Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΚΕΡΑΚΙ
Στα σαραντάμερα μνημόσυνα
Της εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων,
- Καπακλή της δεκαετίας του 50-
Μας μοίραζαν δυο σπόρους στάρι
Κι ένα κεράκι.
Η αφή του τελευταίου ήτανε μια προσευχή,
Για την ψυχή που πέρναγε από την πρώτη κρίση
Και έμπαινε στον τόπο της μεγάλης προσμονής.
Ήταν και μια υπόσχεση ότι ο κεκοιμημένος
Θα'χει τη μέριμνά μας, όσο ζούμε.
Ετήσια και τριετή και κομποσκοίνια.
Γι αυτό,φροντίζαμε, μη σβήσει τη φλογίτσα
Ο άνεμος ή ο άγριος νεωκόρος.



ΔΑΝΕΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΟΥΣ
Φορέσαμε τα καλά μας ποιήματα,
Έρωτες, στοχασμούς για το απόλυτο,
Και στηθήκαμε στις γωνίες μ'απλωμένο προς την πλάτη
-Για να μη το βλέπουμε οι ίδιοι-
Το χέρι,
Σαν την παλιά εκείνη, τη Σαλοκατίνα
Που επαιτούσε, με μια μαδημένη γούνα.
Τί να κάνεις με τα ποιήματα;
Ένα μαχαίρι;
Που'ναι το ψωμί να το μοιράσεις;
Εδώ πετούν μονάχα νυχτερίδες
Ανάμεσα απ'τα καπνισμένα των σπιτιών μας δοκάρια.
Θερμοκοιτίδες των παιδιών μας
Γίνανε πλέον οι κάδοι των απορριμάτων
Κι οι ύαινες ουρλιάζουν μες τη νύχτα.


Κι όμως στον ουρανό, ακόμη ανάβουν  οι Πλειάδες
Ένα τραγούδι αδέσποτο τρυπάει το ζόφο
Και οι υάκινθοι δανείζουν στο αύριο το άρωμά τους.



Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

ΝΑ ΤΙΣ ΑΠΛΩΣΕΙ,ΛΕΓΟΝΤΑΣ "ΔΙΑΛΕΧΤΕ"
Να περιμένω οφείλω το επόμενο αληθινό τραγούδι.

Θα'ναι ο πατέρας που μιλάει για τους φίλους;
Για τον κομπάρσο,αίφνης, με τα γυριστά μουστάκια
Όταν διαφήμιζε,στην τηλεόραση, το ούζο Τσάνταλη;

Τον ηρακλειώτη δημοσιογράφο,το Βενιέρη:
Στο άδειο λεωφορείο, ρώταγε τον ίδιο
"Πού να'ναι ο σκορδέμπορος ο Τσίγκρας;
 Τον γνώρισα  πριν από χρόνια"-
Είχε ξεχάσει τα χαρακτηριστικά.

"Τόσο λοιπόν έχω αλλάξει;"αναρωτιόταν ο πατέρας.

Μπορεί να'ρθει κι η μάνα μου,μ'ένα μαντήλι ιστορίες απ'την Κατοχή
Να τις απλώσει γύρω μας,φωνάζοντας "διαλέχτε:

Εδώ οι Ιταλοί, μαζεύουνε ραδίκια,τηγανίζουνε χελώνες
Εκεί οι Γερμανοί που κάψαν  σπίτια και το Θεοξένεια

Ή η γιαγιά με τις "ακοίμητες", τις λιτανείες του μεσημεριού
Που την ακρίδα διώχνανε και φέρναν τη βροχή.

Το επόμενο μου ποίημα πρέπει
Να αναδεύεται σκληρό και ασημένιο-
Λιγάκι απόμακρο.



Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014


ΟΙ ΧΑΡΤΕΣ ΑΛΛΟΥΣ ΜΑΣ ΕΔΕΙΧΝΑΝ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥΣ
Πώς φτάσαμε εδώ,
Ποιους αστερισμούς διασχίσαμε μεθυσμένοι από χαρά;
Σε ποια λιθάρια ακουμπήσαμε την πίκρα μας;
Εδώ φυτρώνουν μοναχά ρετσινολαδιές και σπασμένα αγάλματα
Κι αόρατα πουλιά κρώζουν αδιάφορα.
Οι γηγενείς
Σπέρνουν άστοχους στοχασμούς
Γυμνοί και κουρασμένοι, σαν τους αετούς, μονάχα φεύγουν
Ή προσπαθούν τους ίσκιους τους να κυνηγήσουν.
Πώς φτάσαμε εδώ;
Οι χάρτες άλλους μας έδειχναν προορισμούς.


Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ΜΕ ΤΙ ΤΑΪΖΕΤΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ;
Είναι κι όσοι  στους δρόμους περπατούν
Κι έχουν στον ώμο ένα σακούλι
Γεμάτο αφαιρέσεις
Λέξεις ξερές και εύθρυπτες σαν τα καρύδια
Σιωπές,όπως τα απογεύματα των νυχτολούλουδων.
Αν τους ρωτήσεις σχετικά
"Είναι τα απομεινάρια"λεν "των ποιημάτων.
Με τί ταΐζετε εσείς τα περιστέρια;".

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014


ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΑΜΕ
Προς τί να το τονίζω;
Όλοι οι ουρανοί ανερμήνευτοι είναι
Παίζουνε σκάκι με βροχές κι αστέρια
Kι απ'τα μανίκια βγάζουν  καλοκαίρια φωτεινά,
Βγάζουν πυγολαμπίδες και σιωπές γρανίτη.
Κύριε
Δώσε μας την απλότητα ενός θλιμμένου απογεύματος
Μια νότα τρυφερή πέρασε μες τα δάχτυλά μας,
Να τραγουδήσουμε ό,τι δεν κατανοήσαμε
Να γίνουμε πάλι παιδιά ή άγγελοι.