Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

ΗΓΓΙΚΕΝ



Ήγγικεν ο Καιρός
 Ν' αναπαυθεί και
 Ο
 Ποιητής
 Στο Μαυσωλείο του

 Σε άκοπο σκονισμένο βιβλίο


 Αιχμηρός
 Βέβαια
 Ακόμη
 
  Όπως

 Ένας μικρός
 Νεκρός  σκατζόχοιρος
 Στα χέρια των παιδιών

ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ

Ο ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1944

Γράφει ο Γιάννης Τσίγκρας.
Σε λυτό έγγραφο που βρίσκεται στο Αρχείο του Δήμου Πορταριάς υπάρχει η εξής επιστολή των ιδιοκτητών του ΘΕΟΞΕΝΙΑ (έτσι υπογράφουν με μαύρο μολύβι). Το  έγγραφο  φέρει ημερομηνία 26 Νοεμβρίου 1944 και αποτείνεται «Προς την Αυτοδιοίκηση Πορταριάς».
         


Στην επιστολή αναφέρονται μεταξύ άλλων:
«Δεδομένου, ως αρμοδίως επληροφορήθημεν και διαπιστώσαμεν, ότι διάφορα υλικά και αντικείμενα (σιδηροσωλήνες κ.α.) του εν Πορταριά ξενοδοχείου ΘΕΟΞΕΝΙΑ, ιδιοκτησίας μας, αφαιρούνται παρανόμως και αυθαιρέτως εκ των ερειπίων παρά τρίτων μη εχόντων ουδέν δικαίωμα απολήψεως, θέτοντας ταύτα υπ’ όψιν υμών, προς αποσόβηση εις το μέλλον πάσης περαιτέρω αφαιρέσεως, δίδομεν υμίν την ανέκκλητον εντολήν όπως υπό την ιδιότητά σας μεριμνήσετε δια των οργάνων σας και υπ’ ευθύνη σας δια την φύλαξιν του ανωτέρω ξενοδοχείου μας, ως και του παραρτήματος τούτου, γνωστού υπό το όνομα ΚΟΣΜΟΣ, ως και του Αθανασακείου Νηπιαγωγείου, πυρποληθέντων απάντων μετά των επίπλων και των σκευών των, ως γνωστόν, υπό του Γερμανικού Στρατού την 6ην Οκτωβρίου ε.ε. και παρακαλούμεν όπως, ως  Αρχή του τόπου, διασφαλίσητε δεόντως την περιουσίαν μας, καθ’ όσον, κατοικούντες εν Βόλω δεν δυνάμεθα να προστατεύσωμεν αυτήν…».
 Διατηρήσαμε την στίξη και την ορθογραφία ως έχει.
Σ’ ένα δεύτερο έγγραφο «Προς το Υπουργείον Οικονομικών – ΑΘΗΝΑ» των ιδιοκτητών, του 1946 αυτή τη φορά, το οποίο υπογράφεται ονομαστικά από τον Γεώργιο Αθανασάκη και τη Σοφία χα Α. Αργύρη αιτείται η χορήγηση πιστοποιητικού εμφαίνοντος ότι «τυγχάνω πυροπαθής άτε (;) πυρποποληθέντος ολοσχερώς του εν Πορταριά ξενοδοχείου «Θεοξένια» ιδιοκτησίας εμού και της αδελφής μου Σοφίας, κληρονόμου Α. Αργύρη, συνεπεία πολεμικού γεγονότος, ήτοι συνεπεία του κατά Οκτώβριον του 1944 εμπρησμού … (δυσανάγνωστο)… κατόπιν τούτου ουδεμίαν ετύχαμεν αποζημιώσεως». 
Την 8η Νοεμβρίου 1950 απεστάλη προς το Υπουργείο Οικονομικών – ΑΘΗΝΑΣ το εξής, ελλιπές, έγγραφο του τότε Προέδρου της Κοινότητας Πορταριάς  Πεσκίρη:
«Κατά τους χρόνους της Κατοχής το εγκατεστημένον έν σύνταγμα Ιταλικού Στρατού,  …. (δυσανάγνωστη γραφή) εις διάφορα οικήματα της κωμοπόλεως, άτινα υπέστησαν υπ’ αυτού μεγάλας καταστροφάς.
Μετά την αποχώρησιν των Ιταλών εγκατεστάθησαν εις άλλα οικήματα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής, άτινα και ταύτα επήνεγκον μεγαλυτέρας ζημίας.
