Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΙ Ο ΚΟΜΗΤΗΣ

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΙ Ο ΚΟΜΗΤΗΣ

Τελευταία το συνηθίζω: Μόλις
Βραδιάσει.
Κλείνομαι στο δωμάτιό μου.
Φυσώ το λυχνάρι των παθών μου
Και ταξιδεύω.

Κάποτε ήρεμα φτάνω ώς το πρώτο διπλωμένο ενύπνιο
Που διασχίζουν λευκοί  ναυτίλοι
Κι άλλοτε ως την καιομένη του Αββά Ισαάκ καρδιά.

Μερικές φορές ο θαλαμίσκος τραντάζεται. Ξαφνιασμένος
Κοιτώ από το παράθυρο-
Έχει μπλεχτεί στην ουρά ενός κομήτη.

"Πέρασε ο πατέρας απο δώ" φωνάζω χαρούμενος
"Πώς δεν άκουσα το πόδι του να τρίζει...".

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΑΝ ΚΟΥΛΟΥΡΑΚΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ

ΣΑΝ ΚΟΥΛΟΥΡΑΚΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑΣ

Ενίοτε
Σε μεταμεσονύχτια αγρυπνία-
Αγωνία
Με κυριεύει, μια παρόμοια της αμφιθυμίας του Βερσίλοβ

Κι επειδή εκείνη την ώρα
Συνήθως
Δεν μπορώ
Να την -κατά τη συνήθειά μου-καταγράψω
Την πλάθω στα χέρια μου
Σαν κουλουράκι πασχαλιάς.

