Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΝΕΙΡΗΜΑΤΑ ΛΟΥΪΟΥ ΝΤΟΥ ΛΟΥΪΟΥ
Το Κατίγκω που έβλεπε "νειρήματα λουϊού ντου λουϊού",
εξακολουθεί να ζει στον εκατοστό πεντηκοστό χρόνο
της αιωνιότητάς της, βλέπει τα νυχτέρια με τους γείτονες,
το κατσαμάκι,βραστό καλαμποκάλευρο με μέλι,και τα, καθαρισμένα
από τα σάπια μέρη τους,φιρίκια,τραγουδάει φάλτσα τον Εντουάρντο
Μπιάνκο και λάθος τον έλληνα διασκευαστή,
"όμορφη Ματίνα",ακούει τους βόμβους των γερμανικών στούκας,
τον εντεταλμένο να φωνάζει για τη συσκότιση, πεινάει στα όνειρά της,
ενώ ο άντρας της, ο μπαρμπα Τσικλάνης, διαβάζει την Αγία Γραφή
κι ένα διαλυμένο κίτρινο βιβλίο,το "περί των ακουσίων θλίψεων",
του οσίου Μάρκου του ασκητού
και ορίζει αυτός την ημερομηνία της αποδημίας του-
τίποτε δε βλέπω,ένα ερείπιο στην άκρη της αυλής με την αγράμπελη-
στήνει μια τρύπια κουρελού,προσεύχεται προς την Ανατολή
και κλείνει τα μάτια,θέλετε γλωσσάρι, το "νειρήματα κτλ"
σημαίνει "όνειρα λογής,λογής"








Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

ΠΛΑΪ ΣΤΟ ΜΟΝΟΣΤΗΛΟ ΠΟΥ ΥΠΗΡΞΑΜΕ
Τί θ'απομείνει από μας,ποιος θα'ναι ο καπνός και ποια
η στάχτη μας;
Ενώ θα φεύγουμε, θα πετούν κορυδαλλοί,
ένα παράφωνο τραγούδι θα στροβιλίζεται
και τα σπίτια, που στέγασαν τα όνειρά μας, θ'αντιστέκονται,
σίγουρα ένα κρύο φεγγάρι,τα άτεχνά μας ποιήματα,ποτέ
δεν αναπαυτήκαμε σε βεβαιότητες, όλο ρωτούσαμε "γιατί"
και "πότε",κυνηγούσαμε τη νυχτερινή θάλασσα,αυτή θα μείνει,
οι παύσεις,ίσως ακούγονται οι τελευταίες φωνές των παιδιών,
μια φυσαρμόνικα,ποιος θα γράφει ότι η ζωή του είναι αφόρητη;
Κι εμείς τι θα βάλουμε στις βαλίτσες μας,ποια παραμύθια,
τα απανωτά βαριά τσιγάρα,
εκείνες οι μοναδικές απόπειρες να γίνουμε
άστρα,
τί θα δημοσιεύουν την επομένη οι εφημερίδες,
πλάι
στο μονόστηλο που υπήρξαμε για μια ολόκληρη ζωή;

ΠΟΥ ΚΑΘΥΣΤΕΡΕΙ
Τριζόνια σκαρφαλώνανε στα χέρια, στα μαλλιά μας
κι ένα λεπίδι φεγγαριού άναβε-φρυκτωρία-στην κορφή.
Το μέγα μήνυμα δεν κουβαλούσε (ένα από τα ποιήματά μας
άναβε,απλώς, αισθαντικά) κι είχε η απαρασάλευτή του αφή
κάτι από τη νομοτέλεια του επερχομένου που καθυστερεί.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΜΑΚΡΙΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Είναι φορές που δίνω στ' αστέρια τα ονόματα όσων έφυγαν-
"δε μπορεί" λέω, "όσοι βγάζουν φτερά,πετούν",
ο πατέρας,αίφνης,
είναι  κομήτης , σε αιώνιες τροχιές,γυρίζει τα βράδια,
περνάει με το χέρι του, κάτω απ'το μαξιλάρι,
ένα εικόνισμα της Παναγιάς.
Τα κορίτσια μιας νιότης που χάθηκε, παίρνουν τα πιο παράδοξα
προσωνύμια,
Βερενίκη, να πούμε,Αλκυόνη,Πλειόνη,Ταϋγέτη,
ό,τι περισσεύει απ'τον ουρανό,
ονομάζει τους λυπημένους των δρόμων,
δέντρα, ανεπίστρεπτα χαμένα βλέμματα,
τις κούκλες στις βιτρίνες,τα ελάχιστά μου ταξίδια,
τις λυπημένες άδειες καρέκλες, το νυχτερινό φλοίσβο.
Τα υπόλοιπα είναι μακρινά τραγούδια,μ'ακατανόητους στίχους.

ΚΑΙ ΞΕΧΝΑΣ Τ 'ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ
Tίποτε δεν βαραίνει περισσότερο από την ελαφρότητα
με την οποία αντιμετωπίζουμε πράγματα σοβαρά,
όπως το σκόρπιο,στη θάλασσα,φεγγάρι
που ζωντανεύει αρχαία καλοκαίρια
ή όσους μας επισκέπτονται τις νύχτες, με την Άρκτο πιασμένη
στα δόντια, σαν ένα κλαδάκι γιασεμιού,
και τον χρόνο,όσος μας απομένει, στο σταμνί:
Το ακουμπούν στα χείλη μας,
πιστεύοντας
ότι θα μας ξεδιψάσουν.
Τίποτε δε βαραίνει περισσότερο από την "Καλημέρα" ενός
καθρέφτη, όταν μας επιστρέφει τη ζωή που ξοδέψαμε
αλλοιωμένη (ο καιρός μένει αδυσώπητος σαν κλαγγή όπλου)
μα εμείς δεν το καταλαβαίνουμε
γιατί πάντα, η ελπίδα είναι η γιγάντια φασολιά
που σ'ανεβάζει στους αιθέρες
και ξεχνάς τ'όνομά σου και θέλεις να σε προσφωνούν
Εκλαμπρότατε.


Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΚΟΥΔΟΥΝΙΣΤΡΑ
Κι αν η σκηνογραφία είναι άψογη,
δεξιά το σεράι,αριστερά η καλύβα,
οφείλουμε να προξενέψουμε στο ποίημα
όχι μια δράση,αυτή υφίσταται, με τους διαλόγους,
αλλά μια ψυχή-αυτό που ονόμαζεν ο Αλεξανδρινός
"ποιητικήν ιδέα"-
διαφορετικά, η λειτουργία του
καταλήγει κουδουνίστρα, στα χέρια των νηπίων.