Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ
Κι η έμπνευση,
αυτό το κογιότ που έρχεται από την Πλειστόκαινο
με σημαία του το "εγώ"
να χρεωθεί παρακαλώ πρώτα στους επαναστάτες ποιητές-
ας ακολουθήσουν οι άλλοι με τ'ασημένια φύλλα και τ'αηδόνια,
μια διακόσμηση
Τί,στο μπιπ, εκ του μηδενός, δημιουργούμε;
Ούτε καν έναν ασπρόμαυρο έρωτα,το ψαλίδι
στο δεξί χέρι,κοπτοραπτούδες
κι όμως, γεμίσαμε τον τόπο, όπως τα τριζόνια ένα δάσος.


Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΕΓΩ ΔΕ ΜΙΛΩ Μ' ΕΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΙ
Ο άγνωστος χ, κάποιο βράδυ, χτύπησε την πόρτα μου,
του άνοιξα αμήχανος, "μη φοβάσαι" μου είπε
"θα σε βοηθήσω να γράψεις το ποίημά σου, αρκεί
να γνωριστούμε" μα εγώ τον ήξερα από παλιές εξισώσεις
"ευχαριστώ"του απάντησα "μου είσαι οικείος αλλά
είναι δύσκολο να συνεννοηθώ με μια μάσκα, μια σύμβαση
ένα κουκούλι,εγώ έχω τα σίγουρα αστέρια μου
και τις φωνές όσων δεν βλέπω".
Χαμογέλασε και κάθισε,άνοιξε ένα μπλοκάκι
και "δεν αμφιβάλλω" συνέχισε "αλλά πίσω απ' όλα αυτά
βρίσκομαι εγώ κι εμένα δε με γνωρίζεις,
λοιπόν και τ'αστέρια σου δεν ξέρεις τί είναι
και εκείνοι που μιλούν, κάτω στο δρόμο σου είναι άγνωστοι".
Εξακολουθούσα να τον κοιτάζω αμήχανος
"μα και σένα ποτέ δε θα σε προσεγγίσω κατ' ουσίαν"ψέλλισα
"και ποιος σου είπε
ότι αυτά που γράφεις τα φτάνεις οντολογικά, το φαινόμενο
είναι, μια απλή σκηνοθετική απόπειρα
κι αυτή αποτυχημένη"
και άρχισε πυρετωδώς να γράφει για λογαριασμό μου.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑ ΣΑΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ
Κάποια από τα ποιήματά μου, τα μάζεψα απ'τ' ανθισμένα
κλωνάρια των αρμυρικιών, άλλα  γύρω από μηρμυγκοφωλιές,
μερικά άναψαν με το που τ' άγγιξα κι άλλα έμειναν σαν την κόρη
των ρομαντικών, που έσερνε "μόνον φθινόπωρα και άνοιξην καμμίαν".
Αγάπησα όσα κατευθύνθηκαν, σαν προσευχή,ενώπιόν Του,
τα ποιήματα- εσπερινοί, μου δρόσισαν τα χέρια, όταν η Πούλια άνθιζε
κι έλεγα "θου Κύριε,φυλακήν τω στόματί μου, αλλά, στα δάκτυλά μου,
άφησε
αυτό το σαλιωμένο μολύβι, να γράφω παντού, στα έπιπλα και την καρδιά μου",
ο Κέρουακ έγραψε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, σ' ένα ρολό χαρτιού υγείας,
εγώ,μαζεύω ποιήματα απ' τις πολύχρωμες ομπρέλες, την ώρα
που περνάει ένα ταξί και κλείνουν άδοξα,τινάζονται, σαν τους καρπούς
της ιπποκαστανέας, στη μύτη μύτη των διαβατών, προσφέροντας την
αίσθηση ότι τα βουνά ταξιδεύουν,περνούν απ' το ένα όνειρο στο άλλο,
έτσι όπως γίνεται με τα διηγήματα του Μάριου Χάκκα,ο μισοσαστισμένος
ήρωας μπερδεύει τις πόρτες των μικρών κειμένων,το θάνατο και τη ζωή.



Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΚΙ Η ΝΥΧΤΑ
Κι η νύχτα είναι τόσο ωραία απόψε,
σαν τους αγνώστους που σου ανοίγουνε την πόρτα
και λεν "περάστε".

ΔΕ ΦΕΥΓΕΙ
Ο φόβος είναι ένα ιδρωμένο άλογο
κι έχει αναβάτη το λειψό φεγγάρι
και τραγουδάει τις νύχτες,
διασχίζοντας τα όνειρα των δέντρων,
ξυπνώντας την αρχαία μοναξιά της πέτρας.
Δε φεύγει κανείς, μόνον ο φόβος της απουσίας
τριποδίζει στους δρόμους.

ΕΧΟΥΝ ΟΛΟΙ ΦΤΕΡΑ;
Πώς, αλήθεια, θ' αντιδρούσε
ο Φώτης Κόντογλου, ο Κυδωνιεύς
ή ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων,
αν ισχυριζόμουν ότι, κάποιοι άγγελοι,
δεν  έχουν φτερά;