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ





                         ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ




“ Το βλέπεις αυτό το σημάδι στο χέρι; Το’ χω από παιδί. Θυμάμαι μέχρι και σήμερα πώς το απέκτησα. Έτρεχα ένα βράδυ μαζί με τα άλλα παιδιά  προς το φράχτη της Πατράκαινας, ένα μισοσκότεινο τοίχο, τυλιγμένο με γιασεμί. Βιαστική όπως πάντα, σκόνταψα κι έπεσα. Πρέπει να σκίστηκα από πέτρα γιατί ένιωσα ένα κάψιμο κι είδα στο σημείο που χτύπησα ένα  σημάδι, άσπρο σα πικραμύγδαλο στην αρχή που πήρε στη συνέχεια το σχήμα και το χρώμα του λειριού της  Παγώνας, της αγαπημένης κότας της μάνας μου.
 Παράξενο που το παρατήρησα αυτό και το είπα στην παρέα μου, λίγο πριν με πάρουν τα αίματα και βάλω τα κλάματα.
Είχε τρέλα με  αυτή την Παγώνα η κυρά Χρυσάνθη.  Όταν άρχιζε ο συναγερμός να σφυρίζει στο Βόλο ή το καμπανάκι να χτυπάει στον Άη Ταξιάρχη,  κι ενώ ο πατέρας έπαιρνε υπό μάλης τα ψειριασμένα μας χράμια  κι ανέβαζε στο σβέρκο του εμένα, πεντάχρονη τότε, για να τρέξει βιαστικά, όπως όλοι οι συγχωριανοί μας , να σκαρφαλώσει τον ανήφορο για το Τρανό Ίσιωμα, το ασφαλές από τα κανόνια των πλοίων του λιμανιού ή από τους μηχανοκίνητους, στον αμαξωτό δρόμο, Γερμανούς, τότε  εκείνη χώνονταν στις πυκνοφυτεμένες  φασολιές  “πουλ, πουλ, πουλ”, φωνάζοντας, “πού είσαι μωρή Παγώνα  και θα μας προλάβουν”. Και ήταν ικανή θανάσιμα να καθυστερήσει περιμένοντας τη στιγμή που η κότα θα πηδούσε στον ώμο της και θα κούρνιαζε εκεί. Τότε μόνο κατέβαινε τις σκάλες κι έμπαινε στο τέλος της ουράς των ανθρώπων που έτρεχαν.
Ο πατέρας λαχάνιαζε από το άσθμα που τον ταλαιπωρούσε από παιδί κι από το, ελάχιστο, βάρος μου, λαχάνιαζε ανεβαίνοντας και βλαστημώντας την τύχη του “δε φτάνουν όλα τα άλλα, έχω κι αυτή τη μουρλή, τρέξε Γιωργάκη μου μπροστά” έλεγε  στον αδελφό  μου, “μια φωλιά της Παγώνας να εξασφαλίσεις πρώτα”  σάρκαζε, κι ο Γιώργος που καταλάβαινε τι ήθελε να πει, έτρεχε να πιάσει κάποια σπηλιά  στην καλύτερη περίπτωση ή κάποιο  απάγκιο, στη ρίζα  βράχου- ο τόπος ήταν γεμάτος από τεράστιες πέτρες κι από καλύβες φιλόξενων βοσκών που τάιζαν, πρώτα εμάς τα παιδιά, κι αν περίσσευε και τους μεγάλους, με αχνιστό, φρέσκο ψωμί κι ίσως και γάλα.
Μέναμε λίγες μέρες εκεί, για μας  ήταν ο Παράδεισος, κι ύστερα κατεβαίναμε στο χωριό μετρώντας, τις περισσότερες φορές, ερείπια κι αποκαΐδια. Θάβαμε τους νεκρούς, γέρους συνήθως που δεν μπόρεσαν να μας ακολουθήσουν, επιδιορθώναμε πρόχειρα τις  ζημιές, κάναμε την παράκληση της Παναγιάς μας, στον Άϊ Νικόλα, οι περισσότεροι όλη την ώρα γονατιστοί  - ήταν το μόνο τάμα που μπορούσαμε να εκπληρώσουμε.
Τα παιδιά ξαναβρίσκαμε τη γειτονιά, τα κολοκύθια που είχαμε για κούκλες εμείς τα κορίτσια και τα καλάμια άλογά τους τα αγόρια. Αρχίζαμε και πάλι το “καράβωμα”, το δημοφιλέστερο παιγνίδι τόπων βουνίσιων με πολλά νερά, όπως ο δικός μας. Ρίχναμε στο αυλάκι  που κατέβαζε το νερό στα κτήματα μεγάλα κομμάτια από φλούδες δέντρων, ξυλάκια, σκληρά φύλα και, τρέχοντας πλάι στο αυλάκι, τα παρακολουθούσαμε να κατεβαίνουν, στα μάτια μας τεράστια ποταμόπλοια, άλλα ξεπερνώντας τα εμπόδια κι άλλα σταματώντας λίγο πιο κάτω.
Το απόγευμα ακούγαμε τη μπάντα των ιταλών να κατεβαίνει προς τον Άη Ταξιάρχη. “Ο σασά και τριαλό”,  τραγουδούσαν και μπροστά τους, πριν κι απ το μαέστρο, πήγαινε ένας μικρόσωμος ανθρωπάκος, ο Ντούλιας. Έκανε, όπως πάντα, κωμικές, άναρχες κινήσεις, διευθύνοντας δήθεν, κινήσεις που έφερναν το γέλιο σε όσους παρακολουθούσαν.  
Όταν έπεφτε το βράδυ, τρέχαμε να κρυφακούσουμε την Πατράκαινα.
 Ήταν μια μεσόκοπη γυναικούλα που βλέπαμε κάθε πρωί να περνάει, μαυροντυμένη πάντα, να πηγαίνει στους μπακάληδες του χωριού που μοίραζαν με το δελτίο αλεύρι, λάδι κι όσπρια. Όταν νύχτωνε κάθονταν στην αυλή της, χωρίς να της περνάει από το μυαλό ότι κάποιοι την παρακολουθούσαν.
Με το αυτί κολλημένο στις πέτρες οι  μικρότεροι, ζητούσαμε από τους μεγαλύτερους και τολμηρότερους που σκαρφάλωναν στον τοίχο, να μας περιγράφουν και το τι βλέπουν, έτσι για να έχουμε μια πλήρη σκηνή- εικόνα και λόγο.
Η γυναίκα λοιπόν, τραβούσε στην αυλή δυο καρέκλες και τις έβαζε γύρω από το ξύλινο τραπεζάκι, πλάι στη μεγάλη κερασιά. Τοποθετούσε δυο πιάτα, τις περισσότερες φορές άδεια, και κάθονταν.
“Δημητράκη, φάε το ψάρι σου”, έλεγε κοιτώντας  προς την άδεια καρέκλα.
“ Χόρτασα, Χαρίκλεια, σε ευχαριστώ”, απαντούσε στον εαυτό της με μια βραχνή φωνή.
“Μήπως κρυώνεις; Να σου φέρω το κασκόλ;”
“ Όχι, γυναίκα” συνέχιζε, πάλι με αντρική φωνή, “μείνε λίγο ακόμη, σε λίγο θα γεμίσουν πυγολαμπίδες τα μαλλιά σου”.
Κι όλοι, σιγά μη μας ακούσει, γελούσαμε, γιατί ξέραμε ότι ο Δημητράκης ήταν θαμμένος στη ρίζα της κερασιάς, κομμένος στα δυο, από γερμανική οβίδα”.  

