Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Η ΝΥΧΤΑ



Η ΝΥΧΤΑ                                                                  
            Απόψε το χελωνίσιο δέρμα της καρδιάς μας διαποτίζεται. Ανοίγουν οι πόροι, διαλύεται ο κόμπος που εμποδίζει τη ροή των αισθημάτων. Φορούμε φτερά, σβήνουν οι χυδαίες στην επανάληψη τους εικόνες. Μένουμε γυμνοί, όπως οι προπεπτωκότες.
            Στην κορυφή του βουνού μια έλλαμψη, ακολουθεί η πανσέληνος. Την κουβέντα μας συντροφεύουν μυριάδες τριζόνια με το πριονάκι τους. Ανάμεσα στο πέπλο της νυχτωδίας τους περνούν φωνές νυχτοπουλιών. Στις βελανιδιές, τσιρίζουν οι βερβερίτσες. Αν ρίξεις μια δέσμη φακού πάνω τους θα προσέξεις, στιγμές κόκκινες, τα ματάκια τους. Ανοίγουν το στόμα σαν να διαμαρτύρονται για την παρουσία μας. Ένας από αυτούς πηδάει στο γλωσσίδι της καμπάνας κι ακούγεται, εξαιρετικά παράταιρος , ο ήχος της. Τα άστρα σβήνουν ένα – ένα, όπως την αυγή.
            Καθόμαστε στους κομμένους, από τον Γέροντα και τον κυρ Γαβριήλ, κορμούς. Άβολα καθίσματα, αλλά τέτοια ώρα ποιος το προσέχει… Μπροστά και κάτω γυαλίζει, γυρίζοντας αργά, σαν διήγηση συναξαριστή, ο ποταμός. Πίσω μας, φωτισμένα κατά την ανόητη συνήθεια των τελευταίων χρόνων, τα βράχια. Στο βάθος θρόμβοι φωτός στο ακρογιάλι του Άθωνα.
-Αυτό το ’χω κλείσει, κουνάει πέρα – δώθε ένα κομποσχοινάκι ο Σταμάτης, το ’χω σφραγίσει στη νάιλον σακούλα για να μην το ακουμπάει το ρυπαρό δέρμα μου. Το πέρασα πάνω από το λείψανο του Αγίου Δημητρίου κι έκτοτε έμεινε η ευωδιά – πάνε χρόνια τώρα. Έτσι είναι οι άγιοί μας. Μας χαρίζουν απλόχερα την ευωδιά των λειψάνων τους, καμιά φορά και του ζωντανού σώματος τους που είναι και η ευωδιά της ψυχής τους. Το μύρο είναι η αισθητοποίηση της αγάπης τους, μιας αγάπης άσωστης, κατά τον Απόστολο Παύλο. «Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» κι αλλού «μείζων δε τούτων η αγάπη». Τα σώματα τους πνίγονται στο μύρο κι αυτό σημαίνει ότι μας σκέπτονται, μεσιτεύουν για μας στον Κύριο.
Απέναντι του κάθεται μια γερμανιδούλα, η Κατερίνα, μέχρι προχθές Ζίγκριντ, και πλάι της η κυρία Ματίνα και η αφεντιά μου. Η Κατερίνα φόρεσε προχθές το λευκό ρούχο κι εκεί, στην πλώρη του βράχου, κάτω από την ανθισμένη υποκαστανιά, έσβησε την προτεσταντική ύβριν εικοσιπέντε χρόνων.
Ακούει τον Σταμάτη προσεκτικά, τον διακόπτει μ’ ενθουσιαστικά – ναι, ναι, πιστεύω… πιστεύω…
Κάποια στιγμή, την ώρα που η κορυφή ανάβει και η σελήνη τινάζεται πλάι στον κώνο – μεγαλοπρεπής βασίλισσα του Σαβά - κάποια στιγμή θέτει με χαριτωμένα ελληνικά τον πόθο της – Όλα είνι όμουρφα απόψι. Ιγκώ τάτειλα, τάτειλα να ζήσου άλλη ζουή, όλα να’νει όπως απόψι υπέρουχα. Οι γκρύλοι… του φεγγάρι…
Τα «άρρητα ρήματα»φθέγγονται κάτι περισσότερο απ ’το φεγγάρι, τα τριζόνια και το αεράκι. Κι όλο αυτό αποφασίζει να της το περάσει, τουλάχιστον αυτή είναι η πρόθεση του, ο Σταμάτης. Της μιλάει για τα «εν εσόπτρω και αινίγματι» για το «επιμέρους του εδώ» και για το «πρόσωπο προς πρόσωπον» του Επέκεινα. Ο λόγος του είναι ακριβός και απλός, οι λέξεις του στριφογυρίζουν όπως οι νιφάδες του χιονιού μέχρι να αγγίζουν την καίρια σημασία.
Στο τέλος η κυρία Ματίνα σταματάει το κομποσχοίνι, που ξεχωρίζει καθαρά πια στα δάχτυλά της και μας πληροφορεί ότι βρίσκεται εδώ, κάτω στις  σκηνές, η κουμπάρα της, η άλλη Κατερίνα.
      Μια εικοσάχρονη κοπελίτσα είναι τούτη εδώ. Για δυο ολόκληρα χρόνια αγωνίσθηκε με τον Γέροντα να απαλλαγεί από το πνεύμα του πύθωνος που πολύ την βασάνισε. Τα κατάφερε τελικά με νηστεία και προσευχή. Όμως τον πρώτο καιρό, την ώρα των Ακολουθιών έμεναν πλάι της δέκα άνδρες χειροδύναμοι, να την συγκρατούν όταν το δαιμόνιο άρχιζε τα δικά του: Βρισιές στον Γέροντα με βραχνή φωνή και χτυπήματα. Κάποτε τους ξέφυγε και με τη γροθιά της έσπασε το πρόσωπο της Παναγίας του Τέμπλου. Τις περισσότερες φορές έπεφτε στο τσιμέντο και, σφυρίζοντας όπως οι όχεντρες, τρύπωνε στα πόδια των αντρών και προσπαθούσε να τους δαγκώσει τους αστράγαλους. Δεν ξεχώριζε στο ορθρινό ελάχιστο φως και όλοι αναπηδούσαν, οι ψαλτάδες σταματούσαν τα Κεκραγάρια και τους Κανόνες. Κι ο Γέροντας αναγκάζονταν να βγαίνει στην Ωραία Πύλη και να την κοιτάζει, να την κοιτάζει μόνο. Τότε όλα σταματούσαν, ο δαίμονας ησύχαζε κι έτρεχαν να σηκώσουν τη δύστυχη η μάνα της και η αδελφή της. Την μετέφεραν σαν σακί κι έμενε ώρα ολόκληρη εξασθενημένη στο στασίδι με το κεφάλι γερμένο και δάκρυα στα μάτια.
-Θυμάμαι μια εκδρομή, παίρνει πάλι τον λόγο ο Σταμάτης. Άνοιξη και περπατούσαμε μέσα σε φτέρες και αγριοτριανταφυλλιές και πουρνάρια. Στα βαθύσκια πλατανορέμματα άκουγες να βόσκουν αγριόχοιροι και ζαρκάδια. Χρυσοζούζουνες ανέβαιναν από το μελισσοχόρταρο, την αιγορίγανη και το θυμάρι. Ξάφνου διακρίναμε χαμηλότερα την στέγη ενός εξωκλησιού. Χαρήκαμε για την ανέλπιστη ευλογία κι αρχίσαμε να ψάλλουμε, κατεβαίνοντας, Θεοτοκάρια. Όταν πλησιάσαμε στα πενήντα μέτρα κι ενώ το εκκλησάκι δεν φαινόταν, χαμένο μέσα στη βλάστηση, η Κατερίνα έπεσε μπρούμυτα κι άρχισε, μπάσα κατά την συνήθεια του εναντίου, να ουρλιάζει – Φύγε, φύγε από εκεί μέσα, φύγε ρε, δεν μ’ ακούς;».
Ξαφνιαστήκαμε, κάποιοι την απομάκρυναν, ώσπου ησύχασε. Οι υπόλοιποι μπήκαμε στην εκκλησία. Προσκυνήσαμε τις εικόνες, παλιές όλες, μ’ εκείνη την ιδιαίτερη τεχνοτροπία των προβυζαντινών να κυριαρχεί. Ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Νικόλαος, η Παντάνασσα οι εν Θερμή Άγιοι… Στο σκοτάδι είδαμε την σιλουέτα ενός σκυμμένου άνδρα. Γύρισε, στο αναμμένο κερί που κρατούσε φάνηκε ένα ισχνό γεροντάκι. -Καλώς ορίσατε, μας είπε με ζέση. Πλησιάστε. Εγώ είμαι ο νεωκόρος. Βρίσκεστε στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, την βλέπετε, αριστερά στο τέμπλο. Κι εκεί, περάστε παιδιά και προσκυνείστε, εκεί δεξιά στο τραπεζάκι, υπάρχει ο αντίχειρας του Αγίου Νεκτάριου -τον τρέμουν οι δαιμονισμένοι- την βοήθειά του να ’χουμε.
Πέφτει σιωπή. Όλα έχουν αλλάξει. Τα φύλλα των βασιλικών δρυών περιγράφονται χρυσά. Ο αέρας δυναμώνει. Ξαφνικά μας τρομάζει όλους το σφύριγμα ενός τρένου. Στα 650μ. υψόμετρο τρένο; Ο Σταμάτης γελάει. Και, ενώ μας εξηγεί για την κωδωνική μεταφορά κι επίταση του ήχου, μας δείχνει: Μια φωτεινή κάμπια στο βάθος της κοιλάδας κινείται νοτιοδυτικά.
Γιάννης Τσίγκρας

ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ

ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ
                                                                                   
-Στη δεκαετία του ’55 – ’65, η συνοικία Νεαπόλεως χωριζόταν σ’ ανατολικό και δυτικό τμήμα, από τη σιδηροδρομική γραμμή του μικρού τρένου, που κουβαλούσε κοκκινόχωμα από τους πρόποδες της μαγούλας Παλατάκι στο εργοστάσιο τουβλοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα. Δέκα με δεκαπέντε βαγονέτα κωνικά και μια ατμομηχανή που χωρούσε έναν καρβουνισμένο πενηντάρη, ξερακιανό με περισσότερες της μιας ιδιότητες: μηχανοδηγός, ρυθμιστής της κυκλοφορίας στην οδό Λαρίσης, όταν μ’ ένα κόκκινο σημαιάκι κατέβαινε απ’ το όχημα του, σταματώντας ποδήλατα και μηχανάκια και φορτηγά που είχαν τη μούρη του δράκου με τον οποίο πολέμησε ο Μεγαλέξανδρος.


            -Κι ακόμη μπόγιας γίνονταν για μας, όσοι τρέχαμε πλάι, πηδούσαμε από βαγόνι σε βαγόνι ή, όλοι μαζί, τραβώντας από το τελευταίο σίδερο, σταματούσαμε το συρμό. Μας κυνηγούσε τότε με τη λαβίδα του υψωμένη, ασθμαίνοντας και βρίζοντας, ανάμεσα στα βούρλα και τ’ αλμυρίθια, εκεί στις ‘αλατιέρες’ ή ‘τηγανάκια’ – τα αρχαία έλη της Δημητριάδας. Τεράστια τετράγωνα επίπεδα, ορισμένα από νεραύλακες, άσπριζαν μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Λίγα χρόνια πριν γέμιζαν από αλατάδες που, ξύνοντας την επιφάνεια τους, συγκέντρωναν το φθηνό άρτυμα του, λιτού τότε, πιάτου σε μεγάλους σωρούς. Αργότερα το ελληνικό μονοπώλιο σταμάτησε τη χρήση των χώρων και οι αλατιέρες μπαζώθηκαν από τα υλικά των γκρεμισμένων από τους σεισμούς σπιτιών. Ανάμεσα σε χώματα και τσιμέντα έβλεπες κορμούς φοινικιάς, προφυλακτήρες αυτοκινήτων, αετώματα και κόρες πήλινες, τετράγωνους πεσσούς. Ακρίδες με κόκκινα φτερά  τινάζονταν ψηλά, στις μικρές χειμερινές λακκούβες οι γυρίνοι στριφογύριζαν. Από την δυτική πλευρά έρχονταν η μυρωδιά της κράμβης και του καμπίσιου χιονιού ως την Άνοιξη που γέμιζε ο τόπος παπαρούνες και ασφοδελούς.


            -Το σπίτι μας, χτισμένο στο σχέδιο Παρασκευόπουλου, με πολλά μικρά δωμάτια και σινάζια, με περισσότερο σίδερο και λιγότερο μπετόν ήταν απ’ τα  πρώτα  που χτίσθηκαν στην περιοχή. Στο βάθος μιας μικρής αυλής με κυδωνιές, φτούρο και τριαντάφυλλα, είχαμε, καλού – κακού, στήσει και μια παράγκα. Οι τοίχοι, διπλή σειρά καλαμιών, άντεχαν περισσότερο από βαρύτερες κατασκευές στις δονήσεις. Ευτυχώς δεν χρειάσθηκε. Έγινε κατά καιρούς, αποθήκη σταριού, χοιροστάσιο, δωμάτιο ενοικιασμένο, αίθουσα ( για ένα δίμηνο) των α και β τάξεων του περιφερόμενου 23ου Δημοτικού Σχολείου, αποθήκη χλωρίνης και εδωδίμων. Ο πατέρας είχε ανοίξει μπακάλικο. Διαμόρφωσε κατάλληλα ένα δωμάτιο του μεγάλου σπιτιού. Αριστερά στοιβαγμένα σακιά με όσπρια, δεξιά τα ράφια : κουτάκια με μπογιές, ελιές ξυδάτες,. Στον μεγάλο πάγκο, πίσω απ’ τον οποίο καθόταν συνήθως η μητέρα, η στραβή ζυγαριά με τα στρογγυλά βαρίδια της οκάς και των δραμιών. Απ’ το ταβάνι κρέμονταν μαύρες και αποτελεσματικές μυγοπαγίδες.



            -Η πρώτη χήνα ανέβηκε λίγο ψηλότερα, πέρασε πάνω από τους ταύρους, το ‘χούι’ αποφεύγοντας των εκδοροσφαγέων. Βοήθησε μ’ ένα πλατάγισμα  των φτερών της να φανερωθεί η φαλάκρα της Αντριάννας, την ώρα που έπλενε στη Μπουρμπουλήθρα κοιλίτσες και ‘μπουμπάρια’. Η Αντριάννα είχε επιβάλει τον τραβεστισμό της σε ένα σινάφι ανδροπρεπέστατο. Μαύρο φόρεμα και κόκκινες γαλότσες, σε τριχωτές φορούσε γάμπες και την Κυριακή στην εκκλησία μελιτζανί ταγέρ. Την είχαν αποδεχθεί οι τρεις – τέσσερις πρώτες γειτόνισσες του συνοικισμού Αναπήρων, έτσι επίσημα ονομάζονταν το ανατολικό τμήμα της Νεάπολης. Σχεδίαζε  τον τρόπο του κεντήματος τόσο καλά που ακόμη κι αν ξένιζε η νοηματική γλώσσα , επειδή κωφάλαλη εμφανίσθηκε και χάθηκε αργότερα, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν τι ήθελε να πει, μιλώντας εκεί στις αυλές με τα ρόδινα και τα θαλασσιά αλμυρίθια, έπιαναν τη βελονιά. Και της πρόσφεραν κολοκυθόπιτα  με σαλιγκάρια τηγανητά ή – μια βροχερή σχόλη – άνοιγαν δίπλα της το παράθυρο, ενώ ανέπνεε ήρεμη στην κρηπίδα  και της χαμογελούσαν.
           

