Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

ΜΙΑ ΑΚΟΜΨΗ ΠΑΛΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗ

ΗΤΑΝ ΤΡΙΖΟΝΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Καθώς σε κλόουν του ταλίρου μορφωνόταν η σελήνη,
μέσα στου ΤΕΖΑ τους ατμούς σώπασε ο Τζί.
Σου το ‘λεγα – χωρίς του
ο διάβολος θα κλείνει το ταμείο
και τα παιδιά δεν θα ‘χουν
που τ’ ανθισμένα βλέφαρά τους να γυρίσουν.

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013


ΜΙΑ  ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Ακόμη κι όταν
Εν ορδαίς
Διασχίζαμε τους νυχτερινούς ανοιξιάτικους κήπους
Μικροί περίπου σειληνοί
Εναλλάσσοντας ουά και ζήτω
Με ενδιάθετα στο στήθος
Έμβρυα «σ΄αγαπώ»  
Αφυπνίζοντας ακανθυλίδες
Που αποκοίμιζαν τα ράμφη σε ουραίες βεντάλιες
Ραντίζοντας με τη δροσιά των ρόδων
Τα ματωμένα γόνατά μας
Ως λάβαρο υψώνοντας
Ένα μισοκαμμένο
-Ίσως από το άγγιγμα του φεγγαριού- 
Αερόστατο

Ακόμη και τότε
Χωρίς να το γνωρίζουμε
Προετοιμαζόμασταν
Για τη μοναδική συνάντηση
Με τον
Φιλάργυρο
Πορθμέα








Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

ΔΕΝ ΗΤΑΝ

Δεν ήταν τα αηδόνια της Εμμαούς
Ούτε το φωτεινά άγνωστο πρόσωπο
Του μεθ’ ημών κεκλιμένου.
«Διηνήχθησαν  ημών οι οφθαλμοί»
Όταν φέραμε στο στόμα
Εκείνο το μικρό ψωμί
Τον ίδιο το Λόγο τον εξ ουρανού
Τον αυτοπροσφερθέντα.

Γιάννης Τσίγκρας

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ



Έρευνα - Καταγραφή: Γιάννης Τσίγκρας
Διορθώσεις - Επιμέλεια: Ελένη Συρίβελη

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ



ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΟΛΟΥ

-Βόλος

Προέλευση τοπωνυμίου

Από μια σειρά εκδοχών, η οποία περιλαμβάνει και την παραφθορά του ονόματος Ιωλκός, ο Δ. Κ. Τσοποτός προκρίνει το Ελληνικό όνομα Βόλος που σημαίνει τον τόπο και τον τρόπο που πέφτουν τα δίχτυα στη θάλασσα. Είναι παράγωγο της λέξης “βολή”. Κι αυτό επειδή στην περιοχή υπήρχαν ψαράδες . Το Γόλος ο Τσοποτός το θεωρεί παραφθορά του Βόλος.
-Αντίθετα, ο Άθως Τριγκώνης, ξεκινώντας από το Γόλος, βρίσκει ότι
ΕΝΑ ΒΙΟΥ ΜΑΣΤΕΡ ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΑΤΗ ΚΑΙ ΝΑΝΟΥΣ
                                                                                   
-Στη δεκαετία του ’55 – ’65, η συνοικία Νεαπόλεως χωριζόταν σ’ ανατολικό και δυτικό τμήμα, από τη σιδηροδρομική γραμμή του μικρού τρένου, που κουβαλούσε κοκκινόχωμα από τους πρόποδες της μαγούλας Παλατάκι στο εργοστάσιο τουβλοκεραμοποιίας Τσαλαπάτα. Δέκα με δεκαπέντε βαγονέτα κωνικά και μια ατμομηχανή που χωρούσε έναν καρβουνισμένο πενηντάρη, ξερακιανό με περισσότερες της μιας ιδιότητες: μηχανοδηγός, ρυθμιστής της κυκλοφορίας στην οδό Λαρίσης, όταν μ’ ένα κόκκινο σημαιάκι κατέβαινε απ’ το όχημα του, σταματώντας ποδήλατα και μηχανάκια και φορτηγά που είχαν τη μούρη του δράκου με τον οποίο πολέμησε ο Μεγαλέξανδρος.


