανακαλύπτουν ένα ανθάκι
Σε μια σελίδα παλαιού βιβλίου