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΚΙ Ο ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ


                                   
                                    ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΚΙ Ο ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝΙΣΤΑΣ

             “Τσικ”, έξυσε το νυχάκι του παράμεσου πάνω στον αντίχειρα και ο μικρός δεν κατάλαβε από πού ήλθε ο θόρυβος, από το στόμα του κουρέα ή από τα δάχτυλά του. “Μια ψείρα ήταν… με γεια σου, λεβέντη” είπε ο κουρέας. Ο πιτσιρίκος σταμάτησε να θαυμάζει τα δεκάδες είδωλα ενός αγνώριστου, ολόγυμνου πλέον κεφαλιού του, είδωλα που παρήγαγαν οι δυο κατέναντι ανισοϋψείς καθρέφτες. Κοίταξε τον πατέρα που διάβαζε εφημερίδα στον καναπέ κι εκείνος του έγνεψε να σηκωθεί. Ο κουρέας είχε πλησιάσει το ραφάκι με τις γυάλες. Άλλες περιείχαν τριανταφυλλόνερο κι άλλες βδέλλες που στριφογύριζαν. “Είχαμε βάλει κάποτε μια από αυτές στο πόδι της μαμάς”  θυμήθηκε το παιδί. “Την έβλεπα πώς φούσκωνε κι έκλαιγα”.
             “Έρχεται το Κύκνος, όπου να’ναι” είπε ο πατέρας ενώ πλήρωνε τον κουρέα. “Φεύγουμε ”. O μικρός κατσούφιασε. Αν και γνώρισε ότι κάποτε θα έρχονταν η στιγμή της αναχώρησης, ένιωσε άσχημα.  Περνούσε πολύ όμορφα εκεί, στα οικόπεδα με τις μικρές πηγές που το νερό τους κόχλαζε. Στις πηγές αυτές, εκτός από τα αυγά που του έδινε η μαμά, έβραζαν, με το Γιάννη το φίλο του, και τις ακρίδες που καπάκωναν με τη φούχτα στα, κάτασπρα από το αλάτι, οικόπεδα. Είχαν ανοίξει εστιατόριο και πουλούσαν τις βραστές ακρίδες και τις πασχαλίτσες στα κορίτσια. Δεν τις πουλούσαν, τσάμπα τις έδιναν. Έτσι για να τους χαμογελούν τα κορίτσια αργότερα,  στα Σαράντα Πλατάνια, στο δάσος όπου άκουγαν, αλλά ποτέ δεν έβλεπαν, τους δρυοκολάπτες.
            Βέβαια, και η επιστροφή με το “Κύκνος” θα ήταν όμορφη. Θα φυσούσε αεράκι στο κατάστρωμα, εκείνος  θα ακουμπούσε το κεφάλι στο παραπέτο και θα κοιτούσε τη μπλε θάλασσα. Η θάλασσα θα  άνοιγε ξαφνικά, σα να τραβούσε κάποιος φερμουάρ, και  δελφίνια θα τινάζονταν στον αέρα. Θα έρχονταν κοντά, πολύ κοντά στο πλοίο και θα έπαιζαν μαζί του. Ο κόσμος θα μαζεύονταν στην άκρη για να τα παρακολουθήσει και να τα χειροκροτήσει. Αυτό τουλάχιστον είχε  συμβεί με τον ερχομό τους. Γιατί να μη ξαναγίνει;
            Χαιρέτισαν με τον πατέρα και βγήκαν. Κατέβηκαν στην προκυμαία. Εκεί, στα παγκάκια του μικρού πάρκου, ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος που περίμενε με βαλίτσες και τσάντες, ξεχώρισαν τη μητέρα και τους άλλους. Μια μεγάλη χαρούμενη παρέα. Κάποιοι ήσαν γείτονές τους, ανάπηροι πολέμου οι περισσότεροι, με τις οικογένειές τους. Είχαν αποφασίσει να περάσουν μαζί τις διακοπές τους στη λουτρόπολη. Άλλοι ήσαν φίλοι που γνώρισαν στο Κέντρο Λουτροθεραπείας, στον υπαίθριο κινηματογράφο ή στην παραλία.
             Όλη η παρέα κατευθύνθηκε στο μικρό καφενείο, στην άλλη πλευρά του δρόμου. Κάθισαν στα  τραπεζάκια του πεζοδρομίου. Πλάι σε έναν ακκορντεονίστα. με μαύρα γυαλιά που κοίταζε προς τη θάλασσα. Ο μικρός πρόσεξε στην ταμπέλα το παράξενο όνομα του καταστήματος: ΝΕΚΥΙΑ. Ρώτησε τον πατέρα του τι σημαίνει  η λέξη κι εκείνος του απάντησε με ένα χαμόγελο που μάλλον δήλωνε άγνοια.
            Κάποιος χάιδεψε το παιδί στο κεφάλι και “ με γεια το κούρεμα” του ευχήθηκε. Ήταν ο Τάκης, ένα φοβικό  γεροντοπαλίκαρο της παρέας. Κάποτε, την ώρα που περνούσε έξω από το  σπίτι που είχαν νοικιάσει όλοι μαζί, μια εξόδιος πομπή-. κηδεύονταν ένα παλικάρι που είχε πνιγεί, ανοιχτά της “ζεστής θάλασσας”, ενός σημείου  στο οποίο έπεφταν τα νερά των θερμών πηγών- ο Τάκης χώθηκε κάτω από το ντιβάνι. “Μη”, τσίριζε “ μη, μακριά από μας”. Κι έμεινε εκεί, στο σκοτάδι, έως τη στιγμή που τον βεβαίωσαν γελώντας οι άλλοι, ότι πέρασε ο χάρος, δεν είχε πια κανένα φόβο.
            Τώρα, ο Τάκης ήταν ευτυχισμένος γιατί θα ξανάφευγαν. Θα ξαναγύριζε στην αυλίτσα του παμπάλαιου πέτρινου σπιτιού του, με την μαδημένη ουασιγκτώνα να σημαδεύει τον ουρανό και την καθησυχαστική μεσημεριάτικη γκρίνια των ορνίθων. Ήταν ευτυχισμένος, επειδή απομακρύνθηκε ο το μαύρος  ιππότης με το δρεπάνι
            Ο πατέρας  έδειξε στο βάθος. Το πλοίο έμπαινε στο λιμάνι. Το πλήθος κινήθηκε προς την προκυμαία, μαζεύοντας μπόγους και βαλίτσες. Κάποιοι αγκαλιάστηκαν.
            Το αγόρι κοίταξε και αυτό προς τη θάλασσα.
             Ένιωθε παράξενα. Ένας μικρός αέρας  φυσούσε εντός του. Είδε  μόνο το πάνω μισό του  πλοίου κι ένιωσε να πετάει. Ταυτόχρονα άκουσε μια φωνή να έρχεται από μακριά. Σαν να τον προειδοποιούσαν για κάποιον ακαθόριστο κίνδυνο. Μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος του μιλούσε και τί του έλεγε. Σκιές αεικίνητες τον τύλιγαν. Περπατούσε σε μια  γη ωχρή, ανάμεσα σε μοβ λουλούδια .
            Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν.
             Το αγόρι έπεσε σπαράζοντας στην προκυμαία. Ο πατέρας έχωσε τα δάχτυλά του στο στραβό στόμα του παιδιού ενώ η μάννα κάθονταν στα πόδια του για να σταματήσει τους σπασμούς. Ο κόσμος συγκεντρώθηκε περίεργος.
             “Δεν είναι τίποτε” φώναξε η μάνα. “Σύνδρομο Ε”, καλυμμένα εξήγησε, για να μη προφέρει τη φοβερή λέξη, “δεν είναι τίποτε , σε δυο λεπτά θα του έχει περάσει”.
            Ο τυφλός ακκορντεονίστας σηκώθηκε.
            Το πλοίο σφύριξε. 
    