            -Κι ακόμη μπόγιας γίνονταν για μας, όσοι τρέχαμε πλάι, πηδούσαμε από βαγόνι σε βαγόνι ή, όλοι μαζί, τραβώντας από το τελευταίο σίδερο, σταματούσαμε το συρμό. Μας κυνηγούσε τότε με τη λαβίδα του υψωμένη, ασθμαίνοντας και βρίζοντας, ανάμεσα στα βούρλα και τ’ αλμυρίθια, εκεί στις ‘αλατιέρες’ ή ‘τηγανάκια’ – τα αρχαία έλη της Δημητριάδας. Τεράστια τετράγωνα επίπεδα, ορισμένα από νεραύλακες, άσπριζαν μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Λίγα χρόνια πριν γέμιζαν από αλατάδες που, ξύνοντας την επιφάνεια τους, συγκέντρωναν το φθηνό άρτυμα του, λιτού τότε, πιάτου σε μεγάλους σωρούς. Αργότερα το ελληνικό μονοπώλιο σταμάτησε τη χρήση των χώρων και οι αλατιέρες μπαζώθηκαν από τα υλικά των γκρεμισμένων από τους σεισμούς σπιτιών. Ανάμεσα σε χώματα και τσιμέντα έβλεπες κορμούς φοινικιάς, προφυλακτήρες αυτοκινήτων, αετώματα και κόρες πήλινες, τετράγωνους πεσσούς. Ακρίδες με κόκκινα φτερά  τινάζονταν ψηλά, στις μικρές χειμερινές λακκούβες οι γυρίνοι στριφογύριζαν. Από την δυτική πλευρά έρχονταν η μυρωδιά της κράμβης και του καμπίσιου χιονιού ως την Άνοιξη που γέμιζε ο τόπος παπαρούνες και ασφοδελούς.


            -Το σπίτι μας, χτισμένο στο σχέδιο Παρασκευόπουλου, με πολλά μικρά δωμάτια και σινάζια, με περισσότερο σίδερο και λιγότερο μπετόν ήταν απ’ τα  πρώτα  που χτίσθηκαν στην περιοχή. Στο βάθος μιας μικρής αυλής με κυδωνιές, φτούρο και τριαντάφυλλα, είχαμε, καλού – κακού, στήσει και μια παράγκα. Οι τοίχοι, διπλή σειρά καλαμιών, άντεχαν περισσότερο από βαρύτερες κατασκευές στις δονήσεις. Ευτυχώς δεν χρειάσθηκε. Έγινε κατά καιρούς, αποθήκη σταριού, χοιροστάσιο, δωμάτιο ενοικιασμένο, αίθουσα ( για ένα δίμηνο) των α και β τάξεων του περιφερόμενου 23ου Δημοτικού Σχολείου, αποθήκη χλωρίνης και εδωδίμων. Ο πατέρας είχε ανοίξει μπακάλικο. Διαμόρφωσε κατάλληλα ένα δωμάτιο του μεγάλου σπιτιού. Αριστερά στοιβαγμένα σακιά με όσπρια, δεξιά τα ράφια : κουτάκια με μπογιές, ελιές ξυδάτες,. Στον μεγάλο πάγκο, πίσω απ’ τον οποίο καθόταν συνήθως η μητέρα, η στραβή ζυγαριά με τα στρογγυλά βαρίδια της οκάς και των δραμιών. Απ’ το ταβάνι κρέμονταν μαύρες και αποτελεσματικές μυγοπαγίδες.



            -Η πρώτη χήνα ανέβηκε λίγο ψηλότερα, πέρασε πάνω από τους ταύρους, το ‘χούι’ αποφεύγοντας των εκδοροσφαγέων. Βοήθησε μ’ ένα πλατάγισμα  των φτερών της να φανερωθεί η φαλάκρα της Αντριάννας, την ώρα που έπλενε στη Μπουρμπουλήθρα κοιλίτσες και ‘μπουμπάρια’. Η Αντριάννα είχε επιβάλει τον τραβεστισμό της σε ένα σινάφι ανδροπρεπέστατο. Μαύρο φόρεμα και κόκκινες γαλότσες, σε τριχωτές φορούσε γάμπες και την Κυριακή στην εκκλησία μελιτζανί ταγέρ. Την είχαν αποδεχθεί οι τρεις – τέσσερις πρώτες γειτόνισσες του συνοικισμού Αναπήρων, έτσι επίσημα ονομάζονταν το ανατολικό τμήμα της Νεάπολης. Σχεδίαζε  τον τρόπο του κεντήματος τόσο καλά που ακόμη κι αν ξένιζε η νοηματική γλώσσα , επειδή κωφάλαλη εμφανίσθηκε και χάθηκε αργότερα, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν τι ήθελε να πει, μιλώντας εκεί στις αυλές με τα ρόδινα και τα θαλασσιά αλμυρίθια, έπιαναν τη βελονιά. Και της πρόσφεραν κολοκυθόπιτα  με σαλιγκάρια τηγανητά ή – μια βροχερή σχόλη – άνοιγαν δίπλα της το παράθυρο, ενώ ανέπνεε ήρεμη στην κρηπίδα  και της χαμογελούσαν.
           

