Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΚΑΡΟΥΖΕΛ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ
Οι δρόμοι δεν κουράστηκαν να περιμένουν
Μα εμείς έχουμε γίνει,πλέον,δέντρα
Γεμάτα άνθη,έρωτες και περιστέρια.

Όταν οι δρόμοι καταπίνουν τα τριζόνια τους
Παίζουμε με το καρουζέλ των άστρων:
Το Σείριο,το Λαμπαδία, τον Ωρίωνα.
Τα δάκρυα ονομάζουμε βροχή,
Ρολόγια πράσινα τις σαύρες

-Πάντοτε ο Αιών ακινητεί-.

Ύστερα βγάζουμε  μαντίλι να σκουπίσουμε το μέτωπο
Και πέφτει χάμω η μέρα.
Ανάβει το πρωί, σαν τα κεριά στην Ποίηση του Σολωμού.

Αλλά ας θεωρούμε σπάνια εκτεθειμένη
Αυτή τη ζώνη των λυπημένων ομοτρόπων.
Το κάθε τι, είναι ζυγισμένο για να συγκινεί,
Αφού θα' ρθει το τέλος,
Σα μια γυναίκα που φυλακίζει στην παλάμη ένα τζιτζίκι
Και που προφέρει ακαταμάχητα το πόθεν,

Σαν το παιδί που ανακαλύπτει την ουσία της σιωπής του.


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

ΕΙΜΑΣΤΕ ΥΠΟΛΟΓΟΙ
Κι αν υποτεθεί ότι οι λέξεις έρχονται αιφνίδια
Όπως τα πουλιά,τα βραδινά τραγούδια
Και οι χελώνες,
Πάλιν είμαστε υπόλογοι για ένα αδέξιό μας ποίημα.

Οφείλουμε ανταπόκριση σ' ένα ρυθμό των σπλάγχνων μας
Ακόμη κι όταν μελετούμε ένα θαλασσόξυλο
Στρεβλό και κούφιο

Και τ'ονομάζουμε, αυθαίρετα, Ευνίκη.

Μας είναι απαραίτητη μια διάταξη ιδιαίτερη
Κάτι σαν το πρωτόκολλο σε δείπνο,
Όπου το "πλάι", διαλέγεται σωπαίνοντας

Ο εντυπωσιασμός είναι χαρακτηριστικό του παγωνιού
Και του κατσέρ.

Τότε που ο άλλος αποσπά έναν άγριο μορφασμό
Και τον πετά ψηλά-να εντυπωσιάσει.

ΟΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΝΗΣΙΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ

Τίποτε δεν υπάρχει χωρίς προορισμό:
Μια μαργαρίτα ανθίζει
Επειδή πρέπει να μάθουμε αν μας αγαπούν,
Το άλογο για να εφευρεθεί η έκφραση
"Σάπια χρεμετίσματα στα λιθόστρωτα",
Και το θύμα για να καπνίζει ο δολοφόνος
Σ'ένα άδειο,μακρινό βαγόνι που ταξιδεύει.
Πρέπει να ορίσω-σκέπτεται ο τελευταίος-
Πρέπει να ορίσω ως ισοκράτημα
Το δέντρο που σταμάτησε να ονειρεύεται στη βροχή,
Τον πελαργό
Που ραμφίζει ολόκληρη την αθωότητα
Κάθε "τάλαντον", όταν θυμάται τον Εσπερινό.

Και στο λυκόφως,
Μάζευαν οι πρόγονοι,στη χούφτα, τα κόκκινα σύννεφα
Και τους ζητούσαν να αφηγηθούν παλιές ιστορίες.

Κάποια στιγμή,οι ίδιοι
Γλιστρούσαν μέσα στις παντούφλες του πατέρα-
Όπως γίνεται σε κάθε γνήσιο εφιάλτη.

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΝΑ ΚΡΥΒΩ ΤΙΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΣΕΠΗ
Βέβαια, τους παλιούς ουρανούς δε θα τους ξαναδώ.
Δεν προλαβαίνω.
Κι είναι φορές που σκέπτομαι το λάθος μου,
Να μην αποτυπώνω τη στιγμή που κραύγαζα "ευοί ευάν"
Στα χέρια-όπως κάνεις μ' ένα τατουάζ
Ή να μη την κρύβω, βιαστικά, στην τσέπη,
Σαν τους κλεπτομανείς με τα κουταλοπείρουνα.

Κι όμως,ο χρόνος,όποτε ξανασυναντιόμαστε,
Μου δείχνει πανδοχεία και ταβέρνες όπου
Αν θέλω
Μπορώ
Να κουβεντιάσω μαζί του για τα παλιά,
Να με κεράσει ένα κρασί,
Για πολλοστή φορά ν'ανανεώσουμε
Το ραντεβού μας στη Σαμάρα.



ΧΑΪ-ΚΟΥ
-Λευκό φεγγάρι
Η δαγγεροτυπία
Του πρώτου φόνου

-Από τα ράμφη
Διάφανων περιστεριών
Στάζει ο ήλιος

-Πάνω αστέρια
Πλάι μας ανθισμένες
Οι βερυκοκιές

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΚΑΙ ΡΩΤΩ ΤΙΣ ΗΛΙΚΙΕΣ
Ο μισός βρίσκομαι εδώ,
Άνθρωπος με προοπτική πλατάνου,
Κι ο άλλος μισός ταξιδεύω στη σιωπή
Που οι γηγενείς ονομάζουν σκοτεινή πλευρά
Του ποιήματος.
Θέλω να ενώσω τα διεστώτα,
Αλλά μου είναι δύσκολο, πλέον, να ονειρευτώ.
Κρατιέμαι προσεχτικά απ'τη μουσική και ρωτώ τις ηλικίες.
"Τρίτη γωνία δεξιά,στο φούρνο που έγινε ο φόνος"
Μου απαντάει κάποιος.
Κι Άννα που μου μιλούσε για το Λούκυ Λουκ έχει εξαχνωθεί
Κι ο κήπος, με τις ανθισμένες μηλιές,
Ταξιδεύει ανατολικά, ώσπου να γίνει ελέφαντας.

Ένα τραγούδι, ένα τραγούδι για τον καιρό
Που κρεμούσαμε κιθάρες στις ιτιές της Βαβυλώνας.