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

ΕΞ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΕΙΣ ΡΩΣΙΝ


ΕΞ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΕΙΣ ΡΩΣΙΝ

Ένα κουβάρι αποτελώ
-Ακόμη-
Αισθημάτων, αισθήσεων
Και ενδεικτικών πινακίδων
Με ροπές
Ανεμοδείκτη

Στη φίλη Παρασκευή Μαλούχου


ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ
 Ή
                           Η ΒΙΛΑ ΤΗΣ ΚΗΦΙΣΙΑΣ







Η Λόλα, μια παλαιά μου γειτόνισσα( Ρίτσα ήταν το όνομα που σε κάποιους είχε δηλώσει  ως  βαφτιστικό της, αλλ΄αμφιβάλλω αν  κι εκείνο υπήρξε  πραγματικό),είχε μια μάνα, μια γριούλα  υπερβολικά σκυφτή και πάντα χαμογελαστή.
Η γυναικούλα αυτή διατηρούσε μονίμως  την έκφραση του ανθρώπου που, μυστικά, συνομιλεί με τη μάνα γη- προς αυτή μόνο της επέτρεπε  μια βαριά  κύφωση της να νεύει.  
Όταν σε συναντούσε, περπατώντας από το σπίτι της έως την ελιά του Μποχώρη, το μοναδικό δέντρο της γειτονιάς, τραγουδώντας σμυρναίικα τραγούδια, όταν σε συναντούσε, σε χαιρετούσε και  πρότεινε να σε φιλοξενήσει “στη βίλα της, στην Κηφισιά”. Κι όταν έβλεπε, κοιτάζοντας πλάγια και πάνω, την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου, έκανε μια μικρή υπόκλιση  και “ιδού, περάστε” έλεγε κι ανέβαινε αόρατα σκαλοπάτια, άνοιγε, χωρίς το παιδικό τσιγκλιδόν ανύπαρκτες πόρτες, σου πρόσφερε αέρινες καρέκλες και σε κερνούσε νεραντζάκι γλυκό, εκεί στη μέση του  δρόμου, πλάι στα αποσιωποιητικά της σβουνιάς που άφηναν τα άλογα, μαζί με  τα χρεμετίσματα και τις επί ώρες αιωρούμενες φωνές των πλανοδίων.
Από την κόρη της βέβαια μάθαμε ότι, με την καταστροφή της Σμύρνης, ήλθε κι εγκαταστάθηκε σε ένα τσιγκομαχαλά της Κοκκινιάς. “Τότε έπαθε”, συμπλήρωνε η Λόλα.
Αυτή ήταν και η μόνη τρέλα που είχε. Σ΄ όλα τα άλλα  βρίσκαμε τη συμπεριφορά της  απόλυτα  λογική και φυσική.
            Όσο τη γνωρίζαμε βέβαια, επειδή, τον περισσότερο καιρό, έμενε κλεισμένη στο σπίτι της κόρης της.
 Η Λόλα είχε σίγουρα πατήσει τα πενήντα, διέθετε ημιμύστακα και ήταν παντρεμένη με τον εικοσιοχτάχρονο σμηνίτη  Βλάση, αγνώστου και τότε, επωνύμου.
Δεν θυμάμαι γιατί την προσαγορεύμαμε με  εκείνο το όνομα. Ίσως  άρεσε στην ίδια, ίσως στον άντρα της, ως  χαϊδευτικό. Τώρα που το σκέφτομαι- σ΄ εκείνη την ηλικία, ακόμη  κι αν μου το΄  λεγες δεν θα το καταλάβαινα- ίσως να αποτελούσε δημοφιλές ψευδώνυμο, από εκείνα που γράφονται σε πόρτες σπιτιών με κόκκινα φανάρια. Δεν το λέω αυθαίρετα αυτό. Τη χαρακτήριζε μια ελευθεριότητα συμπεριφοράς, με εκφράσεις που έκαναν τις άλλες γειτόνισσες να τινάζονται, όσες την άκουγαν για πρώτη φορά- η οποία τις περισσότερες φορές ήταν και η τελευταία- ή να ξεροκαταπίνουν, οι ελάχιστες που την είχαν πλέον συνηθίσει.