-Η δεύτερη χήνα πετούσε πιο αριστερά. ( Μετακίνησα το γήπεδο που βρίσκονταν μπροστά στου Γιακόπουλου το σπίτι, βορειοδυτικά, όπως ο Ελ Γκρέκο το νοσοκομείο του Τολέδο, για να φανεί το καφενείο του Τάκου).

                                                             
-…πάνω απ’ την αυλή του Αντώνη του Κυδωνιώτη. Ο Αντώνης βαριεστημένα την κοίταξε, ύστερα συνέχισε ένα μονόλογο στον αέρα, διακοπτόμενος από τα σφυρίγματα  και τους βόγκους των αυτοκινήτων της Εθνικής Οδού, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του. Συνήθως δεν μιλούσε παρά για το τέλος μιας ιστορίας που άρχισε στην παραλία της Σμύρνης με τον ίδιο τρόπο που άρχισαν  χιλιάδες ιστορίες προσφύγων και κατέληξε εδώ, στη βεραντούλα του μικρού σπιτιού, με μουσική υπόκρουση τα τραγούδια του ‘γουρίλα’ του Καζαντζίδη που άκουγε με τις ώρες η χοντρο Ευθυμία η κόρη του, τραγούδια που τον ενοχλούσαν αφόρητα, όσο κι ο γείτονας του, ο Νίκος ο Παχής. Ο τελευταίος δεν τον ενοχλούσε απλώς, αφαιρούσε με μόνη την ύπαρξη του την ελάχιστη ελευθερία  που απολάμβανε ο παραπληγικός πρώην τρόφιμος του Αναπλιού – αυτό είναι το μέσον της ιστορίας του. Στο Βόλο ο Αντώνης παντρεύτηκε κι έζησε ευτυχισμένα δεκαοχτώ χρόνια , ως το Ανοιξιάτικο πρωί του ’42, όταν γύρισε να πάρει το ναυτικό σκούφο, επειδή έκανε ψύχρα κι ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρης, πρόλαβε να δει μια σκιά να χάνεται στο παράθυρο, έπειτα  άκουσε το τσάκισμα της ανθισμένης πασχαλιάς. Ότι ήταν Ιταλός το ‘μαθε αργότερα , το ίδιο βράδυ, λίγο πριν, κι αφού εκείνη του ομολόγησε τα πάντα, λίγο πριν αποφασίσει να σκουπίσει τον σουγιά που είχε για το μάτισμα του διχτυού πάνω στο κεντητό νυφικό τους σεντόνι, ν’ ακουμπήσει τη λάμα στη βάση του μηρού, να σπρώξει  και να τραβήξει προς τα πάνω ώσπου να φθάσει την καρδιά της.
            -Η χοντρο Ευθυμία ήταν το τρίτο παιδί από το δεύτερο γάμο  του με την τραυλή Ελένη κι ο Νίκος ο Παχής ο τιμωρός του άγγελος – επειδή, φθηνά τη γλίτωσε στις Αγροτικές Φυλακές  τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ψιλοφιγουρατζής  πηγαδάς ο γείτονας του Αντώνη, βοθροποιός, αλλά το τελευταίο δεν το ομολογούσε, με γυαλισμένο παπούτσι, λαϊκός αισθηματίας κι ωραίος στα νιάτα του άνδρας,. Περνούσε το μικρό μονοπάτι, το παράλληλο με τον χάντακα όμβριων της Παλαιάς Εθνικής, δίμετρο, τότε, στο πλάτος δρόμο, που μ’ άσπρα αλεξήλια (παρασόλια) διέσχιζαν οι επιβάτες των κάρων τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού, περνούσε απ’ το παράλληλο με τον χαμηλό τοίχο της αυλής του Αντώνη μονοπατάκι, κρατώντας πάντα στο μέσα χέρι, έτσι για να εντυπωσιάζει, ό,τι ωραίο κουβαλούσε στην κυρά : Μια σακούλα κορκάρι, ένα σίδερο σιδερώματος  μεταχειρισμένο, έτοιμο να δεχθεί μικρά αναμμένα κάρβουνα, ένα καρβέλι άσπρο ψωμί, τη σαμπρέλα που αγόρασε μια Πρωτοχρονιά για το ποδήλατο του γιου του. Εκείνο όμως που περισσότερο πείραξε τον Αντώνη ήταν η ιστορία με την τρίτη χήνα και τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, όταν στα πλαίσια του Ανένδοτου, επισκέφθηκε τον Βόλο, μέσα σ’ ένα  μεγάλο ανοιχτό αυτοκίνητο του οποίου προπορεύονταν κι έπονταν ιππείς. Η συνοδεία πέρασε με μεγαλοπρέπεια την Εθνική Οδό, ο μισός Βόλος είδε το ίνδαλμα του και μόνο ο ριζωμένος στο σημείο αυτό Αντώνης δεν μπόρεσε να δει τίποτε, επειδή μέσα από το πλήθος που ανέμιζε σημαίες και φωτογραφίες πετάχτηκε ο Νίκος ο Παχής, ανεμίζοντας μια χήνα, τα φτερά της οποίας έκρυψαν, όχι μόνο τη μύτη του Γέρου της Δημοκρατίας αλλά και όλο το πλάνο.

            - ( Άλλαξα και τη μέρα διεξαγωγής του αγώνα παντρεμένων – ανύπαντρων, μπροστά στο καφενείο του Τάκου. Επειδή ναι μεν μπορούσαν ορισμένοι να αγνοήσουν τις Ώρες και τις σεμνές Ακολουθίες των μεγαλοεβδομαδιάτικων ημερών για το ματς, όμως κανένας, ακόμη και οι ΕΡΕτζήδες, δεν θα ‘χαναν τον θρίαμβο του Παπανδρέου. Εν πάσει περιπτώσει είναι πιο βολικό για μένα που αφηγούμαι).

            -Το τζουκ – μποξ να παίζει το ρολόι – κομπολόι, αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθόσποροι, στιγματίζουν τον αέρα, καρδερινούλες τερετίζουν. Οι φίλαθλοι στοιχηματίζουν έξω απ’ το καφενείο, δέκα στους ανύπαντρους, πέντε στους παντρεμένους. Οι ομάδες έχουν βγει στον αγωνιστικό χώρο ανάμεσα σε κότες, φουσκωμένες από τους εαρινούς ανέμους και σιδερόβεργες κάπου στη σέντρα. Ο Τάκος σέρβιρε αντσούγιες σε σωληνάρια και μισό δάχτυλο τσίπουρο. Οι καρέκλες  ήσαν όλες πιασμένες. Ακόμη και οι ποδηλάτες σταμάτησαν τη στιγμή που ο Σπυράκος, σπήκερ και διαιτητής, σφύριξε την έναρξη του αγώνα.

           
-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο :
1.Νίκος Παχής εξωφλήθη,2. Κρεμμύδας βαμβάκι 0.30 δρχ.,3. Στατελιάν πετρέλαιο 5 δρχ., 4. Σπανός σύκα ξερά  0.50 δρχ., 5.Θεσσαλονικιός  (δυσανάγνωστο), 6.Αντώνης Κυδωνιώτης κονσέρβα (δυσανάγνωστο).