Κατά το έτος 1943 εβομβαρδίσθη η κωμόπολις μας υπό των Γερμανικών αεροπλάνων και το πλείστον των οικημάτων της υπέστη μεγάλας καταστροφάς και λεηλασίας.
Το μεγαλύτερον όμως πλήγμα της κωμοπόλεως κατάφερεν ο Γερμανικός Στρατός, πυρπολήσας εν έτει 1944 ταύτην και καταστήσας το πλείστον των οικογενειών πυροπαθείς άνευ στέγης, ρουχισμού κλπ. Μετ’ εξαιρέτου τιμής».
Στις 5 Οκτωβρίου 1944, και λίγες ημέρες πριν αναχωρήσουν οριστικά οι Γερμανοί από την χώρα μας, πυρπόλησαν το Κατηχώρι και την Πορταριά.
Ένα χρονικό των προηγηθέντων της πυρπόλησης αφηγήθηκε στην αείμνηστη Νίτσα Κολιού ένας από τους αντάρτες της Μακρινίτσας που έλαβε μέρος στην επιχείρηση των ανδρών του ΕΛΑΣ εναντίων των κατακτητών.
‘‘ Ένα βράδυ, λέει, ο Μήτσος ο Γκαντίνας, πήραμε εντολή να έρθουμε στην Πορταριά. Εγώ έλαβα μέρος σε τρεις μάχες. Με το πολυβόλο έπιασα θέση στον Άγιο Ταξιάρχη. Θυμάμαι που ήρθε επιτροπή πορταριτών με τον Ν. Πετούση στον Γ. Ψιλόπουλο λέγοντας ότι είναι κρίμα να χτυπήσουμε τους Γερμανούς από αυτό το μέρος γιατί θα κάψουν το χωριό. Ο Ψιλόπουλος απάντησε ότι είχε εντολή να χτυπήσει τους Γερμανούς από αυτό το σημείο και τους παρέπεμψε στους ανώτερους. Ύστερα από λίγες μέρες ήλθε ο Πηλιορείτης με τον Άγγλο σύνδεσμο και τον Γιάννη Μπασδέκη να επιθεωρήσουν τις θέσεις. Ξαναεμφανίσθηκε τότε η επιτροπή με τον Πετούση που κρατούσε μάλιστα και με ανθοδέσμη και είπαν τις απόψεις τους. Ότι πρέπει να προσεχθεί η Πορταριά  με την τουριστική της σημασία και να γίνει επίθεση εναντίον των Γερμανών από άλλο σημείο. Αλλά ο Εγγλέζος έδωσε την απάντηση –«Δεν μας ενδιαφέρει τι θα κάψουν οι Γερμανοί, εμείς θα το ξαναφτιάξουμε, θέλουμε να χτυπήσουμε τους Γερμανούς όπου τους βρούμε». Στο μεταξύ, στο υδραγωγείο του Άνω Βόλου είχαμε τοποθετήσει νάρκες πρίν ανέβουν οι Γερμανοί. Εμφανίστηκε όμως ένα αυτοκίνητο οι επιβάτες του οποίου είπαν ότι είναι του Ερυθρού Σταυρού. Παραμερίστηκαν οι νάρκες για να περάσουν, πήγαν στην Πορταριά και ξαναγύρισαν. Δεν ήταν του Ερυθρού Σταυρού αλλά πράκτορες των Γερμανών οι οποίοι κατασκόπευσαν τις θέσεις μας και έδωσαν αναφορά. Μετά δυο μέρες ανέβηκαν οι Γερμανοί κατατοπισμένοι. Σταμάτησαν στο υδραγωγείο, έβγαλαν τις νάρκες, πήγαν από το Κατηχώρι και πριν προλάβουμε να τους χτυπήσουμε είχαν φτάσει στην Αγία Μαρίνα. Ρίξαμε τα πρώτα πυρά και φύγαμε προς το Μέγα Ρέμα αφού  ήμασταν κυκλωμένοι. Μας έβαλαν στο μεταξύ από το Βόλο, απ’ τα Πευκάκια, τη Γορίτσα και το Σύνταγμα. Στη συνέχεια μπήκαν οι γερμανοί και έκαψαν το χωριό. Ήταν αρχές Οκτωβρίου του 1944. Τότε σκοτώθηκε και ο Λέτσιος από τις Σταγιάτες. Εμείς ξαναμπήκαμε στην Πορταριά και μείναμε κάποιες μέρες’’.