Έμεναν με ενοίκιο σ΄ ένα δωματιάκι με μια μεγάλη δίφυλλη, καφετιά πόρτα που άνοιγε κατευθείαν στο δρόμο.
Το κυρίως σπίτι βρίσκονταν στο βάθος μιας αυλής χωρίς χαραγμένο κήπο, ένα οικόπεδο δηλαδή, πνιγμένο στα αγριολούλουδα, μαργαρίτες και ανεμώνες και “του κούκου το ψωμί”. Εκείνα τα χρόνια, περνούσαμε το χαμηλό πορτάκι και ψάχναμε εκεί για μαρουδίτσες και ακρίδες.  
Αυτή την πόρτα βλέπαμε να  περνάει βιαστικά το “ζευγάρι της Αγίας Παρασκευής”, όπως τους έλεγε- δεν ξέρω για ποιο λόγο-η μάνα μου. Με κατεβασμένο το κεφάλι, ανασηκώνοντας τους γιακάδες των  πελώριων παλτών που συνήθιζαν, ακόμη και φθαρμένα, να φορούν τότε.
Πράγματι κρύβονταν. Γιατί και από ποιους το γνωρίσαμε αργότερα. Εκείνοι δήλωναν ότι “θα έπρεπε να προσέχουν την υπηρεσία του Βλάση”, επειδή δεν επιτρέπονταν οι γάμοι των στρατιωτικών, κάτω από κάποια ηλικία- δεν γνωρίζω αν ισχύει ακόμη αυτή η απαγόρευση.
Ο γάμος τους έγινε με άκρα μυστικότητα και με κουμπάρο τον πατέρα μου, που αναλάμβανε όλες τις “δύσκολες αποστολές”, στον Προφήτη Ηλία Αλυκών, ένα μικρό  ξωκκλήσι ,  πάνω σε ένα λόφο,  απέναντι από  τα τείχη που έχτισε στην περιοχή ο Δημήτριος ο Πολιορκητής  για να προστατεύσει την πόλη που πήρε το όνομά του.
Ανεβαίναμε συχνά στο εκκλησάκι. Θυμάμαι κάποιους μαγικούς εσπερινούς,  με τις παλιές εικόνες να χάνονται σε σύννεφα λιβανιού στα Ανοιξαντάρια.
Φτάναμε στην κορυφή του λόφου  από ένα μονοπάτι που θύμιζε φίδι που λιάζεται, ξαπλωμένο μέσα σε φραγκοσυκιές και θυμάρια. Αριστερά  απλώνονταν η  θάλασσα  και μπροστά παλαιά Εθνική οδός Βόλου- Αθηνών τραβούσε προς το λόφο του Σωρού. Στον ανήφορο, βλέπαμε από ψηλά να ανεβαίνουν μακρύκαρα, σούστες και το λεωφορείο της γραμμής Βόλου- Αθηνών. Αυτά ήσαν τα μόνα οχήματα που κυκλοφορούσαν τότε.
 Σ΄ ένα στρογγυλό κουτί από σοκολατάκια του 1938 όπου , κατά παράδοση, φυλάμε τις παλιές  φωτογραφίες, υπάρχει, ασπρόμαυρα απαθανατισμένη σε μυγοδιάστικτο πλαίσιο, η έξοδος του ζευγαριού από το ναΐσκο. Οι λίγοι καλεσμένοι κοιτάζουμε προς τη δύση. Μόνον ο Γιώργος, ο Αράπης, συνομήλικος μου, κουρεμένος με την ψιλή, με  παντελονάκι έως τα  γόνατα, είναι στραμμένος  προς τα αριστερά και, γονατιστός, μοιάζει να παίζει  βόλους  με τα κυπαρισσόμηλα του προαυλίου.