            -Η τέταρτη χήνα κραύγασε δέκα μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του Αποστόλη του Κρεμμύδα.. Ο τελευταίος αγόραζε απ’ το περίπτερο του Χρυσικού δυο ξυραφάκια ‘Αστορ’ και τα πέρασε κάτω από το πηλίκιο. Πλάι του ο πεθερός του Καραβασίλη, ο Άγιος, χωρίς εισαγωγικά και ακυριολεξίες, διάβαζε δυνατά και συλλαβίζοντας την εφημερίδα , πριν λίγο είχε κλείσει τη Γραφή: ‘ ΙΧ αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα’.

                                               
-Ο Αναστασόπουλος έτριψε το πονεμένο του γόνατο, δεν είχε ματώσει. Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν φωνές. Ένα βεγγαλικό, μάλλον αδέσποτο, επικύρωσε το ορθόν της απόφασης του διαιτητή. Η μπάλα στήθηκε στα 11 μέτρα . Όχι μέτρα, βήματα. Ο ίδιος ο Αναστασόπουλος πήρε φόρα.

                                                           
-Την ίδια στιγμή η Πλακαρού έκανε τσιπ, τσιπ, τσιπ και οι οχτώ χήνες της, κατά τη συνήθεια τους, έτρεξαν λίγο και πάνω απ΄ το μπαξέ του Σκαφίδα απογειώθηκαν. Πετούσαν χαμηλά ως το ανατολικό τέρμα του γηπέδου όπου διεξήγετο ο αγώνας.

           
-Ο Αναστασόπουλος φυσικά αστόχησε, η μπάλα φυσικά βρήκε το κέντρο του εσμού των πουλιών, οι χήνες τινάχθηκαν δεξιά κι αριστερά. Κάποια απ’ αυτές έπεσε στα πόδια του Νίκου του Παχή που κάθονταν μόνος του στην άκρη της ομάδας των φιλάθλων.
Την άρπαξε κι έτρεξε, χώθηκε στο πλήθος που ζητωκραύγαζε μακρύτερα.

            -Οι πρώτοι μας πελάτες ήσαν οι γείτονες, τα σπίτια αραιά ξεφύτρωναν στις γωνιές τετραγώνων που όριζαν χαραγμένοι χωματόδρομοι. Και οι τσιγγάνοι που έρχονταν από τις όχθες του αρχαίου Ανάβρου, τώρα τον ονομάζουμε Ξηριά.

            -Ο Αποστόλης ο Κρεμμύδας άνοιξε το ξυραφάκι, κάθισε σ’ ένα παλιό ρείθρο. Μάζεψε τα μανίκια του.

            - ( Και φυσικά δεν μπορώ παρά να περάσω τον μεγεθυντικό φακό ξανά πάνω στο παλιό δεφτέρι. Ποτέ μην έχετε την εντύπωση ότι όλοι οι αναγνώστες είναι όσο εσείς ασκημένοι)

-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο: Κρεμμύδας : βαμβάκι 0.30 δρχ.

Γιάννης Τσίγκρας

ANABAΘMOI



 ANABAΘMOI


- Καλή σου μέρα, Γιάννη (και στη λεύκα του Γερμανού ένα επιδειξιομανές αηδόνι…)
- Γεια σου, Βασίλη. Πώς είσαι;
- Μια χαρά. Κι εσύ, γερός;

Ο Βασίλης τσουλάει ένα πράσινο καρότσι κι εγώ αγκαλιάζω τις λεύκες για να ξεφύγω απ’ τον καταραμένο ηλεκτρισμό, τον άναρχο, του κεφαλιού μου – μικρός ανεμοστρόβιλος, ένα status epilepticus που δεν διαχέεται λόγω –ενδεχομένως– του lamictal.
Υπήρξε καιρός που εκείνος έτρεχε πλάι στο κιτρινόμαυρο πούλμαν κραυγάζοντας «γειά σου, Παπαϊωάννου, γίγαντα» μπροστά στο «Εθνικόν Στάδιον Βόλου», ένα χώρο ξερό, χωμάτινο, με λακκούβες γεμάτες βροχή και γυρίνους. Κι εγώ με τη γεύση της γαρδούμπας στη γλώσσα, «το ‘φτιαξα αγοράκι μου γιατί σ’ αρέσει, μην πας στο γήπεδο, έχω προαίσθημα» μου ‘λεγε η μάνα μου, κι εγώ να παρακαλώ τον Σάββα τον ψαρά να με περάσει στο γήπεδο μέσα, σαν γιο του. Αν τον άκουγα «δεν γίνεται αυτό, ρε Γιάννη» δεν θα γελούσε μαζί μου ο θυρωρός μ’ εκείνο το στεγνό «ποιος είναι γιος και ποιος πατέρας» που΄ κανε τον Σάββα να χώσει το κεφάλι στους ιχθυόοσμους γιακάδες του.
Όμως πέρασα αργότερα, μ’ ένα ντου των άφραγκων και με τον Γιώργο τον Αράπη κατευθυνθήκαμε στη βορινή χαμηλή κερκίδα, εκεί όπου «είχαμε πάντα περιπέτειες». Κάποτε οχτακόσιες φοβισμένες σφήκες τινάχθηκαν από το ηλιοτρόπιο που κλωτσήσαμε και μας κυνήγησαν ως το κιγκλίδωμα. Κι άλλοτε, μ’ ένα άλμα του, από την κορυφή της μικρής τούμπας, που ακουμπούσε την εξέδρα, ένας φαντάρος βρέθηκε πάνω μας, καλύτερα για κείνον απ’ την κώχη του τσιμέντου, καλύτερα για κείνον, όχι όμως για μας, ιδιαίτερα για τον Γιώργο, που του ‘καναν το κεφάλι μπακλαβά οι αρβύλες του ακροβάτη.
(Τώρα γιατί συνεχίζω το γύρισμα αυτού του χυλού; Τι στέρεο γλυκό θα βγει; Μια αναδόμηση της «Νυχτωδίας» ή του «Σχολίου σ’ αφορισμό του Ούαιλντ» θα μπορούσε ίσως να δώσει ένα αφήγημα, ναρκισσικό μεν, ορισμένο όμως, απλό και καλλιεπές.
Αν έβαζα τον θείο Κώστα, ο οποίος παρίστανε τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, να πηδάει μπροστά στο πανί, να κάνει τις γκριμάτσες του κι οι θεατές να χειροκροτούν ή να σφυρίζουν; Ή να φιλμοποιούσα το «έπειτα» του ταξιθέτη και του ανθρώπου του πουλούσε πασατέμπο και φυστικοστράγαλα;).
 Η στιγμή πάντως κατέληγε σε ένα  παλλόμενο παλίμψηστο όπου στήθη γυναικών, γδαρμένα γόνατα και λάβαρα, ανεστραμμένες παλάμες, φωνές, όλα είχαν απλωθεί στην κερκίδα κι οι παίχτες σταμάτησαν το παιχνίδι κι έβλεπαν αμήχανοι, κάπου μ’ είχαν στριμώξει και με σκουντούσαν και μ’ έσπρωχναν και με χτυπούσαν, αλλόφρονες επειδή ένας εκεί, ένας τρελός, που αντί για τον αγώνα έβλεπε τα ανοιξιάτικα σύννεφα, φώναξε ξαφνικά «ο προβολέας, ο προβολέας πέφτει» κι άρχισε να υποβαθμίζεται (ήλος ηδύς της κυριολεξίας) άρχισε να πηδάει δυο-δυο τα σκαλοπάτια και τον ακολούθησαν οι πάντες.
Στο 0-3, κι ενώ ο Τάσος Βασιλείου χτυπούσε κόρνερ.
(Το κείμενο μου ως εδώ μοιάζει με μουλαράκι που δεν φτάνει το μοβ γαϊδουράγκαθο στο φράχτη. Ένας λόγος με τη δυναμική τέλματος. Μια διελκυστίνδα – στην έναντί μου άκρη βρίσκεται ο βραδινός στύλος του 66. Μαζευόμαστε από κάτω του, σε μια γειτονιά στερημένη εκείνη την ώρα απ’ την απίστευτη φωνογραφία των πλανοδίων. Στα στόματα μας άνθιζαν τα mirabilis. Σηκώναμε σημαίες απόψεων που σήμερα φαντάζουν ανοίκειες και αστείες, σχεδόν απάνθρωπες.Οι μισοί τραγουδούσαμε νέο κύμα, οι υπόλοιποι Καζαντζίδη. Με φωνές και τσακωμούς υποστηρίζαμε ο καθένας το ίνδαλμα του – πάνω μας έσταζε ο κομήτης. Ξαφνικά έβγαινε στο βεραντάκι του με τις πυτζάμες ο Στυλιανός Φακής και μας κατάβρεχε με το νερό του καναρινιού. Φτου, ψιττάκωση...)
Σήμερα βρισκόμαστε εδώ στην ανθισμένη Νεάπολη. Πίσω μου ακούω το καροτσάκι του Βασίλη να τρίζει. Τρέχω ποντάροντας στο ελάχιστο που περιμένω, να μην με βρει η έκρηξη της κρίσης, ώσπου να μπω στο εκκλησάκι. Φθάνω μπροστά στην εικόνα του Αγίου Τρύφωνα, γονατίζω. Και πριν του μιλήσω ο Άγιος με μεταφέρει σ’ ένα ρωμαϊκό στάδιο. Οι θεατές κραυγάζουν κάτι σαν ότε ή έκτε. Ο Τρύφων με μια φεγγαρώδη άλω στο μέτωπο προχωρεί προς το κέντρο του σταδίου. Εκεί υπάρχει μια αλυσοδεμένη ημίγυμνη γυναίκα. Την πλησιάζει και μπροστά της γονατίζει, στρέφει το πρόσωπο στον ουρανό. Το φεγγαρώδες γίνεται ηλιακό. Το πλήθος φωνάζει καθαρά έκτε
 Ξαφνικά απ’ τις ανεστραμμένες κόρες των ματιών της κοπέλας τινάζεται μια σκόνη μοβ κι όπως πέφτει μορφοποιείται. Γίνεται ένας μαύρος σκύλος που απομακρύνεται κυνηγώντας τον ήχο του πόνου του.
Στο στάδιο απλώνεται σιγή.
Γιάννης Τσίγκρας