-Η δεύτερη χήνα πετούσε πιο αριστερά. ( Μετακίνησα το γήπεδο που βρίσκονταν μπροστά στου Γιακόπουλου το σπίτι, βορειοδυτικά, όπως ο Ελ Γκρέκο το νοσοκομείο του Τολέδο, για να φανεί το καφενείο του Τάκου).

                                                             
-…πάνω απ’ την αυλή του Αντώνη του Κυδωνιώτη. Ο Αντώνης βαριεστημένα την κοίταξε, ύστερα συνέχισε ένα μονόλογο στον αέρα, διακοπτόμενος από τα σφυρίγματα  και τους βόγκους των αυτοκινήτων της Εθνικής Οδού, που περνούσε μπροστά από το σπίτι του. Συνήθως δεν μιλούσε παρά για το τέλος μιας ιστορίας που άρχισε στην παραλία της Σμύρνης με τον ίδιο τρόπο που άρχισαν  χιλιάδες ιστορίες προσφύγων και κατέληξε εδώ, στη βεραντούλα του μικρού σπιτιού, με μουσική υπόκρουση τα τραγούδια του ‘γουρίλα’ του Καζαντζίδη που άκουγε με τις ώρες η χοντρο Ευθυμία η κόρη του, τραγούδια που τον ενοχλούσαν αφόρητα, όσο κι ο γείτονας του, ο Νίκος ο Παχής. Ο τελευταίος δεν τον ενοχλούσε απλώς, αφαιρούσε με μόνη την ύπαρξη του την ελάχιστη ελευθερία  που απολάμβανε ο παραπληγικός πρώην τρόφιμος του Αναπλιού – αυτό είναι το μέσον της ιστορίας του. Στο Βόλο ο Αντώνης παντρεύτηκε κι έζησε ευτυχισμένα δεκαοχτώ χρόνια , ως το Ανοιξιάτικο πρωί του ’42, όταν γύρισε να πάρει το ναυτικό σκούφο, επειδή έκανε ψύχρα κι ανοίγοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρης, πρόλαβε να δει μια σκιά να χάνεται στο παράθυρο, έπειτα  άκουσε το τσάκισμα της ανθισμένης πασχαλιάς. Ότι ήταν Ιταλός το ‘μαθε αργότερα , το ίδιο βράδυ, λίγο πριν, κι αφού εκείνη του ομολόγησε τα πάντα, λίγο πριν αποφασίσει να σκουπίσει τον σουγιά που είχε για το μάτισμα του διχτυού πάνω στο κεντητό νυφικό τους σεντόνι, ν’ ακουμπήσει τη λάμα στη βάση του μηρού, να σπρώξει  και να τραβήξει προς τα πάνω ώσπου να φθάσει την καρδιά της.
            -Η χοντρο Ευθυμία ήταν το τρίτο παιδί από το δεύτερο γάμο  του με την τραυλή Ελένη κι ο Νίκος ο Παχής ο τιμωρός του άγγελος – επειδή, φθηνά τη γλίτωσε στις Αγροτικές Φυλακές  τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ψιλοφιγουρατζής  πηγαδάς ο γείτονας του Αντώνη, βοθροποιός, αλλά το τελευταίο δεν το ομολογούσε, με γυαλισμένο παπούτσι, λαϊκός αισθηματίας κι ωραίος στα νιάτα του άνδρας,. Περνούσε το μικρό μονοπάτι, το παράλληλο με τον χάντακα όμβριων της Παλαιάς Εθνικής, δίμετρο, τότε, στο πλάτος δρόμο, που μ’ άσπρα αλεξήλια (παρασόλια) διέσχιζαν οι επιβάτες των κάρων τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού, περνούσε απ’ το παράλληλο με τον χαμηλό τοίχο της αυλής του Αντώνη μονοπατάκι, κρατώντας πάντα στο μέσα χέρι, έτσι για να εντυπωσιάζει, ό,τι ωραίο κουβαλούσε στην κυρά : Μια σακούλα κορκάρι, ένα σίδερο σιδερώματος  μεταχειρισμένο, έτοιμο να δεχθεί μικρά αναμμένα κάρβουνα, ένα καρβέλι άσπρο ψωμί, τη σαμπρέλα που αγόρασε μια Πρωτοχρονιά για το ποδήλατο του γιου του. Εκείνο όμως που περισσότερο πείραξε τον Αντώνη ήταν η ιστορία με την τρίτη χήνα και τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον ηγέτη της Ένωσης Κέντρου, όταν στα πλαίσια του Ανένδοτου, επισκέφθηκε τον Βόλο, μέσα σ’ ένα  μεγάλο ανοιχτό αυτοκίνητο του οποίου προπορεύονταν κι έπονταν ιππείς. Η συνοδεία πέρασε με μεγαλοπρέπεια την Εθνική Οδό, ο μισός Βόλος είδε το ίνδαλμα του και μόνο ο ριζωμένος στο σημείο αυτό Αντώνης δεν μπόρεσε να δει τίποτε, επειδή μέσα από το πλήθος που ανέμιζε σημαίες και φωτογραφίες πετάχτηκε ο Νίκος ο Παχής, ανεμίζοντας μια χήνα, τα φτερά της οποίας έκρυψαν, όχι μόνο τη μύτη του Γέρου της Δημοκρατίας αλλά και όλο το πλάνο.