Οι Γερμανοί έκαψαν τα περισσότερα μεγάλα αρχοντικά και πάρα πολλά αγροτικά σπίτια. Σαν από θαύμα γλίτωσε ο Άγιος Νικόλαος τον οποίον είχαν προσπαθήσει να κάψουν και το 1943. Φαίνεται ότι δεν προσπάθησαν να πυρπολήσουν άλλα εξωκλήσια. Άγνωστο τι τους συγκράτησε μια που τον προηγούμενο χρόνο είχαν βεβηλώσει το ιερό της Παναγίας της  Πορταρέας.
Το Μέγα ¨ΘΕΟΞΕΝΙΑ¨ όμως, το καμάρι του τόπου, το ξενοδοχείο που στέγασε εστεμμένους, πολιτικούς και καλλιτέχνες (Γεώργιος ο Α΄, Ελ. Βενιζέλος, Γ. Δροσίνης) παραδόθηκε στις φλόγες.
Ο 95χρονος πλέον, τελευταίος διευθυντής του Ιωσήφ Δασκαλάκης, θυμάται:
«Δεν υπήρξε καλός σχεδιασμός. Μπορούσαμε, και το είχαμε προτείνει στους αντάρτες, τους οποίους γνώριζα πολύ καλά, να στήσουμε ένα οπλοπολυβόλο στο ύψος του ¨ΞΕΝΙΑ¨ -δεν θα έμενε κανένας Γερμανός. Γνωρίζαμε, άλλωστε, ότι οι Γερμανοί έφευγαν ήδη από το Βόλο. Δεν με άκουσαν (οι αντάρτες υποστηρίζουν το αντίθετο- υπήρχε οπλοπολυβόλο στην πλατεία Ταξιαρχών).  Έριξαν δύο ριπές από το Νεκροταφείο και σκότωσαν τους Γερμανούς. Άφησαν το χωριό στο έλεός τους. Οι Γερμανοί μπήκαν στην Πορταριά κι άρχισαν να καίνε πρώτα τα αρχοντικά. Την ίδια μέρα έκαψαν και το ΘΕΟΞΕΝΙΑ. Βρισκόμαστε σε μια βρύση απέναντι από την Ηλεκτρική κι ακούγαμε τις εκρήξεις και βλέπαμε τις φλόγες ν’ αναπηδούν. Το ΘΕΟΞΕΝΙΑ κάηκε ολοκληρωτικά. Ελάχιστα πράγματα μπόρεσα να γλιτώσω, αυτά που δώρισα στην Κοινότητα Πορταριάς και που, απ’ ότι μαθαίνω σήμερα, εκτίθενται σε ειδική βιτρίνα στο Μουσείο του Δήμου. Κουζινικά πορσελάνινα κι ασημένια μαχαιροπήρουνα – αυτά μπόρεσα κι έσωσα. Το κτήριο έμεινε ερείπιο ώς τον καιρό που το αγόρασε η Κοινότητα».
Οι εκρήξεις προφανώς είχαν σχέση με την υπόγεια κάβα του ξενοδοχείου όπου φυλάσσονταν σαμπάνιες, γαλλικά κρασιά, ουάιτ περπερφέξιον ουίσκι και κονιάκ «Κούτσικος».
Ο Γρηγόριος Ρέντης στο βιβλίο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 54ου ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΛΛΑΣ δίνει την είδηση με λιτότητα πολεμικού ανακοινωθέντος.
«ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΡΤΑΡΙΑ 5-10-44.
‘‘Οι Γερμανοί όταν πλησίασαν τις αντάρτικες θέσεις άνοιξαν σφοδρά πυρά πάνω σ’ αυτές …. Πυροβολικό και όλμος παίρνουν μέρος στην μάχη…. Μετά από 2ωρο αγώνα που εξελίχθηκε σε οδομαχίες στα πρώτα σπίτια της Πορταριάς η αντάρτικη διμοιρία αναγκάστηκε να συμπτυχθεί προς Μακρινίτσα…. Οι Γερμανοί ενώθηκαν στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και αφού έκαψαν τα «ΘΕΟΞΕΝΙΑ» και αρκετά σπίτια στην ΠΟΡΤΑΡΙΑ και στο ΚΑΤΗΧΩΡΙ επέστρεψαν στο ΒΟΛΟ.
Απώλειες των γερμανών 15 νεκροί και τραυματίες.
Απώλειες των ανταρτών 3 νεκροί, 7 τραυματίες και 1 αγνοούμενος’’. –Ορθογραφία και στίξη βιβλίου.