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ ΛΕΜΟΝΙΑ



ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΑ ΛΕΜΟΝΙΑ

Ο ήλιος βυθίζεται, κόκκινος, ανάμεσα στα “κέρατα” της μαγούλας Παλατάκι, δυτικά του Πηλίου. Τα “κέρατα” είναι τα ερείπια των τειχών της Δημητριάδας. Ανεβαίνω ένα λοξό μονοπάτι που περνάει ανάμεσα από θυμάρια, αλισφακιά.  αγριοσυκιές και πρασινωπές, στικτές κι  εύθρυπτες πέτρες γεμάτες χρυσοκανθάρους και τριζόνια.
 Στο βάθος διακρίνω το μικρό κοιμητήρι της Αγίας Παρακευής.
Δεν έρχομαι εδώ, αν και ο γέροντας, συχνά μου θυμίζει ότι η νεκρούπολη αποτελεί “Πανεπιστήμιο”, αφορμή δηλαδή για μια “μελέτη θανάτου”, μια προσέγγιση στη γνώση του φυσικού μας προορισμού. Περιδιαβαίνοντας με διάθεση στοχαστική τα δρομάκια του, διαπιστώνεις τη ματαιότητα των γήινων και, θες δε θες, ξεφεύγεις από τα νύχια του φόβου. Ανυψώνεσαι λίγο, και σηκώνεις το βλέμμα, συνήθως υγρό, ψηλά.
Τα μνήματα αποτελούν τους οδοδείκτες για τον προορισμό- τον Ουρανό.
Πέρα από τον τρόμο της οικείωσης με τον κρυφό σωματικό αφανισμό, εκείνο που με κρατάει μακριά, είναι η σταθερή γνώση ότι μητέρα δεν βρίσκεται εδώ- ό,τι κι αν διαφορετικό διαιωνίζει το, λερωμένο από τις συνεχείς κατολισθήσεις, μάρμαρο, με εκείνο το “ενθάδε”.

Μπορεί τα ονόματα να αποτελούν τη μοναδική Ιστορία των προσώπων.  Όμως, η  νυχτοπεταλούδα που φτερούγιζε ανάμεσά μας στο εξόδιο νυχτέρι, πέταξε οριστικά, για τόπο μυστικό-είμαι γι αυτό βέβαιος.

Ένας μικρός ανεμοστρόβιλος με ραντίζει καθώς ανεβαίνω, με άνθη μελικοκκιάς και κυπαρισσόμηλα. Ακούγεται το κελάρυσμα  της βρύσης με την ποδιά που με υποδέχεται στην είσοδο του κοιμητηρίου.

Θυμάμαι τη μέρα του αποχαιρετισμού, δυο χρόνια πριν.
Μικροί σπάνιοι στεναγμοί παντού και εσμοί στρουθίων γλιστρούσαν σε χοάνες σεπτεμβριάτικου φωτός. Οι σκίουροι και οι νυφίτσες τσίριζαν, δίχως  τη μακάρια γαλήνη των χθονίων ενοίκων να ταράσσουν. Μικρά κεριά λαμπύριζαν ανάμεσα στα χόρτα. ‘Μια  εικόνα από τη Γυναίκα της Ζάκυθος”, σκέφθηκα.
  Η, όσο και τα μάτια μας υγρή, φωνή του ιερέα ράντιζε τη μητέρα, πριν τη σκεπάσει το χώμα της πάτριας γης.
 “Στο χωριό μου θέλω να με θάψετε”, έλεγε συχνά “εκεί που έπαιζα παιδάκι”.
           
Τη στιγμή ώρα που αποχωρούσαμε για τον καφέ  στο χωριό, διαπίστωσα, με πικρό χαμόγελο, πόσο ορθός ήταν ο  αφορισμός του Ουναμούνο:  “Γελοίο είναι ό,τι δεν συμβιβάζεται με το πλαίσιό του”. Οι δυο βοηθοί  του τελετάρχη, είχαν, λόγω ζέστης, βγάλει τα σακάκια τους και στέκονταν, πλάι στη βρυσούλα, με πετσέτες και δίσκο με κόλλυβα στο χέρι.
            Θύμιζαν γκαρσόνια ακριβού εστιατορίου.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας,  καθαρίζαμε με τη γυναίκα μου τον κήπο που είχε θεριέψει τις μέρες του νοσοκομείου. Κόβαμε τα αγριόχορτα,  κλαδεύαμε  τα δεντράκια. Ξαφνικά η Μαρία με φώναξε, “έλα , έλα να δεις”.
Κρατούσε ένα κλαρί λεμονιάς, ενός δέντρου που σκέπαζε  ολόκληρη σχεδόν τη μικρή μας αυλή. Το είχε φυτέψει ο πατέρας κι, έως το θάνατό του, έψαχναν, κάθε πρωί, με τη μάννα,  στο φύλλωμα να δουν  ένα του ανθάκι.
            Μάταια.
Του έσπαγαν αυγά στη ρίζα, του έριχναν χωνεμένη κοπριά ή καλό καστανόχωμα από την Κερασιά.
 Τίποτε.
Η μάννα συνέχισε κι όταν έμεινε μόνη. Παραμέλησε  τα λουλούδια, έδειχνε να την ενδιαφέρει μόνον η λεμονιά.
Έφυγε δίχως να αισθανθεί το ανοιξιάτικο άρωμά της.