            - ( Άλλαξα και τη μέρα διεξαγωγής του αγώνα παντρεμένων – ανύπαντρων, μπροστά στο καφενείο του Τάκου. Επειδή ναι μεν μπορούσαν ορισμένοι να αγνοήσουν τις Ώρες και τις σεμνές Ακολουθίες των μεγαλοεβδομαδιάτικων ημερών για το ματς, όμως κανένας, ακόμη και οι ΕΡΕτζήδες, δεν θα ‘χαναν τον θρίαμβο του Παπανδρέου. Εν πάσει περιπτώσει είναι πιο βολικό για μένα που αφηγούμαι).

            -Το τζουκ – μποξ να παίζει το ρολόι – κομπολόι, αγαπητοί ακροατές, χρυσοζούζουνες κι απαλοί κλέφτες, γαιδουραγκαθόσποροι, στιγματίζουν τον αέρα, καρδερινούλες τερετίζουν. Οι φίλαθλοι στοιχηματίζουν έξω απ’ το καφενείο, δέκα στους ανύπαντρους, πέντε στους παντρεμένους. Οι ομάδες έχουν βγει στον αγωνιστικό χώρο ανάμεσα σε κότες, φουσκωμένες από τους εαρινούς ανέμους και σιδερόβεργες κάπου στη σέντρα. Ο Τάκος σέρβιρε αντσούγιες σε σωληνάρια και μισό δάχτυλο τσίπουρο. Οι καρέκλες  ήσαν όλες πιασμένες. Ακόμη και οι ποδηλάτες σταμάτησαν τη στιγμή που ο Σπυράκος, σπήκερ και διαιτητής, σφύριξε την έναρξη του αγώνα.

           
-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο :
1.Νίκος Παχής εξωφλήθη,2. Κρεμμύδας βαμβάκι 0.30 δρχ.,3. Στατελιάν πετρέλαιο 5 δρχ., 4. Σπανός σύκα ξερά  0.50 δρχ., 5.Θεσσαλονικιός  (δυσανάγνωστο), 6.Αντώνης Κυδωνιώτης κονσέρβα (δυσανάγνωστο).

            -Η τέταρτη χήνα κραύγασε δέκα μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι του Αποστόλη του Κρεμμύδα.. Ο τελευταίος αγόραζε απ’ το περίπτερο του Χρυσικού δυο ξυραφάκια ‘Αστορ’ και τα πέρασε κάτω από το πηλίκιο. Πλάι του ο πεθερός του Καραβασίλη, ο Άγιος, χωρίς εισαγωγικά και ακυριολεξίες, διάβαζε δυνατά και συλλαβίζοντας την εφημερίδα , πριν λίγο είχε κλείσει τη Γραφή: ‘ ΙΧ αυτοκίνητο έπεσε στη θάλασσα’.