Υποθέτω ότι οι υπόλοιποι  θαυμάζουμε τα χρυσάφι του δειλινού στην κορυφή Παλατάκι. Στις αιθρίες, κυρίως της Άνοιξης και του Φθινοπώρου, στην αργή του τσουλήθρα, ο ήλιος βυθίζεται εκεί, αφήνοντας πίσω του  όλες τις ανταύγειες του ωχρού και του κόκκινου. Είναι εντυπωσιακό ότι κανείς δεν προσέχει το ζευγάρι, καμιά κοπελίτσα της παντρειάς δεν κοιτάζει “πόσο όμορφη είναι η νύφη”. Ακόμη κι ο Βλάσης, λίγο σκυφτός, φαίνεται να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει κάτι. Η Λόλα βλέπει κατευθείαν στο φακό, χωρίς όμως να  καμαρώνει.
 Μόνον η  μάνα της, λίγο πιο σκυφτή απ΄ ό,τι  τη θυμάμαι, με ολάνοιχτα χέρια, δεξιώνεται ήδη τους καλεσμένους στη βίλα της Κηφισιάς.
Με την εγκατάστασή τους, ως νόμιμου πλέον ζευγαριού, η Λόλα και ο Βλάσης όρισαν τις σχέσεις τους με τους γείτονες, υπολογίζοντας ως ανισοσκελή κι αντεστραμμένη τη γνωστή λογιστική: Λαβείν ναι, δούναι όχι. Ευχαρίστως έτρωγαν από τα σκεπασμένα πιάτα της σπιτονοικοκυράς τους, της Αρετής, εύκολα ζητούσαν δανεικά από τη χοντροΕυτυχία, την πιο καλόκαρδη γυναίκα στο “Συνοικισμό Αναπήρων” – έτσι ονομάζονταν πομπωδώς η επικράτειά μας, τα δυο τετράγωνα με τα πέντε, όλα κι όλα, σπίτια. Το μπακαλοδεύτερο του πατέρα μου, που σώζονταν ως τον καιρό της πλημμύρας στη Νεάπολη, μαρτυρούσε ότι η καθημερινή, βερεσέ,  τροφοδοσία τους περιλάμβανε αυγά ημέρας, ξηρά χταπόδια, ελιές θρούμπες και ρετσινάτο κρασί χύμα.
Όλοι  τα βοηθούσαν “τα καημένα τα  παιδιά”.
 Κι εκείνοι ζητούσαν, δέχονταν κι επεδίωκαν αυτή τη βοήθεια. Χωρίς όμως να προσφέρουν. Ούτε καν τις ελάχιστες πληροφορίες οι οποίες,  σε κάθε μικροκοινωνία, επιτρέπουν την οικείωση μέρους του ζωτικού χώρου του άλλου, έτσι ώστε να λειτουργεί η κοινότητα..Nα χαίρονται, δηλαδή, οι πάντες με τη χαρά του ενός και να καθίσταται   κοινή η ατομική θλίψη.
 Ή (επειδή δεν ζούμε σε κοινωνία αγγέλων) να συμβαίνει και το αντίθετο: Η πίκρα του ενός να αποτελεί πηγή αγαλλίασης εκείνων που στενοχωρούνται με τη στιγμιαία ευδαιμονία του.
Απαγόρευαν κάθε εισβολή στο μικρόκοσμό τους. Όταν ο άντρας της έφευγε με το πρώτο λεωφορείο  για το αεροδρόμιο, εκείνη έπιανε το κέντημά της. Συχνά, συνήθως όταν γύριζε από τη δουλειά του, συντρόφευε τις δυο γυναίκες η Αντριάνα, ο μοναδικός εν Ελλάδι τραβεστί εκδοροσφαγέας. Φαλακρός, με αλογοουρά, μακρύ φουστάνι και ματωμένες γαλότσες. Στην επιλογή του  πιστεύω ότι βοήθησε και το ότι, συν τοις άλλοις, ήταν και κωφάλαλος.
Η Λόλα μιλούσε ακόμη και σε μας τα παιδιά. Έμπαινε στα παιγνίδια μας. Με τη βέρα της παίζαμε τo “που ΄ντο, που΄ ντο το δαχτυλίδι”.