Έπιασα προσεκτικά το κλαρί.
            Στην άκρη του κρέμονταν δυο μικρά, πράσινα ακόμη, λεμονάκια.

Κάθομαι στην άκρη του μνήματος. Το καντηλάκι σβηστό, σαν παιδί ολομόναχο, χαμένο σε δάσος, το νιώθω. Ένα μοβ λουλουδάκι στριφογυρίζει και πέφτει στα μαλλιά μου, ένα άλλο ακουμπάει στην κορυφή του σταυρού. Θέλω να της πω κάτι- πιστεύω ότι θα μ’ ακούσει, όπου κι αν βρίσκεται, αλλά δεν βρίσκω τι να της πω.
Ξαφνικά θυμάμαι κι επαναλαμβάνω ψιθυριστά μια ιστορία της δικής της ζωής, μια ιστορία από τα χρόνια της Κατοχής που συχνά μου αφηγούνταν. Είναι σα να της ξαναθυμίζω-μην ήπιε εκεί που βρίσκεται νερό της λησμονιάς- τα γεγονότα.

“Ανέβαινες στο βουνό, εκεί που ο αδελφός σου ο Γιώργος έκαιγε το καμίνι. Κάθε πρωί κατέβαζε τα κάρβουνα στο χωριό, με ένα σκελετωμένο  γαϊδουράκι. Ανέβαινες, στη Γερακιά, ενώ νύχτωνε, ένα κοριτσάκι μια σταλιά, ψειριασμένο, με πόδια καλαμάκια. Κουβαλούσες λίγο ψωμί, ελιές και κρεμμύδι, στην πετσέτα τυλιγμένα.
Ο Γιώργος σ’ αγκάλιαζε, τρώγατε μαζί. Ύστερα άπλωνε το κάρβουνο να κρυώσει. Είχε ήδη πέσει το βράδυ. Ξαπλώνατε σε μια χορτοκαλύβα, ανοιχτή από μπροστά, που μόλις σας χωρούσε. Προσπαθούσε να σε νανουρίσει λέγοντάς σου παραμύθια από το μέλλον- τι χαρά θα νιώσετε όταν θα φύγουν οι Γερμανοί κι εκείνος θα κατέβει από το βουνό κι η μάννα θα φτιάξει ψωμί, πολύ ψωμί από στάρι, όχι πατατόψωμο, όπως τώρα.
 Δεν κοιμόσουν.
Άκουγες τους λύκους να ουρλιάζουν και φοβόσουν. “Γιωργάκο, φοβάμαι” του’ λεγες, “φοβάμαι  μη μας φάνε τα πόδια οι λύκοι”.
Εκείνος σε καθησύχαζε “μη τρομάζεις, χαζό, δε μας πειράζουν”.
Κι επειδή  επέμενες, το ένιωθε από το σφίξιμο του χεριού σου πάνω του, συμπλήρωνε:
 “Άλλωστε τα πόδια ξαναφυτρώνουν, δεν το ξέρεις;”.
Γιάννης Τσίγκρας

Ο ΔΙΑΚΟΠΤΗΣ


Ο ΔΙΑΚΟΠΤΗΣ
                         

            Η πρώτη εικόνα που είχα από έναν φεγγίτη, ανοικτό στο ταβάνι σχεδόν, του υπογείου της Σόλωνος, όπου πέρασα τον πρώτο χρόνο του διαστήματος που ονομάζουμε φοιτητική ζωή, ήταν το κεφάλι μιας δεκαοχτούρας ανάμεσα σε δυο γυναικεία πόδια. Πίσω, σε φόντο, κινούνταν οι εργάτες που  κατέβαζαν τα κεραμίδια του παλαιού νοσοκομείου – σήμερα λειτουργεί ως Πνευματικό Κέντρο. Ήσαν δυο ανθισμένα   πόδια κι οι εργάτες σήκωναν το κεφάλι, σαν να κατάπιναν γαλάζιες σταγόνες ουρανού. Μόνο το πουλί έμενε γκρίζο και γκρινιάρικο.
            Η πολυκατοικία στην οποία έμενα ήταν απ’ τις τετραώροφες του μεσοπολέμου. Είχε μικρά βρώμικα μπαλκόνια, φραγμένα με κιγκλιδώματα. Στα διακοσμητικά μοτίβα τους γυμνοί κορμοί δέντρων γεμάτοι καρπούς. Ο ακάλυπτος έβλεπε στην πόρτα της κουζίνας μας, γεμάτος αραχνιασμένα και μαύρα απ΄ την αιθάλη μικροαντικείμενα :  Μια ρόδα ποδηλάτου, μια πλαστική πεταλούδα, δυο ποτιστήρια, το πόδι μιας καρέκλας. Ίσως κάποια μπουκάλια – δύσοσμα και θλιβερά.
Στο σπίτι κατοικούσαν  οικογένειες γερόντων. Εκτός απ’ το ισόγειο (το ανώι για τον θυρωρό, ο οποίος έμενε πλάι μας, στο κατώι) όπου κάποιος Μαρίτσογλου είχε τα γραφεία αντιπροσωπείας στόκων και χρωμάτων.Στον πρώτο όροφο έμενε ο πάμπλουτος παραπληγικός κ. Τριάντης. Μας τον γνώρισε η υπηρέτριά του, η κ. Χρυσούλα, και για ένα διάστημα έβγαζα κάποια χρήματα, συντροφεύοντας τον το πρωί, όταν δεν είχα μάθημα. Δεν μπορούσε να μιλήσει, άκουγε όμως με προσήλωση τις εφημερίδες που του διάβαζα κι έδινε γραπτές, με τρεμουλιαστά πλαγιογράματα, τις οδηγίες τους στην οικονόμο του- έτσι συστήνονταν η κ. Χρυσούλα- και στον σοφέρ. Στον αμέσως επόμενο όροφο έμεναν ο στρατηγός ε.α. Πανουργιάς και οι Αργυρόπουλοι.
            Η αμνησία μου για τους, ουράνιους πλέον, υπεράνω έχει ένα χρώμα χειμωνιάτικου ουρανού. 