ΞΕΒΑΨΤΕ ΤΗΝ ΟΣΟΙ ΑΚΑΙΡΗ ΤΗ ΘΕΩΡΕΙΤΕ

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΚΟΚΚΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 
Περπατούσαμε, προσδοκώντας την απόλυτη ασφάλεια της αηταφίτικης φλόγας, τόσο από τρελούς, άκαιρους ανέμους όσο κι από την εκκωφαντική, εν ασυμμέτρω, συμφωνία άπειρων αηδονιών.
Πατούσαμε  στα μαλακά μέρη των λιθόστρωτων, εκεί όπου συνήθως σάπιζαν τα θεσπέσια μεσημβρινά χρεμετίσματα.
            Πάνω απ΄ τα κεφάλια μας, στους πέτρινους φράχτες, κρέμονταν τα γιασεμιά του Θεού κι οι κωδωνοκρουσίες των ανθρώπων ενώ μικρές πυγολαμπίδες συνέχιζαν την πορεία τους άλλοτε ως βεγγαλικά κι άλλοτε ως άστρα.
            Χριστός Ανέστη φωνάζαμε προς το σκοτεινό σημείο που αιχμαλώτιζε χτύπημα πετάλων κι ας ξέραμε ότι ο Μελαγχαίτης κι ο Ουρίας κι ο Χείρων, ακόμη και οι Φαύνοι και οι Σειληνοί,  όσοι δεν είχαν κρυφθεί στα σκοτεινά δέντρα, τους οδοδείκτες πλέον προς τον Προορισμό, κι ξέραμε ότι κανείς από την παλαιά φύση δεν θα αποκρίνονταν με τον ανθρώπινο αντίλαλο Αληθώς Ανέστη.
Στο σπίτι βρίσκαμε τον παππού να έχει στρώσει το τραπέζι και ένοχα να απολογείται για το μισοάδειο πιάτο του-Δεν σας περίμενα παιδιά μου, την έκανε τόσο νόστιμη η γιαγιά τη μαγειρίτσα

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΠΕΡΙ ΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ





ΟΡΙΑ

Ελάχιστος λόγος περί ορίων.
 Τα οποία  με τη σειρά τους ορίζονται.
Άρα  ή  εκτείνονται ώς το άπειρο ή, ως σύμβαση, υφίστανται.
Τα όρια θυμίζουν τους απέναντι ανισοϋψείς καθρέφτες των  κουρείων όπου μπορείς να δεις το περιποιημένο σου κρανίο σε άπειρα είδωλα.

Τα όρια αποτελούν τα αυγά της  μουσικής.

Βέβαια  τίθενται  συμβολικά, και τις περισσότερες φορές, απολύτως αυθαίρετα.

 Όπως το μηδέν.

Η αρχή, η όποια αρχή, μετά την του παντός, δια  του Λόγου, Ποίηση, αποτελεί ένα τέτοιο συμβατικό όριο.

Η αρχή της μέρας. Η αρχή του έρωτα. Η αρχή της αφήγησης:
"Ήταν ένα κρύο πρωινό του Φθινοπώρου.."

Ένα πρωινό, μετά από χιλιάδες παρόμοια πρωινά, που το αδράχνεις, το ξεχωρίζεις, το παρουσιάζεις.
 Μια προαίρεση, μια αιφνίδια επιλογή  σου.

Όπως η αρέσκειά σου για μια γυναίκα

Ένα λουλούδι ή ένα στίχο.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΑΠΡΙΛΗΣ,

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΑΠΡΙΛΗΣ
Ένας ακόμη Απρίλης
Με χελιδόνια
Κεντημένα
Όπως εκείνα,στην πάντα της γιαγιάς

Με λουλούδια από κόλες γλασέ

Χωρίς τις, περί τα μεγάλα, αναμενόμενα
Φρυκτωρίες

Ένας ακόμη Απρίλης
Με τους πραιτωριανούς να εμπαίζουν

Με μια γεύση
Χολής και όξους
Για το Μεγάλο Αθώο



Mόνη μας ελπίδα το
Άπειρο έλεος Εκείνου
Για τους "πεπεδημένους και τους υιούς των τεθανατωμένων"

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ

ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ
Και στο Ανύπαρκτο
Ψάξτε για μιαν Άνοιξη, ένα Χερουβικό
Μια σταυροαναστάσιμη ανάταση
(Ανάταση ή Ανάσταση)

Επειδή το Τίποτε υπάρχει

Υφίσταται ως  κρίνο νυχτερινό
Σύννεφο δρομαίο, σκονισμένη παπαρούνα
Εκπεφρασμένο
Με το βάθος του
«Ουκ έστιν ώδε».