                                               
-Ο Αναστασόπουλος έτριψε το πονεμένο του γόνατο, δεν είχε ματώσει. Στο πεζοδρόμιο ακούγονταν φωνές. Ένα βεγγαλικό, μάλλον αδέσποτο, επικύρωσε το ορθόν της απόφασης του διαιτητή. Η μπάλα στήθηκε στα 11 μέτρα . Όχι μέτρα, βήματα. Ο ίδιος ο Αναστασόπουλος πήρε φόρα.

                                                           
-Την ίδια στιγμή η Πλακαρού έκανε τσιπ, τσιπ, τσιπ και οι οχτώ χήνες της, κατά τη συνήθεια τους, έτρεξαν λίγο και πάνω απ΄ το μπαξέ του Σκαφίδα απογειώθηκαν. Πετούσαν χαμηλά ως το ανατολικό τέρμα του γηπέδου όπου διεξήγετο ο αγώνας.

           
-Ο Αναστασόπουλος φυσικά αστόχησε, η μπάλα φυσικά βρήκε το κέντρο του εσμού των πουλιών, οι χήνες τινάχθηκαν δεξιά κι αριστερά. Κάποια απ’ αυτές έπεσε στα πόδια του Νίκου του Παχή που κάθονταν μόνος του στην άκρη της ομάδας των φιλάθλων.
Την άρπαξε κι έτρεξε, χώθηκε στο πλήθος που ζητωκραύγαζε μακρύτερα.

            -Οι πρώτοι μας πελάτες ήσαν οι γείτονες, τα σπίτια αραιά ξεφύτρωναν στις γωνιές τετραγώνων που όριζαν χαραγμένοι χωματόδρομοι. Και οι τσιγγάνοι που έρχονταν από τις όχθες του αρχαίου Ανάβρου, τώρα τον ονομάζουμε Ξηριά.

            -Ο Αποστόλης ο Κρεμμύδας άνοιξε το ξυραφάκι, κάθισε σ’ ένα παλιό ρείθρο. Μάζεψε τα μανίκια του.

            - ( Και φυσικά δεν μπορώ παρά να περάσω τον μεγεθυντικό φακό ξανά πάνω στο παλιό δεφτέρι. Ποτέ μην έχετε την εντύπωση ότι όλοι οι αναγνώστες είναι όσο εσείς ασκημένοι)

-Απόσπασμα από μπακαλοδέφτερο: Κρεμμύδας : βαμβάκι 0.30 δρχ.



 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ-ΟΠΩΣ ΑΔΑΜ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ – ΟΠΩΣ ΑΔΑΜ