Κάποια μέρα, η  δίφυλλη  καφετιά πόρτα παρέμεινε κλειστή. Ένας σκύλος γεύτηκε το περιεχόμενο του σκεπασμένου πιάτου που ακούμπησε η σπιτονοικοκυρά στο κατώφλι της. Ο άντρας της όμως, άνθρωπος της πιάτσας, που ΄χε δει κάποιες ύποπτες κινήσεις, ρώτησε κι έμαθε από τον περιπτερά ότι, όχι μόνο ο Βλάσης δεν πήγε στη δουλειά του αλλ΄ αντίθετα, οι τρεις νοικάρηδές του, κρατώντας δυο μεγάλες βαλίτσες, πήραν το πρωινό λεωφορείο για την Αθήνα.
Χωρίς να διστάσει άνοιξε, με το δεύτερο κλειδί που κρατούσε, την πόρτα. Το δωμάτιο άδειο. Τα σανίδια μόνο των ντιβανιών, ένα δοχείο νύχτας, κάλτσες και  παλιές εφημερίδες.
“Τα ενοίκια μου” φώναξε ο σπιτονοικοκύρης κι ειδοποίησε τον πατέρα μου και την χοντροΕυτυχία που γνώριζε ότι “είχαν να λαβαίνουν”. Όλοι μαζί αποφάσισαν να κυνηγήσουν τους λαθροφυγάδες με ταξί.