********
Οι μεταξύ μας σχέσεις ήσαν χαλαρές. Ίσως το χαρμόσυνο ποτάμι που δεν άγγιζε τους πλούσιους κυρίους σαν ήταν η σκάλα υπηρεσίας. Υποκαθιστούσε το σοκάκι της, χαμένης πια, γειτονιάς. Οι υπηρέτριες μιλούσαν ψιθυριστά ανεβοκατεβαίνοντας και γελούσαν δυνατά.
Εκφορείς του δημόσιου ή μάλλον του κοινοποιημένου ιδιωτικού λόγου των ενοίκων, τιτίβιζαν σαν απελεύθερα πουλιά. Μ’ άρεσε το βουητό τους ό,τι κι αν έλεγαν – άλλωστε τι να μ΄ ενδιαφέρουν τα μυστικά δέκα γερόντων…. Έγραψα για τις σχέσεις μας – μάλλον θα΄πρεπε να το πω αλλιώς: Ανυπαρξία σχέσεων υφίστατο.
Αυτό δεν εμπόδισε κάποιες αστείες ιστορίες να, ως ιστός, τυλιχθούν γύρω μας: Για παράδειγμα, εκείνη η λογόρροια που μ’ έπιανε όταν έκλεινα  και την τελευταία εφημερίδα του κ. Τριάντη, αποκύημα μιας αμηχανίας κι ενός φόβου μου απέναντι σ’ έναν άγνωστο μου άνδρα, που ήδη κοιτούσε την Αχερουσία με τους βαρκάρηδες της, εκείνη η νευρικότητα μ’ έκανε να του περιγράψω μάλλον εσφαλμένα την σοβαρή κατάσταση υγείας του κ. Αργυρόπουλου, «μας φεύγει» πρέπει να του είπα κι εκείνος άκουσε τον Αόριστο ως Ενεστώτα  κι έστειλε αμέσως στεφάνι στον κρεβατωμένο αλλά ζωντανό γείτονά του. Δεν μου το συγχώρησε ποτέ ο κ. Τριάντης, όμως κι ο δικός μου αντίλογος ίσχυε «γιατί δεν ρωτούσε, πριν το κάνει, το Ρώιτερ - την κυρά Χρυσούλα;».
Με τους Πανουργιάδες πάλι συνέβαιναν άλλα. Τουλάχιστον τρεις ασφαλίτες, με πολιτικά ήσαν στημένοι μονίμως στην είσοδο της πολυκατοικίας, πλάι στην κυρά- Χρυσάνθη, την γιαγιά μου, η οποία έμενε μαζί μου για να με φροντίζει – σοκολατόπαιδο γαρ -  την γιαγιά που έπλεκε  εντελώς αμέριμνη στην είσοδο το κοπανέλι της. Ο κόσμος μαζεύονταν και «τι είναι αυτό» την ρωτούσαν. Κι εκείνη άρχιζε ιστορίες για το χωριό της, που έμεναν πάντα στη μέση, επειδή οι άνθρωποι δεν άκουγαν, ο θόρυβος των αυτοκινήτων σκέπαζε τη φωνή της ή επειδή γίνονταν αντιληπτοί οι ασφαλίτες που σφύριζαν αδιάφοροι δήθεν. Τα χρόνια ήσαν πονηρά. Χειμώνας του ‘ 72.
*********
Τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη η μαύρη  πόλη ξεφλούδισε σ’ ένα λευκό προτεραίας αγνότητας. Το πρώτο μου χιόνι στην Αθήνα. Έτρεξα να το χαρώ. Πέρασα, δρομαίος τον σκοτεινό διάδρομο του υπογείου. Ένιωθα στο πρόσωπό μου τα υγρά μπατσάκια των εσωρούχων της Λαμπρινής, της κόρης του θυρωρού. Συνήθιζε να τα απλώνει μπροστά στην πόρτα της, πάντα μισάνοιχτη, πάντα υποσχόμενη. Ευτυχώς η από και προς την δική μου πόρτα (σε γωνία κολλητή με την δική της) κεκτημένη ταχύτητα δεν με σταμάτησε ποτέ εμπρός της. Λέω τώρα ευτυχώς επειδή κάποτε έμαθα, εγκύρως, ότι – μαινάδα – κυνηγούσε τρυφερούς μετέφηβους: Ήμουν ό,τι έπρεπε για τα δοντάκια της .
Ανέβηκα λοιπόν στο πεζοδρόμιο της Σόλωνος κι ύστερα, από την Ιπποκράτους, στον Λυκαβηττό. Τον αγαπούσα αυτόν τον λόφο. Κρατούσα μνήμες χρόνων που αιφνιδίως σταματούσαν και πύκνωναν στην αιώνια στιγμή: Ένα βράδυ χόρευα στο κοίλον του θεάτρου, χόρευα το ζεϊμπέκικο «Σαββάτο σήμερα, μπα σε καλό μου και δεν θα δω το μωρό μου». Το φεγγάρι κεφάλι μεθυσμένου κλόουν, άπειρα τριζόνια ροκάνιζαν την προοπτική και μια κουκουβάγια έκλαιγε στην πρώτη κερκίδα.
*********
Ονόμαζα τα κυκλάμινα της πλαγιάς φωνογράφους απ’ όπου μου ψιθύριζαν οι νεκροί.

********
Όμως άσπρο πρώτη φορά έβλεπα το λόφο. Όσο ανέβαινα τόσο μούρχονταν στο νού, η έκφραση νοσταλγία του προορισμού. «Κάθε νιφάδα περνάει δίπλα    από αγγελικό χορό, έλεγα, τι όμορφα να γίνω κάποτε τόσο καθαρός». Μικρά κοτσύφια, πλάι μου, τρυπούσαν την σιωπή. Ψυχή ζώσα.
 Tο χιόνι κράτησε ως την πρωτοχρονιά. Παραμονές άρχισε να λιώνει, υποχώρησαν τα φαινόμενα, όμως εντάθηκε η παγωνιά. Εκείνη τη χρονιά δεν φύγαμε απ’ την Αθήνα για τις γιορτές. Αντίθετα, ήλθαν και οι γονείς μου, για να ‘μαστε μαζί τέτοιες μέρες.

 ******
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς εκκλησιασθήκαμε στους Αγίους Αναργύρους, ένα ναΐσκο δέκα μέτρα απ’ το σπίτι, στην άλλη πλευρά της Σόλωνος. Ο χώρος ήταν γεμάτος από φοιτητές της διπλανής Νομικής. Γυρίσαμε στο σπίτι  βιαστικά.. Έλειπε το δέντρο, περίσσευαν όμως οι κλαριντζήδες που ‘ παιζαν στο δρόμο, εκπρόθεσμα, τα Κάλαντα.
Προς το μεσημέρι, κι ενώ ψήνονταν στην κάζα η γεμιστή κότα της γιαγιάς, κόπηκε το ρεύμα. Βρεθήκαμε στο σκοτάδι, μια που ο φεγγίτης ελάχιστες ακτίνες απομυζούσε απ’ τον συννεφιασμένο ουρανό. Κι εκτός από το φαγητό που έμεινε στη μέση, το ηλεκτρικό μας καλοριφέρ φέτες κρύου σιδήρου κατάντησε σε λίγα λεπτά. Στα πάνω διαμερίσματα ακούγαμε φωνές, μουσική, τραγούδια κι από αυτό συμπεράναμε ότι είχε πέσει ο γενικός διακόπτης ισογείου και υπογείων. Απευθυνθήκαμε στον θυρωρό. Ο διακόπτης βρίσκονταν στα γραφεία του Μαρίτσογλου, ο τελευταίος   όμως είχε εκδράμει στο Άργος Ορεστικό – δεν του ‘φθανε το κρύο της Αθήνας.  Ο θυρωρός είχε πέντε – έξη βραστά αυγά, «αν μπορούσαμε μ’ αυτά ν’ αποκρέψουμε» μας πρότεινε. Απόκριες έλεγαν στο χωριό του κάθε γιορτή. Τα δεχτήκαμε, τι να κάναμε, βράδιαζε ήδη όταν τα φάγαμε με ψωμί και τυρί. Αυγά, ψωμοτύρι και σαλάτα. Ούτε γλέντι, ούτε καν φως μια που τα δυο σπαρματσέτα  που βρέθηκαν μπέρδευαν μόνο τους πελώριους ισκίους μας με τα λιγοστά έπιπλα   και την αδιέξοδη σκάλα.
Βρήκαμε γρήγορα τα σκεπάσματα.