Πέρασα κάποιες αισθαντικές και κατανυκτικές μέρες και νύχτες στο Ησυχαστήριο του Προφήτη Ηλία, ενός εξωκλησιού που βρίσκεται στον Κίσαβο, πάνω απ’ τα Αμπελάκια.
Πλάι στο εκκλησάκι υπήρχε το αρχονταρίκι, με τραπέζια, βιβλιοθήκη με πατερικά βιβλία κι ένα μικροσκοπικό κελί, όλα πάνω στον βράχο που βλέπει στον κάμπο της Πιερίας, πάνω απ’ την τεθλασμένη του εθνικού δρόμου και τον φιδωτό Πηνειό, ασημένιο ως την ώρα που έπεφτε το σκοτάδι και, μακριά, κουνιόντουσαν .όπως τα εαρινά άνθη, τα φωτάκια στα πόδια της Χαλκιδικής.
Το αρχονταρίκι, γεμάτο εικόνες, μύριζε μαστίχα κερί και καμένο λάδι. Απ’ το παράθυρο έβλεπες βερβερίτσες να γλιστρούν στα δέντρα, ενώ το τεράστιο πέπλο των τριγμών των γρύλων τρυπούσαν δρυοκολάπτες και λυπημένοι κούκοι. Παράξενα πολύχρωμα πουλιά πετούσαν πάνω από αρκεύθους, πουλιά που παρασύρονταν από έναν Ολύμπιο άνεμο – παραδόξως χτυπούσε μόνον εκείνο το βράχο.
Γύρω ένα δάσος βασιλικών δρυών. Κατάπινε τουφεκιές κυνηγών, φωνές υλοτόμων, αποτυχίες γερακιών στις βουτιές τους πάνω από φίδια κι αρουραίους. Εκτός από βελανιδιές και πουρνάρια, φύτρωναν αγριοτριανταφυλλιές, αναρριχώμενα, αγριολούλουδα. Υπήρχαν και δύο πλατανοδάση με κρυφό νερό. Το Φθινόπωρο, την απέραντη ησυχία έσπαζε ο θόρυβος φύλλων που έπεφταν στο ρέμα. Κάποτε ακούγονταν και το γρύλισμα των αγριόχοιρων που βοσκούσαν κρυμμένoi απ’ τις κληματσίδες και τον κισσό.
Το εκκλησάκι παλαιό, σε κάποια πέτρα του αναφέρεται η χρονολογία 1750.
Τα εσπερινά Κεκραγάρια του ηδύφωνου, στην απλότητα του, ψάλτη, συνόδευαν εκείνα τα ξεσπάσματα των αηδονιών που ο γέρων Πορφύριος βρίσκει ότι εξυμνούν τον Κύριο των όλων. Οι εικόνες των τέμπλων ξεθωριασμένες. Μια Παναγιά με σπασμένο πρόσωπο - από γροθιά δαιμονισμένης, λένε - ο Προφήτης Ηλίας, ο Πρόδρομος …
Γύρω απ’ την εκκλησία ήμερα λουλούδια στόλιζαν ξεθωριασμένες γλάστρες και τενεκεδένια κουτιά: Γεράνια, αγγελικούλες, τριαντάφυλλα. Πίσω απ’ το ιερό, εφτά συμπλεγμένες μουριές, μια απόπειρα που έμεινε στη μέση, να ‘χουμε υπαίθριο αρχονταρίκι για της Πασχαλιές και τη θερινή αναψυχή μας, κάτω από έναν ουρανό έντονα μπλε κι ενίοτε γεμάτο από λευκά δρομαία νέφη.
Όσο έπεφτε το βράδυ και το ποτάμι σκούραινε κι άναβαν στα απέναντι χωριά του Ολύμπου οι λαμπτήρες δρόμων που δεν θα περπατούσαμε ποτέ, άπειρα τριζόνια που ως εκείνη την ώρα σκαρφάλωναν ζαλισμένα ώς και τα χέρια και τα μαλλιά μας, ξυπνούσαν κι άρχιζαν την δική τους δοξολογία, κρυμμένα πια στις τεράστιες βελανιδιές, σε πέτρες, σε ξύλα ή στη μικρή βρυσούλα με τα κρινάκια.
Καθόμαστε τότε σε κορμούς που είχαν κοπεί σε σχήμα καρέκλας και, περιμένοντας να ‘ρθει η ώρα για την αγρυπνία, συζητούσαμε πνευματικά. Όταν κοιτούσες τον ουρανό «είμαι εδώ» σκεφτόσουν «και τούτο το απόλυτο είναι δώρο σου, Κύριε, σε μένα». Την ώρα που τα δάχτυλα έψαυαν τα κομποσχοίνια και ο λυγμός της κουκουβάγιας προεισήγαγε σε μικρά δράματα, φούγκες, μάταιες τις περισσότερες φορές, των μικρών πλασμάτων του δάσους, τότε, χίλια μέτρα ψηλότερα, στην κορυφή, άναβε στην αρχή ένα φίδι, φόντο που τις σκιές αναδείκνυε των ελάτων. Κι ύστερα φανερώνονταν αργά, όπως όλοι οι μεγαλοπρεπείς, νυχάκι στενό, τόξο, ολόγιομο το καινούργιο φεγγάρι. Έχυνε το φως του στις κορυφές των δρυών, στα βράχια ξυπνούνε τα μικρά πουλιά στις φωλιές τους, σχεδίαζε αλλόκοτα τα μαντήλια των γυναικών που ετοιμάζονταν για τον Εσπερινό.