Τους πρόλαβαν  στον ανήφορο του Μπράλου. Ο ταξιτζής έκοψε, κορνάροντας, μπροστά στο λεωφορείο. Κατέβηκαν ο οδηγός, οι τρεις καταζητούμενοι αλλά και κάμποσοι περίεργοι επιβάτες.
Κι εκεί, στο σαματά που ακολούθησε μέσα στην ομίχλη και τρόμαξε ανθρώπους και όρνεα, η “παθημένη”  απομακρύνθηκε λίγο. “ Ελάτε, ελάτε, χωράτε όλοι στη βίλα μας, ελάτε κι εσείς καλοί μου άνθρωποι”, τσίριξε για να ακουστεί, δείχνοντας τους επιβάτες που είχαν κατεβεί. “Να ανοίξω και το χρηματοκιβώτιο- να, πάρτε, πάρτε τα λεφτά σας κι εσείς”, συνέχισε να μοιράζει σ΄ όλους αόρατο πλούτο. “Εμείς δεν είμαστε μπαταξήδες”.

***
Υγ. Κατερίνας: "...Το θέμα της αφιέρωσης
αποφάσισέ το εσύ.Δεν ξέρω τί να γράψω."

Απάντηση: "Τίποτα παραπάνω, Γιάννη. Είναι το "Ευχαριστώ" σου για την τιμή της φιλοξενίας της στο blog της, συν ότι της εύχεσαι τα "Καλύτερα" στη ζωή της! Ξέρει ότι εσύ "δεν τα καταλαβαίνεις τα ιντερνετικά" και σε καταλαβαίνει, όπως όλοι οι φίλοι σου! Γράφε εσύ όπως ξέρεις, κι άσε εμάς να "μιλάμε" για σένα!"