**********

Η Λαμπρινή άνοιξε σιγά – σιγά την πόρτα. Παράξενο: Φορούσε την γούνα της, το ‘βλεπα καθαρά, όμως κρατούσε στα χέρια το κοπανέλι της γιαγιάς. Πίσω της διέκρινα τους τρεις ασφαλίτες σ’ ένα τοπίο λιμνοθάλασσας. Γλάροι πετούσαν πάνω από δέσμες βούρλων. Η Λαμπρινή πλησίασε το κρεβάτι μου και μου μίλησε με την φωνή της γιαγιάς : «Είμαι η θειά Αχτίτσα, με στέλνει ο κυρ Αλέξανδρος, απ’ το καφενείο εδώ, στη Δεξαμενή…..».
Έσκυψε, με φίλησε στο στόμα κι έβγαλε απ’ το κοπανέλι δυό μεγάλες σπάθες κρυστάλλων, από αυτές που κρέμονται τον Χειμώνα στα περβάζια: «Με λαδάκι και ξύδι, συνέχισε, είναι υπέροχος μεζές».
Γιάννης Τσίγκρας

ΜΙΑ ΙΩΔΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ


ΜΙΑ ΙΩΔΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ
           
            Περπατώντας τους δρόμους της πόλης στην οποία βρέθηκε μόνος χρονιάρες μέρες, ξαναζούσε έντονα  ό,τι ως παιδί ένιωθε μπροστά στα έρημα τοπία που ήσαν φυλακισμένα σε γυάλινες σφαίρες, ακουμπισμένες σε τραπέζια αρχαίων σαλονιών, όπου  οι μόνοι θόρυβοι που άκουγες ήταν ο κούκος του ρολογιού και το σαράκι που πριόνιζε ένα ξύλο πεθαμένο. Όλα  τα τύλιγαν μυρωδιές μούχλας ανάκατης με λεμόνι ή βαριά αραβικά αρώματα. Όταν τις ανακινούσες τις σφαίρες αυτές, ένα χιόνι από ξεφτίδια έπεφτε απαλά και σκέπαζε μικροσκοπικά, έγκλειστα στο γυαλί σπίτια, δρόμους, θάλασσες καθώς και κάποιες φιγούρες που έμοιαζαν ανθρώπινες.
            Σου γεννιόνταν τότε  το αίσθημα της ύπαρξης μιας απόλυτης μόνωσης, μιας απομάκρυνσης, μιας ερήμωσης. Ένα μπούκωμα που  έφερνε δάκρια στα μάτια. Εννοούσες πλέον το θάνατο όχι σαν εκμηδένιση αλλά σαν πόνο σωματικό, σαν τη σταθερά οδυνηρή διαπίστωση μιας αφαίρεσης στο συμπαγές εγώ, τόσης ώστε  αυτό που, εν τέλει, απομένει να μπορεί από μόνο του να διαγνώσει την απώλεια. Αισθανόσουν ό,τι το αρχαίο ανδρόγυνο ένιωθε, την ώρα που το έσπρωχνε από τον Κήπο η πύρινη ρομφαία του Aοράτου-δεν άκουγε την αγαπημένη φωνή και το χωράφι μπροστά του πρόσφερε, ως μόνη αναψυχή, τον ίσκιο των ασφοδέλων.
            Ο ήλιος έδυε και στα ανοιχτά παράθυρα άναβαν ανθρώπινα μέλη, με κινήσεις αργές , τελετουργικές, δραματικές. Κινήσεις που αφηγούνταν ιστορίες για την εσαεί του λαμπρού και αθώου ανάληψη: Ένα γοτθικό σχολείο που σήκωσαν προς τους ουρανούς τα πετροχελίδονα, το λυπημένο μικρό πουλί που μπήκε από το φεγγίτη κι όταν έτρεξε με ψίχουλα εκείνο του ψιθύρισε "μα εγώ ήρθα εδώ για να πεθάνω", το αντίο των υγρών ματιών, οι στίχοι...
            Το μουστάκι σου μια τούφα από λινάρι,
            Μπαμπακένιε Σπήντι, απόψε κιτρινίζει.
            Γέρασες…Η άκρη, λέω, θα εγγίζει
            το ίδιο, οξειδωμένο, πένθιμο φεγγάρι.

            Θυμάσαι ….Κρεμούσε τα φιλιά της
            Στο σκοτάδι. «Για τα γενέθλιά σου
            Δώρο». Πρόσεξα την ουρά σου
            Κορδόνι μες την αγκαλιά της.

            Ναι, ίδια, Αδελφή μιας νύχτας πεθαμένης
            Η νύχτα που με βρίσκει να μιλώ
            Με σένα ποντικάκι μπιμπελό
            Πού ‘μαθες ν’ αγαπάς και να σωπαίνεις.
           
            ...που βιαστικά σημείωσε στο πίσω του πακέτου, στο βάθος ενός καφενείου, πριν τριάντα χρόνια.
            Μπήκε σ΄ ένα καφενείο. Άδειο. Όχι όπως στη δική του πόλη που τέτοια μέρα γεμίζουν τα τσιπουράδικα από ευλαβείς  που θέλουν το ψάρι τους αλάδωτο και τα εβίβα γίνονται προανάκρουσμα των  Εγκωμίων. Άδειο. Μόνο μια στυμμένη μεσόκοπη γυναίκα, που είχε στα πόδια της ένα καλάθι με αγριόχορτα, καθισμένη στο τελευταίο τραπέζι μιλούσε στο κενό:
            " Το βράδυ έκλεισα την πόρτα της κουζίνας:- Τουλάχιστον δεν θα περάσει στο δωμάτιο του ύπνου ,είπα στον άνδρα μου. Τα μεσάνυχτα πετάχτηκα πάνω από ένα δυνατό θόρυβο. Έτρεξα κι είδα τον πατέρα μου να το κυνηγάει προσπαθώντας να το χτυπήσει πάνω στο τραπέζι με την παλάμη- δεν μ΄ αφήνει να κοιμηθώ εδώ στον καναπέ σας κραύγαζε. Τότε η μικρή μου κόρη που είχε ξυπνήσει κι αυτή, τον  πλησίασε κοιτάζοντάς τον εκστατική και ξάπλωσε πλάι του. Την τράβηξα απότομα. -Πώς θα κοιμηθείς μ΄ ένα πεθαμένο, της  φώναξα. -Πεθαμένη είσαι εσύ, μου απάντησαν όλοι εν χορώ-δεν το κατάλαβες;".
             Ύστερα η γυναίκα κοίταξε προς το παράθυρο:Στο βάθος η κόκκινη  θάλασσα και στην άκρη της προκυμαίας ένας γενειοφόρος με μακριά καμπαρτίνα πετούσε στους γλάρους μικρά κομματάκια ψωμιού. Τα  έκοβε από μια φραντζολίτσα που είχε κάτω από τη μασχάλη. Απόψε θα διαβάσει δακρυσμένος τη "Γυναίκα της Ζάκυθος "κι ύστερα θα πεθάνει ακούγοντας τα «Νυχτερινά του Σοπέν», σκέφθηκε εκείνος, "τι κρίμα που δε θα προλάβει να αναπτύξει τη θεωρία της οποίας έχει μόνο τον τίτλο ή τον πρώτο στίχο- Η μόνη αληθινή μας Ιστορία είναι τα ονόματα".
            Πήρε το βορινό δρόμο, που από ότι θυμούνταν οδηγούσε προς το νεκροταφείο. Είχε πέσει πια η νύχτα και άπειρα μάτια νυμφών-πυγολαμπίδες ή αστέρια-κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα. 'Οχι. Δεν ήσαν παρά οι φλογίτσες των πένθιμών κεριών, ο Επιτάφιος είχε βγει ανάμεσα στα μνήματα, έθιμο συνηθισμένο σε πολλούς τόπους. Ακολούθησε από κοντά το ιερό κουβούκλιο, το στολισμένο με πασχαλιές και κρίνα. Στην πρώτη στάση άκουσε τον ιερέα να, ως ο Αριμαθαίος, παρακαλεί:
            "Δος μοι τούτον τον ξένον,
Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ίνα κρύψω εν τάφω, ός ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
            Aιφνιδίως, οι άνθρωποι και τα μνήματα, οι φλόγες και ο Επιτάφιος ,μεγάλωσαν πάνω από το κεφάλι του- ένιωσε πως βούλιαζε στη γη.
             Πέρασε μια ζώνη απόλυτου σκότους και σιωπής.
            Ακούστηκαν από μακριά φωνές παιδιών.
Κι ύστερα όλα έγιναν φωτεινά.
Γιάννης Τσίγκρας