Κάποια στιγμή χτυπούσε το τάλαντον, το ξύλινο σήμαντρο, κι όλοι περνούσαμε με ευλάβεια στον μικρό ναό. Σκορπίζαμε στα στασίδια και τις καρέκλες, κάποιοι έμεναν όρθιοι. Όταν ο αναγνώστης διάβαζε, μετά το «Δεύτε προσκυνήσωμεν» τον κατανυκτικότατο ψαλμό του Δαυίδ, όλη η φύση, όπως τη ζούσαμε στον ημερονύκτιο κύκλο, τα ζαρκάδια και οι άγριοι χοίροι που έβλεπαν πολλοί να καθηλώνονται μπροστά στους φανούς των αυτοκινήτων τους, τα αείροχθα νάματα που έβρεχαν φυλλώματα πλατάνων, οι στικτές πέτρες και τα ζουζούνια, όλα περνούσαν ανάμεσά μας, καταργούσαν, την ώρα του δοξαστικού «Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε», έσβηναν το σκοτάδι. Και σ’ εκείνο το, για τους αρχαίους και σύγχρονους Αγίους, φως υπέρ το φως, σε μιαν υπεραισθητή αίσθηση, η ψυχή τους αρπάζονταν απ’ τον Αιώνιο με το «Κύριε εκέκραξα προ σε, Ελέησόν με, ελέησόν με, Κύριε». Ψελλίζαμε κι εμείς, οι σκουριασμένοι τενεκέδες, τα ίδια λόγια, άλλος με συντριβή κι άλλος με λιγότερη κατάνυξη, περιμένοντας απ’ την επανάληψη την κάθαρση και τον αγιασμό. Κι έπονταν οι ακολουθίες του εικοσιτετραώρου, η Αρτοκλασία, το Μεσονυχτικό, ο Όρθρος. Φθάναμε στη Θεία Λειτουργία την ώρα που ο ουρανός γίνονταν γαλακτώδης, εκείνα τα μαχαιράκια της όσφρησης γύριζαν κατεβαίνοντας στο μαλακό στήθος κι έξω απ’ τον ναό ξυπνούσε ένας κόσμος ολόκληρος.
Την ώρα των «κατηχητικών», σηκώνονταν απ’ τη θέση του ένας ψηλός, ξερακιανός άνδρας. Είχε πεταχτά μαλλιά και μια εκπληκτική ομοιότητα με τον Μάξ Σύντοφ, τον ηθοποιό της «Έβδομης Σφραγίδας» και του «Πέλε του Κατακτητή». Ήταν ο Χάνς, γερμανός προτεστάντης, μυούμενος εκείνο τον καιρό στην Ορθοδοξία. Την στιγμή που ακούγονταν το «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε» ο Χάνς σηκώνονταν κι έβγαινε από την Εκκλησία, συντηρώντας ένα τυπικό που δεν είναι απολίθωμα, όπως αισθάνονται, δυστυχώς, προεστώτες και εκκλησίασμα στους κοσμικούς ναούς μας, αλλά η αείζωη λατρεία του λαού μας.
Κάποτε απομακρύνθηκα από τον κόσμο αυτό. Ήταν η δυσκολία της μετάβασης, δύο υπεραστικά ως το χωριό κι ύστερα πέντε χιλιόμετρα χωματόδρομος. Ήταν και η ακηδία που μας τυλίγει πολλές φορές, ο εύκολος δρόμος, ο φαρδύς και ίσιος. Μάθαινα όμως όσα συνέβαιναν στην μικρή κοινότητα των πνευματικών μου αδελφών. Ποιοι νέοι ήλθαν, ποιοι χάθηκαν σαν κι εμένα, προβάλλοντας εν αμαρτίαις προφάσεις.
Έμαθα και για την βάφτιση του Χάνς, πώς ντύθηκε το λευκό ένδυμα που συμβολίζει την καθαρότητα της ψυχής, πως μπήκε στην μεγάλη κολυμβήθρα και πήρε το όνομα του πρωτομάρτυρα Στεφάνου.
Όταν ξαναεπισκέφθηκα τον τόπο ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδα. Περπατούσε αργά μέσα στο δάσος, σκύβοντας στα ταπεινά ανθισμένα χόρτα. Έμοιαζε να τους μιλάει.
Και ξαφνικά, έτσι όπως πάλλευκο (απ’ την, λόγω του Μυστηρίου, αναίρεση της όποιας αμαρτίας είχε ως τα πενήντα του χρόνια), άσπιλο τον ένιωσα, πίστεψα ότι ήταν ο προπτωτικός πρώτος άνθρωπος.
Κι εκεί, στον Παράδεισο, ονόμαζε φυτά, ζώα και πετρώματα χαρίζοντας νόημα καινό σ’ ολόκληρη τη Φύση.